ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

 

Το ταλέντο που χάνεται στις συμπληγάδες

26 Σεπτέμβριος, 2011

Το ταλέντο που χάνεται στις συμπληγάδες

Η περίοδος παρουσίασης των διπλωματικών εργασιών των τελειόφοιτων σπουδαστών και σπουδαστριών της Σχολής Αρχιτεκτόνων είναι από τις πιο ζωντανές περιόδους της ακαδημαϊκής χρονιάς και σίγουρα η κορυφαία στιγμή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις σπουδές των αρχιτεκτόνων.

Του Τάση Παπαϊωάννου


Η διπλωματική εργασία εκπονείται στο τελευταίο εξάμηνο των σπουδών και οι σπουδαστές είναι ελεύθεροι να επιλέξουν το θέμα με το οποίο πρόκειται να ασχοληθούν από όλο το εύρος των γνωστικών αντικειμένων που διδάσκονται στη Σχολή, αλλά και τον καθηγητή ή τους καθηγητές που θα επιβλέψουν την εργασία τους.

Μετά από πολλούς μήνες εξαντλητικής δουλειάς στα μικρά καμαρίνια της Πατησίων, έρχεται η στιγμή να παρουσιάσει ο φοιτητής (ή η ομάδα των φοιτητών) την εργασία του στην επιτροπή των διδασκόντων που θα την αξιολογήσουν, αλλά και σ' ένα ευρύτερο ακροατήριο που παρακολουθεί και συμμετέχει στη διαδικασία. Οι αίθουσες ζωντανεύουν και πλημμυρίζουν με σχέδια, μακέτες, χρώματα, υλικά, κατασκευές. Είναι μια απολύτως ανοικτή διαδικασία, κατά την οποία ο σπουδαστής καλείται να υποστηρίξει με επιχειρήματα τις επιλογές του και να δώσει απαντήσεις σε μια σειρά από ερωτήσεις ή τοποθετήσεις διδασκόντων, συμφοιτητών ή ακόμη και σε όποιον παρακολουθεί ως επισκέπτης τη διπλωματική και επιθυμεί να πάρει το λόγο. Είναι τότε που πολλοί σπουδαστές μικρότερων εξαμήνων, αλλά και διδάσκοντες στριμώχνονται δίπλα-δίπλα για να δουν, να ακούσουν, να σχολιάσουν.

Είναι εντυπωσιακός ο όγκος, αλλά και η ποιότητα των εργασιών αυτών. Αξίζει τον κόπο να τις παρακολουθήσει κανείς από κοντά, για να διαπιστώσει το υψηλό επίπεδο της αρχιτεκτονικής έρευνας που συντελείται σε πολλές απ' αυτές τις πρωτότυπες και μερικές φορές ρηξικέλευθες ιδέες, αλλά και να γνωρίσει την ευρύτατη θεματολογία τους. Γιατί, ακριβώς οι δουλειές αυτές δίνουν το στίγμα του προβληματισμού και των ενδιαφερόντων της νέας γενιάς αρχιτεκτόνων στη χώρα μας, συμμετέχοντας επάξια στη διεθνή συζήτηση γύρω από τη σύγχρονη αρχιτεκτονική. Είναι χαρακτηριστικά, για παράδειγμα, θέματα που ασχολούνται με τη σχέση της αρχιτεκτονικής με το τοπίο, τον επαναπροσδιορισμό του τρόπου ένταξης ενός νέου κτηρίου στο φυσικό ή τεχνητό περιβάλλον, επεμβάσεις στον αστικό ιστό των πόλεων κ.ά.

Είναι τέτοιος ο πλούτος των προσεγγίσεων, αλλά και των καλών λύσεων, που εύλογα αναρωτιέται κανείς τι στο καλό συμβαίνει και όλοι αυτοί οι ταλαντούχοι νέοι αρχιτέκτονες χάνονται κατόπιν μέσα στις συμπληγάδες του επαγγέλματος. Αναρωτιέται γιατί δεν βλέπει να κτίζονται έστω και στο ελάχιστο κάποια κτήρια σαν αυτά που μελετούν στο Πολυτεχνείο. Γιατί άραγε, ιδιαίτερα στη χώρα μας, ανήκουν όλα αυτά στη σφαίρα της ουτοπίας, σε πλήρη αντίθεση με το τι συμβαίνει σε όλο σχεδόν τον υπόλοιπο κόσμο; Η απάντηση φοβούμαι, είναι η ίδια που δίνεται και στο ερώτημα γιατί τα κτήρια και κατ' επέκταση οι πόλεις μας παρουσιάζουν αυτή την εικόνα που όλοι μας βιώνουμε καθημερινά.

