ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ

Διερευνήσεις

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ 'ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ' ('IN-BETWEEN')

07 Ιούνιος, 2006

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ 'ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ' ('IN-BETWEEN')

Το ενδιαφέρον για το ενδιάμεσο προκύπτει σήμερα κυρίως λόγω της ανάγκης να κατανοήσουμε ‘ασαφείς περιοχές' που μεσολαβούν ανάμεσα σε βεβαιότητες, ανάμεσα σε κυρίαρχες ταυτότητες, ανάμεσα σε προθέσεις και κοσμοθεωρίσεις...Νεκτάριος Κεφαλογιάννης , Χρίστος Παπαστεργίου

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΩΣ ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΑΡΕΜΒΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΦΥΣΗΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

1. Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
2. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ 'ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ' ( IN-BETWEEN)
3. ΤΟ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ
4. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ 'ΠΕΔΙΩΝ' ΤΗΣ ΠΛ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


Νεκτάριος Κεφαλογιάννης Χρίστος Παπαστεργίου
http:// www.oneoff-architecture.tk

1. Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Το παρακάτω κείμενο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της μεταπτυχιακής εργασίας : ‘Το αρχιτεκτονικό πρόγραμμα ως μέσο ολοκλήρωσης του θεσμικού προγράμματος. Το περιβάλλον θεσμικής αστάθειας και ο διαμεσολαβητικός ρόλος του προγράμματος'1 . Αλλά και στην συμμετοχή που υποβλήθηκε στον πανευρωπαϊκό διαγωνισμό ‘Για την ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας και του Περιβάλλοντος Χώρου' (Απρίλης 2005, ομάδα: Χριστιάνα Ιωάννου, Κατερίνα Λώλου, Χρίστος Παπαστεργίου), στην οποία απονεμήθηκε έπαινος.

1.Χρίστος Παπαστεργίου ΔΠΜεταπτυχιακών Σπουδών Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ (2004) Επιβλέποντες καθηγ. Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, Κώστας Μωραϊτης

Ο δημιουργικός συνδυασμός της θεωρητικής έρευνας και διερεύνησης θεμάτων που αφορούν τον σύγχρονο σχεδιασμό, με παραδείγματα από την αρχιτεκτονική πρακτική αποτελεί ένα ερευνητικό πεδίο, το οποίο οι γράφοντες της στήλης (Νεκτάριος Κεφαλογιάννης, Χρίστος Παπαστεργίου) θεωρούν σημαντικό για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου προβληματισμού για τον χώρο. Όπως ήδη έχουμε επισημάνει και σε παλιότερα θέματα της στήλης αυτής, η έρευνα μέσω του σχεδιασμού (‘ research by design ' στη διεθνή βιβλιογραφία) αποτελεί μια μεθοδολογία έρευνας, η οποία εμπλέκεται τόσο στον θεωρητικό μας προβληματισμό όσο και στην πρακτική μας. Σε αυτό το δίπολο (θεωρία-πρακτική) στηριζόμαστε και στο θέμα αυτό.

Συγκεκριμένα, το ζήτημα του ‘ενδιάμεσου' ( ‘ in - between ' ) στην σύγχρονη αρχιτεκτονική θεωρία και πρακτική, διαμορφώνει μια προσέγγιση, εννοιολογική και σχεδιαστική, η οποία μας έχει απασχολήσει τα τελευταία χρόνια ως θεωρητική και σχεδιαστική έννοια. Το ενδιαφέρον για το ενδιάμεσο προκύπτει σήμερα κυρίως λόγω της ανάγκης να κατανοήσουμε ‘ασαφείς περιοχές' που μεσολαβούν ανάμεσα σε βεβαιότητες, ανάμεσα σε κυρίαρχες ταυτότητες, ανάμεσα σε προθέσεις και κοσμοθεωρίσεις. Αποτελεί εξάλλου μια έννοια η οποία έχει χρησιμοποιηθεί από θεωρητικούς και αρχιτέκτονες, όπως οι Elizabet Grosz , Gilles Deleuze , Sylvianne Agecinski , Bernard Tschumi , Manuel Gauza κ.α. και η οποία ανοίγει πολλές προοπτικές για έρευνα, κυρίως μέσω του δια-τομεακού της χαρακτήρα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο μας απασχολεί εδώ αποτελεί η σχέση ανάμεσα στον τεχνητό και το φυσικό, ανάμεσα στον τεχνικό πολιτισμό και το φυσικό περιβάλλον. Η ενεργοποίηση, μέσω του σχεδιασμού, ενός ‘ενδιάμεσου' χώρου, ανάμεσα στις δύο θεωρήσεις του πολιτισμού μπορεί να αποδώσει μια δημιουργική τους συσχέτιση και καινοτόμες προσεγγίσεις στην έννοια του πολιτισμού. Ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει έναν προβληματισμό για την αρχιτεκτονική ως εξέλιξη.

2. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ 'ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ' (IN-BETWEEN)

Η γενική αίσθηση που αποκομίζουμε είναι ότι υπάρχουν σήμερα χαρακτηριστικά και διαδικασίες του χώρου, οι οποίες συμβάλλουν στην διαμόρφωση μιας εικόνας αστάθειας. Η αρχιτεκτονική κοινότητα, ως η επιστημονική κοινότητα που ενδιαφέρεται για την ερμηνεία σύγχρονων φαινομένων του χώρου και σε συνδυασμό με άλλες περιοχές γνώσης, επιδιώκει να καταγράψει το φαινόμενο αυτό, αναζητά εργαλεία ερμηνείας του και επινοεί πρακτικές προσαρμογής του σχεδιασμού στις συνθήκες αυτές. Κυρίως όμως, το φαινόμενο αυτό αποτελεί μια δημιουργική ευκαιρία για την αναθεώρηση της αρχιτεκτονικής ως μιας πρακτικής που αποβλέπει στην σταθερότητα και τη μονιμότητα.

Διαπιστώνουμε λοιπόν σήμερα ότι η γνώση για τον χώρο έχει αποχωριστεί την σταθερότητα του περιεχομένου και την βεβαιότητα του νοήματος. Ότι η παραγωγή του χώρου μπορεί να είναι και μια πολύπλοκη διαδικασία, η οποία να μην συνδέεται άμεσα με στοιχειώδεις και προφανείς προθέσεις. Επίσης, ότι η δραστηριότητα στον χώρο δεν ανταποκρίνεται απαραίτητα σε κοινωνικές πρακτικές με διάρκεια χρόνου και δεσμό τόπου.

Τίθεται έτσι ως ερευνητικό ενδιαφέρον η περίπτωση του χώρου που δεν διέπεται από σαφείς συνθήκες. Τόσο όσον αφορά τις προθέσεις που τον ορίζουν, τις δυνάμεις (κοινωνικές, θεσμικές, οικονομικές κλπ) που τον διαπερνούν, όσο ακόμη και την ίδια την ταυτότητά του. Ο χώρος παραδοσιακά ταυτίζεται με μια ολοκληρωμένη και αυτάρκη ταυτότητα, δηλαδή μια σαφή μορφή δραστηριότητας ή οποία συνδέεται με συγκεκριμένες θεσμικές δομές. Τι συμβαίνει όμως σε χώρους, όπου η ταυτότητα παραμένει ασαφής, είτε οι οποίοι μεσολαβούν μεταξύ ταυτοτήτων, χωρίς πραγματικά οι ίδιοι να διαθέτουν μια σαφή δομή; Εδώ η δραστηριότητα λαμβάνει ιδιαίτερες μορφές. Εδώ οι δομές δεν μπορούν να θεωρηθούν ακριβώς χωρικές, καθώς συγκροτούν κυρίως περιοχές μετάβασης, ανταλλαγής, αλληλοδιείσδυσης, ετεροκαθορισμού. Τέτοιες περιοχές συναντάμε συχνά τόσο σε αστικά περιβάλλοντα, σε μητροπόλεις αλλά και αστικές περιοχές μικρότερης κλίμακας, οι οποίες μεταλλάσσονται υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν νέες θεσμικές δομές (παγκοσμιοποίηση, μετά-αποικιακές θεσμικές δομές κ.α. Όσο και σε περιοχές μη-αστικές, οι οποίες δεν διαθέτουν ούτε αστικό χαρακτήρα, αλλά που ταυτόχρονα έχουν χάσει και την αγροτική τους δομή, ενώ η ταυτότητα τους ως τοπικότητες τίθεται υπό διαπραγμάτευση (πρώην αγροτικές περιοχές, περιοχές εντατικής χρήσης από υποδομές, περιοχές που ‘ξεμένουν' ανάμεσα σε αστικούς χώρους κ.α.). Στο σύνολο των περιοχών αυτών τίθενται ζητήματα συσχέτισης εννοιών που αντιτίθενται, όπως παλιό –νέο, αστικό –αγροτικό, τοπικό-αποτοπικοποιημένο. Καθώς και ζητήματα προγράμματος, χρήσης.

Μιλάμε λοιπόν για έναν χώρο, ο οποίος ‘μεσολαβεί', ο οποίος δεν διαθέτει σαφή δομή, ο οποίος συνδέει, αλλά ταυτόχρονα χωρίς να προεξοφλεί την σταθερότητα των συνδεόμενων μερών. Πρόκειται για έναν χώρο που μεταβάλλεται, που εξελίσσεται, με τον ίδιο τρόπο που εξελίσσεται η δομή των οργανισμών, όπως μας έδειξε η θεωρία της εξέλιξης, και η σχέση τους με το περιβάλλον. Τον χώρο αυτό θα ονομάσουμε ‘ενδιάμεσο' ( in - between ) και θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά του. Ενώ στην συνέχεια θα περιοριστούμε σε μια ειδική κατηγορία ‘ενδιάμεσου' χώρου, αυτή που μεσολαβεί μεταξύ της φύσης και του τεχνικού πολιτισμού.

in - between και τα συστήματα

Το in - between λοιπόν συγκροτεί την τοπολογία, η οποία αφορά συστήματα, όπου, όπως αναφέρει ο Jose Morales : ‘οι συνθήκες δεν είναι ακριβείς, αλλά αμφίβολες, μπερδεμένες, ανεφάρμοστες, υβριδικές, αβέβαιες' 2

2 Jose Morales The Metapolis dictionary of advanced architecture (2003), Actar, Barcelona

Με ποιόν τρόπο όμως το ‘ενδιάμεσο' αφορά χώρους μπερδεμένους, με ασάφεια προθέσεων, με αμφίβολες ταυτότητες;

‘Όπως αναφέρει ο Simondon (παράθεμα της Elizabeth Grosz ): ‘Ένα ον δεν κατέχει την ενότητα στη ταυτότητά του, αυτήν της σταθερής τάξης μέσα στην οποία δεν είναι δυνατή καμιά μεταμόρφωση, αντίθετα το ον έχει μια ‘ transductive ' ενότητα, που σημαίνει ότι μπορεί να σπάσει τα ίδια του τα όρια σε σχέση με το κέντρο του' 3

3 Grosz Elizabeth : (2001) ‘Architecture from the outside. Essays on virtual and real space' , The MIT Press, Cambridge

Πρόκειται για μια ερμηνεία της έρευνας για την θεωρία της εξέλιξης, η οποία επιφυλάσσει πολύ ενδιαφέρουσες προεκτάσεις και σε ζητήματα του χώρου.

Το in - between είναι ο χώρος που προσδιορίζει αυτήν την ‘δυνητικοποίηση' της ταυτότητας, την δυνατότητα, η οποία διαρκώς απειλεί να διαρρήξει τα όρια των ταυτοτήτων που την αποτελούν:

‘Ο χώρος του in - between είναι ο τόπος για κοινωνικούς, πολιτιστικούς και φυσικούς μετασχηματισμούς: Είναι ο μόνος χώρος – ο χώρος γύρω ή ανάμεσα από ταυτότητες- όπου το γίγνεσθαι, το άνοιγμα στο μελλοντικό υπερτερεί της συντηρητικής ώθησης για να επανακτηθεί η συνοχή και η ενότητα' 4

4 Grosz Elizabeth : (2001) ‘Architecture from the outside. Essays on virtual and real space' , The MIT Press, Cambridge

Αυτή η σύγχυση, την οποία προκαλεί ένας ‘ενδιάμεσος' χώρος οφείλεται στην ανατροπή κάθε προσπάθειας ανάκλησης μιας προκατασκευασμένης ταυτότητας. Και αυτό συμβαίνει κυρίως, λόγω της δυνατότητας που προσφέρει ο χώρος αυτός για πειραματισμό των κωδίκων, για την παραγωγή καινοτόμων συσχετίσεων.

Το in - between ως χώρος, ο οποίος δεν διαθέτει ταυτότητα κατέχει, από κει και πέρα, τις ενδιάμεσες θέσεις, τα όρια και περιθώρια, σε ένα σύστημα μεταξύ χώρων με διαμορφωμένες ταυτότητες, δηλαδή σε ένα σύστημα ολοκληρωμένων κοινωνικών χώρων. Το in - between , εφόσον θέλουμε να τον θεωρήσουμε ως χώρο που ενεργοποιεί συσχετίσεις, θα πρέπει να είναι ένας χώρος, ο οποίος να διαθέτει την ικανότητα να επαναπροσδιορίζει τις ταυτότητες των υπολοίπων στοιχείων του χώρου. Αλλιώς θα είναι ένας χώρος που ‘ξεμένει' ως κενός και αναμένει δραστηριότητες, οι οποίες απλώς συμπληρώνουν το σύνολο, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία διατηρούν τις αναλλοίωτες ταυτότητες τους.

Θα πρέπει ίσως να επισημάνουμε εδώ, ότι ο ενδιάμεσος αυτός χώρος, ως προϋπόθεση μιας δημιουργικής χρήσης του χώρου, δεν ανήκει στην τάξη του ‘διάκενου' ή του ‘περιθωρίου' μεταξύ των προγραμμάτων. Ακόμη όμως περισσότερο δεν είναι από μόνος του ένα αυτόνομο πρόγραμμα, το οποίο διαθέτει την δική του διαμορφωμένη ταυτότητα. Είναι ο χώρος των ορίων των προγραμμάτων χωρίς να είναι ο ίδιος πρόγραμμα. Γίνεται, όμως, για τον λόγο αυτόν, ο χώρος, ο οποίος αφορά τις συσχετίσεις, τις αλληλοκαλύψεις, τις τομές, αναζητά την οριοθέτηση μεταξύ των προγραμμάτων. Έτσι, ένας χώρος in - between που γίνεται σχεδιαστικό ζητούμενο της αρχιτεκτονικής, μπορεί να παίξει τον ρόλο του ενδιάμεσου χώρου του ‘γίγνεσθαι' και στο επίπεδο της διαπραγμάτευσης μεταξύ φύσης – πολιτισμού και της ανεύρεσης του ορίου τους. Δηλαδή ο χώρος που διαπραγματεύεται τις διαφορετικές απαιτήσεις μεταξύ δυο διαφορετικών προγραμμάτων, συστημάτων και προσπαθεί να κατασκευάσει την θεσμική τους συσχέτιση.

Η ευεργετική δομική ασυνέχεια του προγράμματος

Ο ενδιάμεσος χώρος ( in - between ), ο χώρος της διαπραγμάτευσης και της μεταβολής, έχει και άλλο ένα χαρακτηριστικό. Αποτελεί τον χώρο, ο οποίος, όπως επισημάναμε, δεν έχει προδιαγεγραμμένη ταυτότητα, το νόημα του είναι ασαφές και ο χαρακτήρας του ατελής. Είναι για τον λόγο αυτόν απαραίτητος ως παράγοντας διαμεσολάβησης μεταξύ επιπέδων, τα οποία έχουν αδιευκρίνιστη σχέση. Συγκεκριμένα εδώ, για την σχέση που μας απασχολεί, μεταξύ τεχνητού και φυσικού, το ενδιάμεσο γίνεται ο υβριδικός αυτός χώρος που μπορεί να καθορίζει την σχέση μεταξύ ασύμπτωτων συστημάτων (για παράδειγμα του φυσικού χώρου και του κατασκευασμένου χώρου των τηλεπικοινωνιών). Ο ενδιάμεσος χώρος έτσι αποτελεί τον χώρο του δυνητικού.

Ο ‘ενδιάμεσος χώρος' μπορεί να λειτουργεί ως μια ευεργετική δομική ασυνέχεια, η οποία καθορίζει τις δομικές συσχετίσεις μεταξύ διαφορετικών προγραμμάτων. Μια περιοχή, η οποία είναι αδιευκρίνιστη δομικά μπορεί να παράγει μεταβαλλόμενες συσχετίσεις και ο συνολικός οργανισμός που δημιουργείται να είναι ασταθής και για τον λόγο αυτό διαπραγματεύσιμος. Άρα, η δομική αυτή ασυνέχεια του ‘ενδιάμεσου χώρου' μπορεί να διαμορφώνει την ασταθή σχέση μεταξύ δυο διαφορετικών συστημάτων. Αυτό θα σημαίνει ότι η σχέση αυτή δεν είναι θεμελιωμένη, αλλά τίθεται πάντα ως πρόβλημα και ως ένα ερώτημα, το οποίο μπορεί να δεχθεί διαφορετικές απαντήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό το οποίο χρησιμοποιούμε εδώ, δηλαδή το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ φυσικού και τεχνητά παραγόμενου χώρου. Το πρόβλημα της ισορροπίας μεταξύ φύσης και πολιτισμού. Ο ‘ενδιάμεσος' χώρος αποτελεί την ‘περιοχή' στην οποία ενεργοποιείται η σχέση αυτή και όπου γίνεται δυνατή η διαμόρφωση της ισορροπίας της.

Το in - between ως δομικό κενό, ασυνέχεια, διακοπή του συστήματος

Λόγω της φύσης του αυτής ως του περιθωρίου, του ορίου μεταξύ προγραμμάτων, ο όρος ‘ενδιάμεσος‘ χώρος μπορεί να περιλάβει κάθε ασυνέχεια ενός ομοιογενούς συστήματος, κάθε ασάφειά του, είτε κάθε ακαθόριστο κενό χώρο μεταξύ διαφορετικών συστημάτων. Αναπτύσσεται έτσι μια νέα διαλεκτική μεταξύ κενού-πλήρους, όχι όμως με την έννοια της απουσίας του όγκου ή του δομικού κενού που της απέδωσε το μοντέρνο. Το κενό εδώ δεν είναι το ‘υπόλοιπο', αλλά ένας παράγοντας, ο οποίος μπορεί να διαχωρίζει και να ενώνει, να επηρεάζει συσχετίσεις, να καθορίζει ταυτότητες:

'Είναι ένα ψαλίδισμα μεταξύ συμβάντων, το οποίο χρησιμεύει ως σύνδεσμος, δεδομένου ότι είναι το κενό το ίδιο που επιτρέπει την κυκλοφορία διαδρόμων, υποστηρίξεων και προσβάσεων, παράγει δίκτυα –η κανάλια- διασύνδεσης, πραγματωμένα η δυνητικά' 5

5 Manuel Gausa The Metapolis dictionary of advanced architecture (2003), Actar, Barcelona σελ .334

Επίσης το ‘ενδιάμεσο' είναι και ο χώρος, ο οποίος μπορεί να προσφέρει στις δομές διασυνδέσεις με εξωτερικούς παράγοντες, με ασύμπτωτα συστήματα και να αναπτύσσει την επικοινωνία με το διαφορετικό. Το ‘in-between' γίνεται η ‘ανοιχτή διασύνδεση' ενός συστήματος ( interface ). Ταυτόχρονα γίνεται και το ‘α-ρυθμικό' περιβάλλον της ‘όσμωσης' μεταξύ διαφορετικών και ετερογενών χώρων:

‘Κάτω από το αποσπασματικό –ανοιχτό και ασυνεχή- προσδιορισμό των τρεχουσών αστικών τοπολογιών εντοπίζεται η παρουσία του κενού. Όχι πια ως ένα υπόλοιπο –απομονωμένο ή ως εξαίρεση-το κενό είναι μάλλον ένα επιχειρησιακό υποσύστημα συνδεδεμένο με τις δυναμικές διαδικασίες της δημιουργίας και της απασχόλησης του χώρου. Τέτοια κενά έχουν διαμορφώσει εντός τους γεννήτριες διαχωρισμών, κοιλοτήτων, τομών και πιθανά ελεύθερα κανάλια κατευθύνσεων και σχέσεων. ‘Για χρόνια η αρχιτεκτονική έχει εστιάσει στο πλήρες –το κτηριακό, το ανεγειρόμενο. Σήμερα, και οι δύο όροι –κενό και πλήρες- μπορούν να συνδυαστούν σαφώς σε πιο πολύπλοκες κατασκευές σχετιζόμενες με τις θετικές- αρνητικές (κενό-πλήρες) ακολουθίες, οι οποίες κατάλληλα σχεδιασμένες σε όλες τις κλίμακες, προσφέρουν πιο ελαστικές διατάξεις ανάμεσα σε συμβάντα και μέσω του σχετικού ρόλου που διαθέτουν οι ‘ενδιάμεσοι' χώροι. […] Σε μια πιο τοπική κλίμακα, αυτός ο διαχωρισμός κενού-πλήρους, ξανά-ξεκινά, όπως σε κάθε αποσπασματικό σύστημα, ανά-συγκροτώντας παλιές και νέες δομές μέσω του α-ρυθμικού προσδιορισμού του οσμωτικού (φιλτραρισμένοι, ολισθαίνοντες, τετμημένοι ή παρεμβαλλόμενοι χώροι) ανάμεσα σε άλλους πιθανούς χώρους (ετερογενείς και διαφορετικούς) ανάπτυξης' 6

6 Manuel Gausa The Metapolis dictionary of advanced architecture (2003), Actar, Barcelona σελ .334



3. ΤΟ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ

Η Elizabeth Grosz , παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα έρευνα για την φύση και το φυσικό σε σχέση με την κουλτούρα και τον τεχνικό πολιτισμό. Μια έρευνα με πολλές προεκτάσεις σε ζητήματα χώρου.

Αναφέρεται λοιπόν η E . Grosz σε δυϊσμούς, οι οποίοι απασχολούν την αρχιτεκτονική είτε τις πολιτιστικές σπουδές. Αυτές για παράδειγμα είναι η μορφή και το περιεχόμενο, το σχέδιο και η κατασκευή, η διαχρονία και η συγχρονία, το όμοιο και το έτερο, αλλά και ο πολιτισμός και η φύση. Τα ζεύγη αυτά, όπως επισημαίνει, ιστορικά έχουν αντιμετωπιστεί, είτε ως ξεχωριστές έννοιες, είτε ως διαχωρισμένα συστήματα. Καθένα από τα συστήματα αυτά παρέχουν τα στοιχεία και τους όρους με την βοήθεια των οποίων θα ερμηνευθεί το έτερο σύστημα του ζεύγους. Για παράδειγμα, με την βοήθεια των όρων του τεχνικού πολιτισμού ερμηνεύουμε την φύση, και το αντίστροφο. Η λογική αυτή όμως δεν παραδέχεται ουσιαστικά την δυϊκή ουσία των ζευγών αυτών, με αποτέλεσμα τουλάχιστον ένα από τα στοιχεία του ζεύγους να παραμένει κυρίαρχο, το άλλο να ετεροκαθορίζεται και η μεταξύ τους σχέση να είναι είτε ανενεργή είτε μονόδρομη. Για παράδειγμα, η φύση αποτελούσε για την αρχιτεκτονική παραδοσιακά τον κυρίαρχο όρο σε σχέση με τον πολιτισμό, η αρχιτεκτονική ήταν πάντα ένα αποτέλεσμα της ερμηνείας των φυσικών νόμων. Ο σχεδιασμός ήταν μια διαδικασία, η οποία θα έπρεπε να λαμβάνει υπ' όψη τους ‘κανόνες' της φύσης και να αναπαράγει τις μορφές ή τις δομές της. Από την άλλη, για τον σύγχρονο πολιτισμό, η φύση αποτελεί πια την έννοια που ετεροκαθορίζεται, ως αυτή που ξεμένει από τον τεχνικό πολιτισμό, το ‘πολιτισμικό απόρριμμα'. Ο σχεδιασμός παράγει ‘τεχνήματα' τα οποία εντάσσονται στην φύση ως τοπίο, είτε την χρησιμοποιούν ως πόρο, την οριοθετούν ως ‘έτερο', εξωτερικό. Και πάλι η σχέση τους δεν είναι ισότιμη, καθώς εδώ η αρχιτεκτονική ‘εντάσσει', οριοθετεί, εκμεταλλεύεται και εν τέλει κυριαρχεί. - Έτσι, όπως έχει καθιερωθεί η σχέση της φύσης με τον τεχνικό πολιτισμό μοιάζει η πρώτη να αντιμετωπίζεται ως το κενό, αυτό που παρεμβάλλεται μεταξύ των πολιτισμικών τεχνημάτων. Η φύση γίνεται η ίδια ο ‘ενδιάμεσος χώρος' μεταξύ οροθετημένων πολιτισμικών πλαισίων.

Αντίθετα με την λογική αυτή η E . Grosz επισημαίνει μια άλλη λογική αντιμετώπισης της φύσης. Ως μια παραγωγική και εξελικτική διαδικασία, όπως έχει προβληθεί μέσα από το έργο του Δαρβίνου, του Νίτσε, του Ντελέζ, ως ‘δυναμική, ως παραγωγή […] ως ένα διαρκές άνοιγμα στο απρόβλεπτο'' 7

7 Grosz Elizabeth : (2001) ‘Architecture from the outside. Essays on virtual and real space' , The MIT Press, Cambridge σελ .99

Προβάλλεται έτσι μέσα από την θεώρηση αυτή η φύση όχι ως πηγή ή πόρος, ούτε καν ως τροφοδότης του πολιτισμού και πηγή ενέργειάς του. Εδώ η φύση θεωρείται ως παράγοντας του ‘γίγνεσθαι' και της εξέλιξης, είτε ακόμη και ως παράγοντας που αποσταθεροποιεί και μεταβάλλει. Η σημασία όμως της πρότασης αυτής δεν είναι να υποπέσουμε και πάλι στην θεώρηση της φύσης ως κυρίαρχου παράγοντα, που θα καθορίζει από μόνη της τους κανόνες του σχεδιασμού και θα εξορκίζει την επέμβαση του. Αντίθετα μας ενδιαφέρει η προσέγγιση της σχέσης αυτής ως ζεύγους δυνάμεων. Μια δυϊκή σχέση, όπως την περιγράφει η E . Grosz , όπου τα δυο μέρη του ζεύγους συμμετέχουν εξίσου στην διαδικασία μετασχηματισμού.

Πώς μπαίνει το φυσικό στο τεχνητό

‘Η αρχιτεκτονική συγκροτεί ένα ‘ interface ' ανάμεσα στο πολιτισμικό και το φυσικό: ο ρόλος της –μεταξύ άλλων- είναι η διαπραγμάτευση μεταξύ ενός φυσικού που προβάλλεται ως αντίσταση και ενός πολιτισμικού που αντιπροσωπεύεται ως όριο. Εν συντομία, η αρχιτεκτονική οφείλει να διαπραγματεύεται ανάμεσα, από την μια μεριά, στην κατανόηση και την αναδιαμόρφωση του τοπίου, την οργάνωση και κατασκευή των οικοδομικών υλικών, την ανάπτυξη ενός σχεδιασμού που αναγνωρίζει είτε θέτει ερωτήματα σχετικά με αυτούς τους ‘πόρους', και από την άλλη μεριά τις πολιτισμικές και οικονομικές απαιτήσεις, οι οποίες καθορίζουν και κατοικούν τις αρχιτεκτονικές κατασκευές' 8
8 Grosz Elizabeth : (2001) ‘Architecture from the outside. Essays on virtual and real space' , The MIT Press, Cambridge σελ .99

Προβάλλεται μέσα από την θέση αυτή λοιπόν η αρχιτεκτονική ως μια διαδικασία που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την διαμεσολάβηση μεταξύ των δύο παραγόντων, μια πρακτική που κατασκευάζει τον ίδιο τον ‘ενδιάμεσο' χώρο.

Η αρχιτεκτονική έτσι μπορεί να θεωρηθεί με δύο τρόπους: Είτε ως μια πρακτική που κατασκευάζει τα τεχνήματα, το σύνολο των οποίων συγκροτεί τον τεχνικό μας πολιτισμό και εκμεταλλεύεται την φύση ως πεδίο, ως υπόβαθρο, ως δοχείο ή πόρος για την πραγματοποίηση των τεχνημάτων αυτών. Είτε ως μια πρακτική που κατασκευάζει τις προϋποθέσεις για την ισότιμη προσέγγιση των δυο παραγόντων (φύση-πολιτισμός) και την ενεργοποίηση της αμοιβαίας επίδρασης μεταξύ των δύο. Η αρχιτεκτονική τότε αποτελεί μια διαδικασία που ενεργοποιεί μια ακολουθία ατέρμονων μετασχηματισμών.

Έτσι λοιπόν μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά χαρακτηριστικών που συγκροτεί την αρχιτεκτονική αυτή, παράγοντες που την επηρεάζουν και τις συνθήκες που δημιουργεί: Η συμμετοχή της φύσης μπαίνει υπό διαφορετικές συνθήκες από αυτές που επιβάλλει η αντιμετώπισή της ως ‘πόρος'. Έχουμε έτσι την συμμετοχή της ‘ευεργετικής αποσταθεροποίησης' που προκαλεί η φύση στον σχεδιασμό. Στα ‘υλικά' που χρησιμοποιεί ο σχεδιασμός μπαίνουν ο φυσικός χρόνος, οι εποχές, οι ιδιαιτερότητες των περιβαλλοντικών συνθηκών κα. Δημιουργείται έτσι μια σχέση που βρίσκεται διαρκώς σε ‘γέννηση', δεν αποκτά σταθερές παραμέτρους και καταστατικές συσχετίσεις. Η φύση μπαίνει ως ενεργό στοιχείο του σχεδιασμού. Το φυσικό εντάσσεται στο τεχνητό, όχι ως ένα περιχαρακωμένο-οριοθετημένο κενό, είτε ως ένα ελεγχόμενο κομμάτι του συστήματος. Αλλά ως ένας παράγοντας που συμμετέχει στο σύστημα ως ανεξέλεγκτος και που το επηρεάζει. Προκύπτει έτσι και η ‘δυνητικοποίηση' του αποτελέσματος. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει νέα συντακτικά στοιχεία και αποδίδει νέα απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Ρόλος του σχεδιασμού εδώ είναι η κατασκευή υβριδίων τεχνητού-φυσικού. Η συσχέτιση των δύο αποδίδει την δυνατότητα μετάλλαξης τους και εξέλιξης και των δύο. Και τα δύο βρίσκονται σε μια κατάσταση αλληλοεξαρτώμενης παραγωγής.

Αλλάζει εν τέλει και η αρχιτεκτονική ως πρακτική καθώς και η θεώρηση της ίδιας της παιδαγωγικής της αρχιτεκτονικής. Ο τρόπος που προσεγγίζεται η γνώση. Η αρχιτεκτονική υπ αυτούς τους όρους δεν είναι η αισθητική παρέμβαση στην φύση (έστω με στοιχεία ‘σεβασμού', ‘ένταξης' στο φυσικό περιβάλλον). Αρχιτεκτονική γίνεται η πρακτική σχεδιασμού των υποδομών οι οποίες θα καταστήσουν δυνατή την ενεργό συμμετοχή του φυσικού παράγοντα στην παραγωγή του τεχνητού περιβάλλοντος. Ο ρόλος της αρχιτεκτονικής είναι ο σχεδιασμός των συνθηκών υπό τις οποίες φύση και πολιτισμός θα εισέλθουν σε μια εξελικτική διαδικασία αλληλεπίδρασης.



4. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ 'ΠΕΔΙΩΝ' ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


Θα προχωρήσουμε στο σημείο αυτό στο δεύτερο μέρος της μελέτης που είναι η διερεύνηση του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ φύσης και τεχνικού πολιτισμού μέσω της πρακτικής. Παράδειγμα αποτελεί η πρόταση για τον διαγωνισμό ‘Ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας και του Περιβάλλοντος Χώρου' (Απρίλης 2005, ομάδα: Χριστιάνα Ιωάννου, Κατερίνα Λώλου, Χρίστος Παπαστεργίου, Έπαινος). Εδώ δεν θα ασχοληθούμε με όλη την έκταση του θέματος, αλλά μόνο με ένα κομμάτι της που μας ενδιαφέρει στα πλαίσια της παρουσίασης αυτής και αφορά την συσχέτιση, μέσω του σχεδιασμού, της παρέμβασης ως πολιτιστικό ‘τέχνημα' και των παραγόντων που θέτουν τα ίδια τα φυσικά στοιχεία.

Στη συνέχεια, ο σχεδιασμός συγκροτεί τα ‘πεδία' όπου θα γίνεται δυνατή η αλληλεπίδραση των παραπάνω παραγόντων. Στην ουσία πρόκειται για πεδία πειραματισμού πάνω στην συσχέτιση φυσικών και τεχνητών υλικών με την παρέμβαση σχεδιαστικών ‘τεχνημάτων' (διατάξεων, ρυθμών, επαναλήψεων). Στα πεδία αυτά και μέσω του σχεδιασμού επιχειρείται η εισαγωγή του ενός στο άλλο (φυσικό- τεχνητό), η δημιουργία των συνθηκών για την αλληλεπίδρασή τους. Με τον τρόπο αυτό αναζητείται ο τρόπο που, ο σχεδιασμός πια, θα επιτύχει τις συνθήκες για την ‘δυνητικοποίηση' του τελικού αποτελέσματος.

Έτσι η αρχιτεκτονική εξελίσσεται ως ένας ζωντανός οργανισμός, που μεταβάλλεται σύμφωνα με δύο παραμέτρους: τόσο την ίδια την εσωτερική δομή του φυσικού, όσο και την δομή του προγράμματος, της ανθρώπινης δραστηριότητας, εν τέλει του πολιτισμού. Φυσικό και πολιτιστικό δεν υπάρχουν ως παράγοντες αυτάρκεις. Επηρεάζουν το ένα την δομή του άλλου και διαπραγματεύονται διαρκώς την σχέση τους, τα όρια τους, αναζητούν τον τρόπο να συνυπάρχουν. Το αποτέλεσμα είναι ο συνδυασμός της αλληλεπίδρασης τόσο της εναλλαγής του φυσικού στοιχείου, όσο και της μεταβολής της ανθρώπινης δραστηριότητας στον χώρο. Και οι δυο παράγοντες (φύση και ανθρώπινη δραστηριότητα) είναι παράγοντες αστάθμητοι και απρόβλεπτοι. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η δυνητικοποίηση (η απεριόριστη ερμηνεία και τρόπος χρήσης) της επέμβασης στον χώρο.

Όπως φαίνεται από το διπλανό διάγραμμα των υλικών, τα φυσικά στοιχεία μαζί με αυτά που παράγονται τεχνητά, έχουν τοποθετηθεί σε μια ‘λίστα' ( index ). Στην πρώτη αυτή φάση της πρότασης καθορίζονται τα υλικά που θα αποτελέσουν παράγοντες του σχεδιασμού και που θα τεθούν σε αλληλεπίδραση.



Share |
 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2024. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital