ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Η Αρχιτεκτονική του Νεοελληνικού Θεάτρου (1720 - 1940)

26 Ιούλιος, 2006

Η Αρχιτεκτονική του Νεοελληνικού Θεάτρου (1720 - 1940)

Οι χώροι όπου λειτούργησε το νεοελληνικό θέατρο είναι ένα από τα παραμελημένα θέματα της αρχιτεκτονικής και της θεατρικής μας ιστοριογραφίας...

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ - βιογραφικό

Πρώτο καθήκον τον ιστορικού είναι να αναζητεί την αλήθεια με πείσμονα επιμονή. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ο λαός που μελετάει και γνωρίζει την ιστορία του κρίνει σχεδόν πάντα ασφαλέστερα και ορθότερα και για το παρόν και για τους όρους της προόδου τον και για το μέλλον. F. GUIZOT

--------------------------------------------------------------------------------

Οι χώροι όπου λειτούργησε το νεοελληνικό θέατρο είναι ένα από τα παραμελημένα θέματα της αρχιτεκτονικής και της θεατρικής μας ιστοριογραφίας. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν τα λίγα μνημειώδη και επώνυμα αρχιτεκτονήματα που χτίστηκαν ανάμεσα στο 1720 και την τέταρτη δεκαετία τον αιώνα μας. Το πρώτο από αυτά ήταν το Θέατρο τον Αγίου Ιακώβου της Κέρκυρας (1720) και το τελευταίο το μέγαρο θεαμάτων Ρεξ - Κοτοπούλη - Σινεάκ (1937).

Το Θέατρο του Αγίου Ιακώβου (1720), μετά την αταίριαστη προσθήκη της πτέρυγας του 1831, η οποία έγινε με σχέδια και επίβλεψη του αρχιτέκτονα Ιωάννη Χρόνη. (Επιζωγραφισμένη λιθογραφία) - Κέρκυρα

Προϊόντα της νεοελληνικής αστικής τάξης και των δυτικοθρεμμένων αρχιτεκτόνων, που την υπηρέτησαν, τα μνημειώδη ελληνικά θέατρα υπήρξαν αναποτελεσματικό μέσο για τον εξευρωπαϊσμό της εγχώριας θεατρικής ζωής. Η προσέγγιση των επώνυμων αυτών αρχιτεκτονημάτων δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Ορισμένα θέατρα ιστορικής μορφολογίας έχουν ήδη απασχολήσει την επιστημονική έρευνα, ενώ για τα υπόλοιπα, ακόμη και αν τα ίδια δεν σώζονται, υπάρχουν επαρκή τεκμήρια για συστηματική μελέτη τους. Όμως, το στεγαστικό πρόβλημα του «φτωχού» επαγγελματικού μας θεάτρου δεν λύθηκε, ούτε μπορούσε να λυθεί, με κτίρια ευρωπαϊκού τύπου. Λύθηκε με τα ιδιότυπα υπαίθρια θέατρα τα οποία υπήρξαν το κυρίαρχο είδος θεατρικού χώρου από τη δεκαετία του 1870 μέχρι το τέλος της δεκαετίας τον 1920. Προϊόντα της ανώνυμης συνήθως αρχιτεκτονικής και πιο σπάνια της επώνυμης, οι θεατρικές «μάντρες» υπηρέτησαν το νεοελληνικό θέατρο –λαϊκό και «αστικό»- στην περίοδο της μεγάλης τον κοινωνικής λειτουργικότητας τότε δηλαδή που ήταν ένα μέσο συλλογικής ψυχαγωγίας.



Κέρκυρα: Η τελική μορφή του Δημοτικού Θεάτρου (1903), νεοαναγεννησιακής τεχνοτροπίας.


Η γένεση, η αλληλεπίδραση και η εξελικτική πορεία των δύο αυτών αρχιτεκτονικών τύπων, από τις παραμονές της ελληνικής επανάστασης έως το 1940, αποτελούν το θέμα της μελέτης μου. Πιο συγκεκριμένα, με αφετηρία τα θέατρα της Επτανήσου και κατάληξη τους θεατρικούς χώρους της δεκαετίας τον 1930, επιχειρείται η ερμηνεία της τροχιάς που διέγραψαν τόσο η επώνυμη όσο και η ανώνυμη αρχιτεκτονική του νεοελληνικού θεάτρου. Πρόθεσή μου είναι να δείξω όχι μόνο ποια ήταν αυτή η αρχιτεκτονική αλλά και το γιατί.

Έτσι χρειάστηκε να αναφερθώ σύντομα στους εξωγενείς και ενδογενείς διαμορφωτικούς της παράγοντες, στην παγκόσμια και ελληνική ιστορία, στα κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα και στη θεατρική ζωή της περιόδου 1800-1940. Για να φανεί η σχέση της νεοελληνικής θεατρικής αρχιτεκτονικής με τη δυτική, σκιαγραφούνται οι διαφορετικές τους παραδόσεις. Γίνεται ακόμη μια σύντομη αναδρομή στα εκατόν σαράντα αυτά χρόνια της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής του θεάτρου. Σκοπός της πολύπλευρης και συγκριτικής αυτής θεώρησης είναι να φωτίσει τις βασικές όψεις του νεοελληνικού θεατρικού χώρου: την πολιτιστική, την κοινωνική, τη μορφολογική και την κατασκευαστική. Στη συνέχεια θα αξιολογηθούν οι επιλογές και τα πεπραγμένα των αρχιτεκτόνων του νεοελληνικού θεάτρου, ώστε να φανούν οι σημερινές προοπτικές τους.

Η μέθοδος για τη διαπραγμάτευση τον θέματός μου υπήρξε αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους: Ο πρώτος ήταν η έλλειψη μιας δικής μας παράδοσης αρχιτεκτονικής ιστοριογραφίας που να θεμελιώνεται σε συγκριτικές μελέτες και πολύπλευρες θεωρήσεις των νεοελληνικών αρχιτεκτονικών θεμάτων.



Ζάκυνθος: Φωτογραφία του Δημοτικού Θεάτρου «Φώσκολος», γύρω στο 1915

Αξιόλογες ιστοριογραφικές παραδόσεις διαθέτουν πολλές δυτικές χώρες η Ιταλία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ κ.ά. Όμως οι διαφορετικές αφετηρίες, συνθήκες και σκοπιμότητες αυτών των παραδόσεων, έκαναν τις μεθόδους τους δύσχρηστες ή ακατάλληλες για τις ανάγκες της μελέτης μου. Η προσέγγισή μου οφείλει βέβαια πολλά στις μεθόδους των θεμελιωτών της δυτικής αρχιτεκτονικής ιστοριογραφίας. Και αυτές είναι οι πολιτιστικές προσεγγίσεις των J.J. Winckelmann (1717-1768) και J. Burckhardt (1818-1897), οι διαφορετικές λειτουργικές μέθοδοι των F. Milizia (1725- 1798), G. Semper (1803-1879) και Ε. Viollet-le-Duc (1817-1879), η ορθολογιστική γαλλική παράδοση την οποία θεμελίωσαν οι J.N.L. Durand (1760-1834) και Α. Choisy, η συγκριτική μορφολογική μέθοδος του Η. Wolfflin (1864-1955), η εγελιανή διαλεκτική, η μαρξιστική προσέγγιση του Α. Hauser (1892-1978) και οι νεότερες συνθετικές ή ιστορικοκριτικές προσεγγίσεις των Sir Β. Fletcher, Sir Ν. Pevsner, J. RussellHitchcock, D. Watkin, Μ. Tafuri, κ.ά. Εξίσου μεγάλη είναι η οφειλή μου στους θεμελιωτές των ωριμότερων κλάδων της νεοελληνικής ιστοριογραφίας και επιστήμης, οι οποίοι έχουν αντικείμενα συγγενή με την αρχιτεκτονική του θεάτρου και με το πλαίσιο της. Πρόκειται για την ιστορία και την κριτική του νεοελληνικού θεάτρου, τις ιστορίες της ελληνικής τέχνης, αρχιτεκτονικής, παιδείας και ιδεών και την επιστήμη της αρχαιολογίας. Αυτές με βοήθησαν να προσεγγίσω το θέμα μου με τρόπο ελληνικό.



E. Ziller: Πρωτότυπο σχέδιο του Δημοτικού Θεάτρου της Πάτρας, φιλοτεχνημένο τον Φεβρουάριο του 1871.

Η έρευνά μου έδωσε το ίδιο βάρος στα πραγματικά γεγονότα και στον κόσμο των ιδεών. Γι αυτό και διάλεξε γνωστικά μέσα που χρησιμοποιούν τόσο οι πραγματολογικές έρευνες όσο και οι λογοκρατούμενες. Η προσέγγιση δηλαδή της αρχιτεκτονικής τoυ νεοελληνικού θεάτρου βασίστηκε στην επεξεργασία αρχειακού και βιβλιογραφικού υλικού, σε πρόσφορες έννοιες και ιδέες, στη συστηματική μελέτη σχεδίων, στην αυτοψία και αποτύπωση θεατρικών κτιρίων και στο διάλογο με τους δημιουργούς ή τους χρήστες αυτών των κτιρίων.

E. Ziller: Από τα σχέδια ημιτελικής λύσης Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών (1886-1887), τομή κατά πλάτος.

Η περιγραφή, η ερμηνεία και η αξιολόγηση των νεοελληνικών θεάτρων στηρίχτηκε σε μια επίσης περιεκτική αντίληψη για τις κινητήριες δυνάμεις της αρχιτεκτονικής ιστορίας. Οι δυνάμεις αυτές είναι υλικές, πνευματικές, ηθικές και αισθητικές και εκφραστές τους τα άτομα, οι κοινωνικές τάξεις, οι λαοί και οι εποχές.Κάθε αρχιτεκτόνημα αποτελεί το σύνθετο προϊόν της αλληλεπίδρασης όλων αυτών των παραγόντων, οι οποίοι όμως δεν έχουν πάντα την ίδια βαρύτητα.

Αν λ.χ. οι εποχές και τα άτομα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην επώνυμη αρχιτεκτονική δημιουργία, δεν συμβαίνει το ίδιο με την ανώνυμη αρχιτεκτονική παραγωγή που είναι περισσότερο συλλογικό προϊόν ενός λαού ή μιας κοινωνίας. Συμμερίζομαι, πάντως, την άποψη ότι οι πνευματικές και ηθικές δυνάμεις αποτελούν τη μία και βασικότερη συνιστώσα της γνήσιας ελληνικής αρχιτεκτονικής, ενώ οι υλικές και αισθητικές την άλλη. Και πιστεύω ότι οι αξίες, οι ιδέες και οι κτιριακοί τύποι της κάθε αρχιτεκτονικής παράδοσης, είναι πολύ ουσιαστικότερα γνωρίσματά της από ό,τι οι εποχικές τεχνικές και μορφές της.

Η μελέτη μου χωρίζεται σε τρία μέρη, που τo καθένα τους ανταποκρίνεται σε μιαν ιστορική ενότητα. Τα κεφάλαια των τριών μερών αποτελούν θεματικές ενότητες οι οποίες συχνά καθορίζονται με γεωγραφικά κριτήρια. Θέμα τoυ πρώτου μέρους είναι το ελληνικό θέατρο και η αρχιτεκτονική τον πριν από τo Εικοσιένα. Ύστερα από το εισαγωγικό κεφάλαιο των γενικών παρατηρήσεων και σκέψεων για την ελληνική θεατρική παράδοση, γίνεται σύντομη αναδρομή στα τρία διερευνημένα κεφάλαια του προεπαναστατικού μας θεάτρου. Πρόκειται για το θέατρο της Κρήτης, της Επτανήσον και του νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Σκοπός του δεύτερου μέρους είναι να ερμηνεύσει την πορεία της αρχιτεκτονικής του θεάτρου μας κατά τov 19ο αιώνα. Στα δύο εισαγωγικά κεφάλαια αυτού του μέρους σκιαγραφούνται, ύστερα από μια κριτική σύνθεση, οι εξωγενείς και ενδογενείς διαμορφωτικοί παράγοντες των νεοελληνικών θεάτρων.

E. Ziller: Μία από τις τελικές όψεις (πρόσοψη) του Δημοτικού Θεάτρου της Αθήνας (1887)

Πρώτα γίνεται σύντομη αναφορά στην παγκόσμια και ελληνική ιστορία της περιόδου, στα πνευματικά και καλλιτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης και στην ελληνική πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση. Ύστερα σκιαγραφούνται κριτικά η ευρωπαϊκή και η ελληνική θεατρική ζωή, οι οποίες παρουσιάζουν πρωτοφανή ευημερία και ποικιλία. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται λόγος για τις παραδόσεις και τις εξελίξεις της θεατρικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη τον l9ον αιώνα, οι οποίες άσκησαν κάποια επίδραση στον τόπο μας. Η αρχιτεκτονική του ελληνικού θεάτρου κατά τον 19ο αιώνα προσεγγίζεται συστηματικά στα επόμενα κεφάλαια του δεύτερου μέρους, σε τρεις ενότητες. Θέμα του τέταρτου κεφαλαίου είναι τα βασικά θέατρα της Επτανήσου. Το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται σε αξιόλογα θέατρα τριών νέων ελληνικών πόλεων -της Ερμούπολης, της Πάτρας και τον Βόλου -, ενώ στο έκτο κεφάλαιο εξετάζονται τα βασικά θέατρα του λεκανοπεδίου της Αττικής, δηλαδή της Αθήνας, τον Πειραιά και του Νέου Φαλήρου. Η προσέγγιση αυτή γίνεται ύστερα από σύντομη αναδρομή στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον των ελληνικών αυτών θεάτρων.

Αθήνα: Η γαλλικού τύπου αίθουσα των Ολυμπίων- Εθνική Λυρική Σκηνή
μετά την ανακαίνιση του 1942-1943 από τον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρι και πριν από την ανακατασκευή του 1955-1957.

Το τρίτο μέρος της μελέτης μου έχει ανάλογη διάρθρωση με εκείνη του δεύτερου μέρους. Σκοπός του είναι να παρουσιάσει κριτικά τις τάσεις της επώνυμης και της ανώνυμης αρχιτεκτονικής του ελληνικού θεάτρου κατά την περίοδο 1900-1940. Και εδώ τα δυο πρώτα κεφάλαια είναι εισαγωγικά. Προηγείται η αναφορά στην παγκόσμια και ελληνική ιστορία αυτών των χρόνων, στα πνευματικά, καλλιτεχνικά και αρχιτεκτονικά ρεύματα της Ευρώπης και στην πορεία των γραμμάτων, των τεχνών και της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Ύστερα σκιαγραφούνται η ευρωπαϊκή και η ελληνική θεατρική ζωή της περιόδου 1900-1940. Ακολουθεί η κριτική επισκόπηση των εξελίξεων και των πειραματισμών της αρχιτεκτονικής του ευρωπαϊκού θεάτρου.

Η αρχιτεκτονική του ελληνικού θεάτρου στα σαράντα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα εξετάζεται αμέσως μετά σε δυο βασικές ενότητες. Θέμα της πρώτης ενότητας είναι τα υπαίθρια θέατρα των περιόδων 1900-1922 και 1923-1940. Τα χειμερινά θέατρα των ίδιων περιόδων προσεγγίζονται στη δεύτερη ενότητα.

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ
(από τον πρόλογο της έκδοσης)


πηγή: http://www.costopoulosfoundation.org

Share |
 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2019. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by GREED PROMO