Η αρχιτεκτονική, οι τέχνες, οι επιστήμες ως σημαντικές πολιτισμικές συνιστώσες της κοινωνίας μας απεικονίζουν τον τρόπο ζωής, τις δράσεις και τις συμπεριφορές μας. Απεικονίζουν το ποιοι ακριβώς είμαστε.. Απεικονίζουν τις γενικότερες επιλογές που κάνουμε ως πολίτες τούτης της χώρας. Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, προσπαθεί να επιβιώσει ο νέος αρχιτέκτων (αλλά και κάθε νέος), που δυστυχώς συνθλίβουν και κονιορτοποιούν φρέσκιες ιδέες, όνειρα, ελπίδες, οράματα... Πριν καλά-καλά αποφοιτήσει προσγειώνεται γρήγορα και βάναυσα στην ελληνική πραγματικότητα. Πολεοδομικές υπηρεσίες, ακατανόητες κανονιστικές διατάξεις, υπουργεία, ένοχα κυκλώματα, αλλά και το γούστο του «πελάτη», που καθιστούν ανάπηρη ή, για να το πω πιο σωστά, σκοτώνουν την καλή ελληνική αρχιτεκτονική. Και όλα αυτά στην ευτυχή περίπτωση που βρει δουλειά.

Κατά την περίοδο των διπλωματικών διακρίνει κανείς και κάποιες από τις παθογένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος, αφού ορισμένες από τις εργασίες των σπουδαστών χαρακτηρίζονται συχνά από μορφοκρατικές και μόνον αναζητήσεις, από εικονογραφικές εμμονές ή ακατάσχετη φιλολογική φλυαρία. Εντάσσονται στην καταστροφική λογική του εύκολου εντυπωσιασμού και της βαθμοθηρίας που δυστυχώς έχει διαποτίσει αρκετούς φοιτητές (και διδάσκοντες), οι οποίοι νομίζουν ότι αυτό που έχει αξία είναι αποκλειστικά η "καινοτόμος" μορφή του κτηρίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο που αυτό έρχεται να στεγάσει ή τη λειτουργία που αυτό επιτελεί. Μ' άλλα λόγια, την κοινωνική του αποστολή, την κοινωνική του αναγκαιότητα, τα πώς και τα γιατί. Τις παραμέτρους εκείνες, δηλαδή, που δίνουν ουσία και δικαιώνουν την καλή αρχιτεκτονική.

Και εδώ φυσικά, η ευθύνη μας ως δασκάλων είναι τεράστια- τόσο κατά τη φάση παρακολούθησης και διόρθωσης των διπλωματικών όσο και αργότερα όταν φτάνει η ώρα της κριτικής και της αξιολόγησης. Γιατί, όσο δύσκολο είναι να κάνεις καλή αρχιτεκτονική, άλλο τόσο δύσκολο είναι και να κρίνεις σωστά την αρχιτεκτονική. Επιπλέον ως δάσκαλος έχεις και ακόμη μία ευθύνη. Οφείλεις να δώσεις στο φοιτητή να καταλάβει με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο πού κατά τη γνώμη σου έχει λαθέψει και γιατί, όπως βεβαίως και ποιες είναι οι εύστοχες επιλογές του και γιατί. Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές αυτό το ξεχνάμε... Το πιο σημαντικό, λοιπόν, είναι να μην κάνουμε κακό είτε με την υπερβολική αυστηρότητά μας είτε με τα κολακευτικά σχόλια που πολλές φορές καλύπτουν αδυναμίες και αδεξιότητες του σπουδαστή.

Εκείνη η ώρα της ουσιαστικής κριτικής είναι η πιο κρίσιμη στις σπουδές των νεαρών αρχιτεκτόνων και απαιτεί από το δάσκαλο, αλλά και από το διδασκόμενο μεγάλη ευθύνη και κυρίως προσοχή. Θυμάμαι πόσο συχνά τόνιζε στους σπουδαστές μας ο Τάσος Μπίρης ότι πρέπει και οι ίδιοι να αποκτήσουν την ικανότητα να «διδάσκονται». Κεντρικός στόχος μιας σχολής δεν είναι με κανέναν τρόπο να εκπαιδεύει αρχιτέκτονες που θα μιμούνται διάφορα στιλ, αναμασώντας έτοιμες συνταγές του παρελθόντος ή του παρόντος, αντιγράφοντας ανούσιες μανιέρες ή κάνοντας μόνον εντυπωσιακά σχέδια και μακέτες, αλλά αντιθέτως αρχιτέκτονες που θα σκέφτονται ελεύθεροι. Που θα αναζητούν να βρουν -πολύ αργότερα από την αποφοίτησή τους- το δικό τους δρόμο, το δικό τους βηματισμό, τη δική τους δημιουργική ματιά. Αυτές οι ζωντανές και μερικές φορές έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, με αφορμή τα θέματα των σπουδαστών, είναι οι πιο γόνιμες και διδακτικές για τους φοιτητές που τις παρακολουθούν. Εκείνη τη στιγμή ξεκαθαρίζουν πολλές φορές απόψεις, κατανοούν καλύτερα ζητήματα που ήταν γι' αυτούς μέχρι τότε ομιχλώδη και συγκεχυμένα, καλούνται τρόπο τινά να πάρουν θέση.

Στις μέρες μας, ολοένα και περισσότερο γινόμαστε δέσμιοι της εικόνας και της ευκολίας της. Ιδίως οι εξαιρετικές δυνατότητες των νέων σχεδιαστικών προγραμμάτων των κομπιούτερ, η ταχύτητα και η ακρίβεια της παραστατικότητάς τους, η αληθοφανής και όχι κατ' ανάγκην αληθινή πραγματικότητα που επαγγέλλονται αρκετές φορές σπρώχνουν τους νεαρούς αρχιτέκτονες να αποφασίζουν πολύ γρήγορα, χωρίς την απαιτούμενη σκέψη και στοχασμό. Εκεί, λοιπόν, πρέπει να σκύψει με προσοχή ο δάσκαλος, να ξεχωρίσει το ουσιώδες από το ανούσιο, να αναδείξει τις αρετές μιας λύσης και κυρίως να μην κρίνει μόνο από το αποτέλεσμα. Και για να το κάνει αυτό, πρέπει ο ίδιος να βυθιστεί μέσα στους προβληματισμούς του φοιτητή, να παρακολουθήσει βήμα-βήμα τη σκέψη του, να προσπαθήσει πολύ, προκειμένου να κατανοήσει τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αυτός αντιμετώπισε και εν τέλει να κρίνει αν είναι συνεπής με το δρόμο που επέλεξε να ακολουθήσει.

Οι διπλωματικές, αλλά και όλες οι μελέτες που εκπονούνται από τους σπουδαστές μας κατά τη διάρκεια των σπουδών τους δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθούν. Αυτό είναι κάτι που όλοι το γνωρίζουμε. Κι όμως δουλεύουμε (σπουδαστές και διδάσκοντες) με την ίδια θέρμη -αν όχι μεγαλύτερη- σαν να επρόκειτο να υλοποιηθούν την επόμενη μέρα. Οι σπουδές βασίζονται κυρίως στην ερευνητική διάσταση της αρχιτεκτονικής χωρίς την ίδια στιγμή να απομακρύνονται από τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Η προσπάθεια επίλυσης αυτών ακριβώς των καθημερινών-πραγματικών προβλημάτων είναι άλλωστε η δύναμη που γονιμοποιεί τη φαντασία του αρχιτέκτονα και τον ωθεί να ερευνά νέους χώρους, να οραματίζεται το καινούργιο, να αναζητά επίμονα τον «άγνωστο χώρο» που δεν έχει υπάρξει ξανά στο παρελθόν. Μακριά από κάθε εργοληπτική ή χρησιμοθηρική λογική, μέσα από τα σχέδια, τις μακέτες και τα προοπτικά, ο χώρος αυτός αποκαλύπτεται για πρώτη φορά μπροστά στα μάτια του. Είναι, δηλαδή, σαν να «κτίζεται» και εν δυνάμει να υπάρχει!

Γιατί οι διπλωματικές εργασίες δεν είναι ή δεν πρέπει να είναι μελέτες «επαγγελματιών» αρχιτεκτόνων. Είναι αντιθέτως η ευκαιρία που δίδεται (ίσως και η μόνη;) στους σπουδαστές και στις σπουδάστριές μας, αφού αποκτήσουν τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες, να πειραματιστούν, να τολμήσουν, να ερευνήσουν, να ανατρέψουν στερεότυπα, να βρουν νέους δρόμους. Κι ας κάνουν και λάθη.. δεν πειράζει. Ούτε αυτό να μας τρομάζει. Ποιος άλλωστε υποστηρίζει ότι ο αληθινός δημιουργός δεν κάνει λάθη; Και ότι αρκετές φορές απ' αυτά τα «λάθη» δεν διδάσκεται κιόλας πολύ περισσότερο; Να γιατί είναι μεγάλη η ευθύνη που έχουμε ως δάσκαλοι όταν αξιολογούμε τις εργασίες των φοιτητών. Γιατί, είτε το θέλουμε είτε όχι, δημιουργούμε πρότυπα προς μίμηση. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να γκρεμίσουμε (εμείς οι ίδιοι) αυτά τα πρότυπα, αφήνοντας τους νέους σπουδαστές μας να πορευτούν ελεύθεροι στο δικό τους δρόμο, το δρόμο που αυτοί θα επιλέξουν. 

του Τάση Παπαϊωάννου 

Με την ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα.


 

Share |

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2024. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital