ΝΕΑ

22 Απρίλιος, 2008

Η αρχιτεκτονική δεν έχει ημερομηνίες έναρξης και λήξης

φωτο: Η πολυβραβευμένη πολυκατοικία στο Πολύδροσο Χαλανδρίου

Αυτό είναι το απαύγασμα της σκέψης, της πρακτικής και σε τελευταία ανάλυση της στάσης ζωής του αρχιτέκτονα και πανεπιστημιακού δάσκαλου Τάσου Μπίρη, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο «Εν πτήσει» (εκδόσεις «Παπασωτηρίου»). Καταγράφει τη συνομιλία του με έναν αρχιτέκτονα της νεότερης γενιάς, τον Τάκη Κουμπή, και θα παρουσιαστεί επίσημα αύριο στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου (Πανεπιστημίου 37) στις 7 μ.μ., από τον ποιητή Μιχάλη Γκανά, τη ζωγράφο Βάσω Κυριάκη και τους Γ. Αγγελή και Γ. Παπαγιαννόπουλο, πανεπιστημιακούς της νεότερης φουρνιάς.

Είναι η τρίτη φορά που ο ξεχωριστός για το ταλέντο αλλά και τη θεωρητική συγκρότησή του δημιουργός αποπειράται να αποτυπώσει στο χαρτί τις ρηξικέλευθες απόψεις του περί Αρχιτεκτονικής, πάντα με κεφαλαίο «Α». Τη συνοδεύουν φωτογραφίες από τελευταία έργα του και σκίτσα, άλλος ένας τομέας στον οποίο διαπρέπει.

Με πατέρα τον λαμπρό καθηγητή του Πολυτεχνείου αλλά και εξέχοντα αρχιτέκτονα Κυπριανό Μπίρη, συνοδοιπόρος με τον επίσης καθηγητή αδερφό του Δημήτρη (που χάθηκε πρόωρα πριν από μερικά χρόνια), ο Τάσος Μπίρης είχε και έχει το πλεονέκτημα να επιλέγει με προσοχή τα βήματά του, να πειραματίζεται και να δρα χωρίς «εξαρτήσεις» αρνούμενος να αποδεχτεί θέσεις ή ρόλους που συνδέονται με την κάθε λογής εξουσία. Μιλάει πάντα για την ελευθερία της σκέψης, που τη θεωρεί το «οξυγόνο» της αρχιτεκτονικής, αλλά πάντα συνδεδεμένη με την αυτοπειθαρχία απέναντι στον ιδιοκτήτη του κτιρίου και το κοινωνικό σύνολο. Αλλωστε πιστεύει ότι η αρχιτεκτονική -είτε πρόκειται για δημόσιο κτίριο είτε για ιδιωτική κατασκευή- αποτελεί πάντα κοινό αγαθό με εκ γενετής δημόσια χαρακτηριστικά, στοιχείο που τη διαφοροποιεί από άλλες μορφές τέχνης, όπως η ποίηση, η γλυπτική, ο χορός και η μουσική. Δεν παραλείπει πάντως να κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στο χειροποίητο και το ...αχειροποίητο.
Ευτύχησε να έχει δάσκαλο τον Γιάννη Δεσποτόπουλο και περιγράφει στο βιβλίο τον μοναδικό τρόπο που του εμφύσησε την απέχθεια προς τις ...περικοκλάδες και τη θρησκευτική προσήλωση στις καθαρές γραμμές. Δεν κρύβει τη σταθερή προσήλωσή του προς το μοντερνισμό, μια τάση που θεμελιώθηκε με το κίνημα του Bauhauss στις δεκαετίες '20 και '30, αλλά ο ίδιος θεωρεί πως «δεν ήταν παρωδική ή συμπτωματική». Δεν κρύβει τη λύπη του για τις πολυκατοικίες του μεσοπολέμου που χάνονται.

Εχοντας στο ενεργητικό του σημαντικά κτίρια (αναψυκτήριο ΕΟΤ στη Ζέα, δικαστικό μέγαρο Λιβαδειάς, Πολυκλαδικό Λύκειο Ηλιούπολης, περίφημες πολυκατοικίες και μονοκατοικίες κ.ά.), καθώς και σημαντικές διακρίσεις σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς στους οποίους μετέχει σταθερά, έχει ξεκάθαρη άποψη για τα σύγχρονα ζητήματα. Υπογραμμίζει εύστοχα: «Η εποχή μας, μέσα στην ανασφάλειά της, φαίνεται να έχει χάσει ή να μην την ενδιαφέρει πια το μέτρο. Αναζητά την αυτοδικαίωσή της αποκλειστικά στο διαστασιολογικά μεγάλο. Το μεγάλο αυτοκίνητο, το μεγάλο κτίριο, το μεγάλο γεγονός». Αναρωτιέται όμως: «Τι γίνεται με τις άπειρες και εξίσου σημαντικές εκφάνσεις του μικρού, που απαιτούν και αυτές μέγιστη τέχνη και τεχνική ως αναπόσπαστα στοιχεία της ζωής;».

Είναι ακριβώς το περίγραμμα που τον οδηγεί να σπάσει τη σιωπή για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης και να μιλά για τη βιαιότητα που εκπέμπει. «Η στάση του, ακόμα και προς το αρχαίο μνημείο, παρ' ότι ανοίγεται προς αυτό με τεράστιες τζαμαρίες και ιδιαιτέρως προς την πόλη, είναι στάση αντιπαράθεσης» υπογραμμίζει. Και επικαλείται τη μικροκλίμακα του ελληνικού τοπίου, όπου συνυπάρχουν αρμονικά ένας πυλώνας της ΔΕΗ ή μια γυαλιστερή μοτοσικλέτα μπροστά σε ένα νησιώτικο λαϊκό σπίτι.

Ο Τάσος Μπίρης, όπως επιβεβαιώνει και το βιβλίο του, έχει εξασφαλίσει το απόλυτο πλεονέκτημα να παραμένει ανήσυχος και ανοιχτός στα καινούργια ρεύματα, ως δάσκαλος που τάσσεται σταθερά δίπλα στους νέους αλλά κυρίως ως λάτρης της «ανυπάκουης μοναχικής κίνησης προς ό,τι δεν είναι ακόμη γνωστό». Πιστεύει ότι η μάχη ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο γίνεται για το ...«πάπλωμα», αφού στην αρχιτεκτονική δεν υπάρχουν ημερομηνίες έναρξης και κυρίως λήξης. Αλλωστε δεν κρύβει το θαυμασμό του για τους αειθαλείς Rolling Stones, που συνεχίζουν τις συναυλίες τους στέλνοντας στο καλάθι των αχρήστων τα «πιστοποιητικά θανάτου» τους. *

ΧΑΡΑ ΤΖΑΝΑΒΑΡΑ

(με την ευγενική παραχώρηση της συγγραφέως)

 

0