ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

13 Φεβρουάριος, 2019

Μια εκτρωματική προσθήκη στο Βενετσιάνικο αρχιτεκτονικό πάνθεον ή όχι;

Παλιά, αλλά και τώρα, ο πιο σύντομος δρόμος για να φτάσεις στο Τολεντίνι, την κύρια έδρα της αρχιτεκτονικής στην Βενετία, ήταν, αφού φτάσεις στην Piazzale Roma -την απόληξη της γέφυρας που ενώνει την ιστορική πόλη με την ηπειρωτική Ιταλία- να διασχίσεις τον κήπο Papadopoli, να στρίψεις αμέσως αριστερά και πριν ξεκινήσει το Calle dei Amai που οδηγούσε μετά από μια μακρινή διαδρομή στην πλατεία του Αγ.Μάρκου να δεις στο δεξί σου χέρι την υπέροχη τσιμεντένια εξώπορτα του Carlo Scarpa, αξέχαστο και εμβληματικό αρχιτεκτονικό σύμβολο της σχολής η οποία και σηματοδοτούσε την είσοδο.

Πιο πριν, ένα σαφώς ταπεινότερο τοπόσημο αποτυπωνόταν στη θύμηση -και όχι τόσο στο θυμικό- λόγω της τοπογραφίας της περιοχής η οποία τότε δεν διέθετε το γεφύρι του Καλατράβα ενώ το πλάτωμα απ' όπου ξεκινούσαν ή κατέληγαν τα λεωφορεία δεν πλαισιωνόταν από κανένα κτήριο ή σχεδόν κανένα καθώς το πολυεπίπεδο υπέργειο κοινοτικό παρκινγκ το είχες πάντα πλάτη και άρα ήταν σαν να μην υπήρχε.

Ήταν το ξενοδοχείο της Santa Chiara, ένα κτίσμα του 17ου αιώνα, μέρος ενός πρώην μοναστηριού καλογριών που έστεκε μόνο του στη βορειανατολική πλευρά και διακριτικά σου 'έκλεβε' το βλέμμα για να ξεχαστεί μετά από τον καταιγισμό σημαντικών αρχιτεκτονημάτων που απαντούσες στο διάβα σου.

Αυτές τις μέρες το εν λόγω ξενοδοχείο επανήλθε στο προσκήνιο με την αποκάλυψη της νέας του προσθήκης η οποία έπειτα από 3 χρόνια εργασιών ξαφνιάζει για το αισθητικό της αποτέλεσμα. Ένας λευκός κύβος που φιλοξενεί 19 δωμάτια συμπράττει με το υπάρχον σε ένα αντιφατικό αποτέλεσμα. Ο ώριμος αναγεννησιανισμός συγκρούεται ή μάλλον διακόπτεται από έναν νεομοντέρνο πουρισμό έκπτωτο από τις αρχικές βλέψεις των δημιουργών καθώς οι Antonio Gatto, Maurizio Varatta και Dario Lugato δεν κατάφεραν να πείσουν τους επιθεωρητές του δήμου για την αναγκαιότητα των ιριδιζόντων πλακιδίων από γυαλί Murano που θα επικάλυπταν όλη την όψη και τα οποία εν τέλει εκλείπουν.

Το λευκό μάρμαρο που απομένει δεν συνδιαλέγεται με το υπόλοιπο κτίσμα. Αντιθέτως συμπράττει στο σύνολο που δημιουργούν η γέφυρα του Καλατράβα, το απρόσωπο εκδοτήριο εισιτηρίων στην ίδια πλευρά και το κοινοτικό ρασιοναλιστικό παρκινγκ (1933) τονίζοντας την απειλούμενη(;) αλλαγή/ανάγκη που επικρέμεται του αρχιτεκτονικού πλούτου της Βενετίας: της ανάγκης για νέες κατασκευές όχι τόσο για την ναρκισσιστική ικανοποίηση του δημιουργού όσο για την επιθυμητή ανανέωση της καταναλωτικής δυναμικής της πόλης στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Μια επιθυμία που η πόλη είχε αρνηθεί σε ονόματα όπως Le Corbusier και Frank Loyd Wright.

Η επέκταση της Santa Chiara πληροί όλες τις τυπικές υποχρεώσεις. Και ως προς τους άξονες φυγής και ως προς την στερεομετρία των μορφών και ως προς την χωροθέτηση στο οικόπεδο και ως προς την λειτουργικότητα και ως προς την συνθετική της αποτελεσματικότητα. Δεν πληροί όμως το αισθητικό κριτήριο εκείνων που επιζητούν μια συντονία με το υπάρχον ή έστω μια αποδεκτή δυσαρμονία/διαφωνία που θα προκαλούσε το εξαίρετο. Υπό αυτή την έννοια, ο «άσπρος κύβος» παγιδεύεται στα θολά νερά της μετριότητας και του αδιάφορου, εκείνα που αντανακλούν την αδιαφορία για το genius loci και αναδεικνύουν μονάχα τις λειτουργικές ανάγκες του εργοδότη.

Εντάξει, κάποιοι θα πουν και θα έχουν δίκιο, ότι το κτήριο αυτό θα μείνει στην βενετσιάνικη ιστορία. Όχι για την ασχήμια του αλλά για το γεγονός ότι είναι το μόνο με υπόγειο χώρο στάθμευσης που χωρά 16 αυτοκίνητα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι θα το θυμόμαστε και μετά από την πρώτη ματιά.

 

 

του Νικόλα Μιτζάλη
10/8/2015

Φώτο: https://winckelmann.wordpress.com/2015/08/08/santa-chiara-aiutaci-tu

84