ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

03 Ιούνιος, 2009

«Μέτρον... άχρηστον»

Αρκετοί υποστηρίζουν πως πρόκειται για τη συνέχεια ή για μια νέα έκφραση της αρχιτεκτονικής του μοντέρνου κινήματος, που ακούει στο όνομα «νεο-μοντερνισμός». Προάγεται και διαφημίζεται, μάλιστα, ως η αρχιτεκτονική εκείνη που επιλέγεται από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις για να τις εκφράσει!

Μεγάλες επιφάνειες άσπρου λείου σοβά, τεράστια και άχρηστα δοκάρια από τη μια μεριά του κτηρίου στην άλλη, δίχως να επιτελούν κανένα σκοπό, εκτεταμένη χρήση υαλοπετασμάτων και κρυστάλλων -ακόμη και ως στηθαίων μπαλκονιών- σε συνδυασμό με ανοξείδωτες διατομές απαστράπτοντος ατσαλιού, περσίδες και πέργκολες σε ακατανόητες θέσεις, ξύλινες τάβλες που χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν, είτε ως ψηλές περιφράξεις είτε ως διακοσμητικές επιφάνειες για να «σπάζουν» τη μονοτονία του λευκού σοβά, αλλά και εκτεταμένες επιφάνειες ξύλινων decks στο ύπαιθρο, συνθέτουν το λεξιλόγιο μιας «καθωσπρέπει» μίνιμαλ αρχιτεκτονικής του «λευκού». Το βράδυ μεγάλοι προβολείς φωτίζουν τις λευκές επιφάνειες του κτηρίου και το κάνουν να ξεχωρίζει και να προβάλλει μέσα στο σκοτάδι σαν υπερφωτισμένο κρουαζιερόπλοιο. Η παρουσία της πισίνας βέβαια κρίνεται άκρως επιβεβλημένη, όχι τόσο ως χώρος κολύμβησης ή άθλησης όσο ως ένδειξη πλούτου και επίδειξης. Τι αξίζει άλλωστε στις μέρες μας ένα σπίτι ή μία πολυκατοικία χωρίς πισίνα και φυσικά το γκαζόν με τους φοίνικες να την περιβάλλουν;

Η συγκεκριμένη χρήση των καλά στιλβωμένων υλικών παραπέμπει σε διακοσμήσεις καταστημάτων και σε μια επίπλαστη πολυτέλεια, ενώ στην ουσία πρόκειται για απλοϊκές και σχετικά φτηνές κατασκευές, που κοστολογούνται όμως πολύ ακριβά. Η μόδα αυτή, του «καθαρού λευκού», έχει κατακλύσει τις νεόδμητες περιοχές των προαστίων της Αθήνας και έχει ιδιαίτερη πέραση σε νεόπλουτα κυρίως στρώματα Νεοελλήνων, τα οποία θεωρούν πως μέσω αυτής ανέρχονται κοινωνικά. Γίνεται, δηλαδή, η αρχιτεκτονική γι' άλλη μια φορά το όχημα για κοινωνική προβολή και ανέλιξη. Ετσι είναι όλοι ευχαριστημένοι. Οι «πελάτες», που βλέπουν τα όνειρά τους επιτέλους να εκπληρώνονται, και φυσικά ο πονηρός εργολάβος, που πούλησε σε υπερδιπλάσια τιμή μια φτηνή κατά τ' άλλα κατασκευή.

Την αρχιτεκτονική αυτή τη βλέπουμε όχι μόνο σε μονοκατοικίες, αλλά και σε πολυκατοικίες και σε μεζονέτες που, στριμωγμένες η μία δίπλα στην άλλη, το μόνο που δεν εκφράζουν είναι το ελάχιστο, αλλά αντίθετα την πλήρη εκμετάλλευση και του τελευταίου (νόμιμου ή «παράνομου») τετραγωνικού. Εκφράζουν απλώς την υπερβολή και την έλλειψη κάθε έννοιας μέτρου. Με τον τρόπο αυτό συντελείται η πλήρης στρέβλωση! Το διαχρονικό αίτημα για απλή αρχιτεκτονική, με οικονομική και ανθεκτική στον χρόνο κατασκευή, αντιστρέφεται πλήρως, αφού πλασάρεται από τη μια δήθεν ως μινιμαλισμός και από την άλλη ως πανάκριβη κατασκευή, αλλοιώνοντας τελείως τα οράματα και τις προσπάθειες πολλών γενιών αρχιτεκτόνων στο παρελθόν. Ενώ χαρακτηρίζεται «μίνιμαλ» (προφανώς εννοούν ως αισθητικό στυλ), στην πραγματικότητα πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο, δηλαδή, το αποκορύφωμα της απληστίας και της άσκοπης σπατάλης. Τεράστιοι χώροι, με μεγάλες τζαμαρίες που παραπέμπουν σε βιτρίνες μαγαζιών, με λίγα στυλιζαρισμένα έπιπλα που τους κάνουν να φαίνονται ακόμη πιο άδειοι και ανοίκειοι. Ολα τακτοποιημένα στην εντέλεια, λες και βρίσκεσαι σε εκθεσιακό χώρο και όχι σε χώρο όπου ζουν άνθρωποι. Το ελάχιστο που απορρέει από το υστέρημα, μεταλλάχτηκε σε «μίνιμαλ» που βγαίνει από το πλεόνασμα.

Στην ουσία πρόκειται απλώς για μία ακόμη εκδοχή του μεταμοντερνισμού που αντί να μιμείται μορφές του μακρινού παρελθόντος, τώρα μιμείται (χωρίς κανένα πρόβλημα) κτήρια του μοντερνισμού, αφαιρώντας τους όμως το περιεχόμενο και κυρίως το ιδεολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο θεμελιώθηκαν. Στέκουν έτσι αυτά τα λευκά κτήρια σήμερα, ως ανούσια σκηνικά, απονευρωμένα από αυτό που ουσίωνε και δικαίωνε τα κτήρια του μοντερνισμού στον καιρό τους. Γιατί ο μεταμοντερνισμός έχει πολλά πρόσωπα και πολλές εκφάνσεις. Με περισσή ευκολία μπορεί να αλλάξει «ένδυμα» και σαν τον χαμαιλέοντα να προσαρμοστεί στο νέο κάθε φορά περιβάλλον. Υποστηρίζει με φανατισμό μια άποψη και την επόμενη στιγμή, με την ίδια θέρμη, ακριβώς την αντίθετή της. Είναι γνωστό άλλωστε, ότι για να εξουδετερώσεις την ανατρεπτική δύναμη μιας ριζοσπαστικής ιδέας και να την καταστήσεις ακίνδυνη, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι να την οικειοποιηθείς, αφαιρώντας ταυτόχρονα ό,τι πιο ουσιαστικό και καινοτόμο φέρνει μαζί της, ευτελίζοντάς τη σε τέτοιο βαθμό που στο τέλος να καταντήσει μόδα του συρμού.

Τι σχέση μπορεί να έχει, για παράδειγμα, η ρηξικέλευθη και επαναστατική για την εποχή της μικρή «κατοικία F» των Ρώσων κονστρουκτιβιστών, που σε συνθήκες απίστευτης ανέχειας σχεδίαζαν με γνώμονα την επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης στοιχειώδους καταλύματος για μεγάλα τμήματα της τότε σοβιετικής κοινωνίας, με τις σημερινές πάλλευκες, παραφουσκωμένες βίλες των βορείων προαστίων; Πώς να χωρέσουν ο σημερινός νεοπλουτισμός και η κομπορρημοσύνη μέσα σε σπίτια που εξέφραζαν έναν τελείως διαφορετικό τρόπο συλλογικής -και μερικές φορές κοινοβιακής- ζωής, και κυρίως διαφορετικά οράματα και προσδοκίες για ένα καλύτερο μέλλον; Τότε η αρχιτεκτονική τού «ελάχιστου» εξέφραζε υποχρεωτικά το απολύτως απαραίτητο και αναγκαίο. Σήμερα είναι απλώς ένα ακόμη στυλ ανάμεσα στα τόσα άλλα.

Στέκεται, λοιπόν, το «νέο» στυλ (στην πραγματικότητα όμως πολύ παλιό) δίπλα σε άλλα που μιμούνται δήθεν αριστοκρατικές επαύλεις του παρελθόντος, με υπερβολικά μπαλκόνια όλο καμπύλες και ακατανόητες στέγες, που πολλές φορές ξεπερνούν τα όρια του κιτς, αποτελώντας την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Βασικός στόχος να ξεχωρίσουν και να διαφοροποιηθούν από του γείτονα και να μοιάσουν με τα σπίτια των «επωνύμων» που παρουσιάζονται κατά κόρον στην τηλεόραση. Εχουν πλημμυρίσει τα περιοδικά στα περίπτερα με τεράστιες έγχρωμες φωτογραφίες «λευκών» σπιτιών σε πράσινο φόντο γκαζόν και γαλάζιων νερών πισίνας. Γιατί, βλέπετε, είναι απαραίτητη η διαφήμιση και η παρουσίαση του προϊόντος, όχι βέβαια τόσο σε αρχιτεκτονικές επιστημονικές εκδόσεις όσο σε περιοδικά ποικίλης ύλης, με ευρεία κυκλοφορία, και κυρίως περιοδικά μόδας και «life style»!

Υποστηρίζεται μάλιστα από ορισμένους ότι τάχατες αυτή η «απέριττη» αρχιτεκτονική του λευκού σοβά παραπέμπει σε μια σύγχρονη έκφραση της «ελληνικότητας» ή στην έντεχνη μεταγραφή του λευκού ασβεστοχρώματος των λαϊκών σπιτιών της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Το «λευκό» της μεταξικής δικτατορίας δεν λέει να μας αφήσει ήσυχους ύστερα από τόσες δεκαετίες. Η «ελληνικότητα», από τη μια, και το «διεθνές στυλ», από την άλλη, σαν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, συνεχίζουν να καταδυναστεύουν τη σύγχρονη αρχιτεκτονική στη χώρα μας και τη στοιχειώνουν να περνάει υποχρεωτικά ανάμεσά τους και να δεινοπαθεί!

Οχι, δεν αναφέρομαι στον σοβά ή στο λευκό χρώμα. Αλλωστε έχουν γίνει αριστουργήματα και με τα δύο. Στην επιτήδευση αναφέρομαι! Μετατρέψαμε την κατοικία σε καταναλωτικό προϊόν που, σαν τα εμπορεύματα στις αστραφτερές βιτρίνες, αποτελεί το άπιαστο όνειρο των καταναλωτών. Οπως τα ακριβά αυτοκίνητα ή οι επώνυμες μάρκες των ρούχων. Κι ας στριμώχνονται οι χιλιάδες συνάδελφοι στα τριτοκοσμικά πολεοδομικά γραφεία για να διεκπεραιώσουν την έκδοση της τυπικής άδειας, προσπαθώντας να κάνουν όσο πιο σωστά γίνεται τη δουλειά τους, τούτα τα σπίτια των κοσμικών Νεοελλήνων θα στέκουν πάντοτε εκεί, ως πρότυπα, να αποτελούν τα ανεκπλήρωτα μικροαστικά όνειρα και τις ματαιώσεις των εργοδοτών τους. Πώς να κάνεις αρχιτεκτονική κάτω από τέτοιες συνθήκες;

Αν θέλουμε μια αρχιτεκτονική πραγματικά ριζοσπαστική, δεν μπορεί παρά (και) αυτή να δημιουργήσει ρήγματα στην περιρρέουσα αφασία και στη νιρβάνα της εικονικής ευδαιμονίας μας, να λειτουργήσει, δηλαδή, ανατρεπτικά. Και αυτό να εκφράσει! Ή όπως έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος: «...να εκτελεσθούν όχι οικοδομικά, ή ορθολογιστικά, μα διαφορετικά τελείως έργα, εις την καρδιά του μέλλοντος, εις την καρδιά των υψηλών οροπεδίων και προπαντός μες στην καρδιά του κάθε ανθρώπου». Αντ' αυτού, καθημερινά μετράμε τις μεγάλες μας απώλειες, αυτά που χάσαμε στο παρελθόν και συνεχίζουμε να χάνουμε με αμείωτη ένταση. Στην πρωτοφανή ένδεια πολιτισμού και στο έλλειμμα κάθε έννοιας συλλογικότητας, που μοιάζουν πλέον με καταστροφική χιονοστιβάδα πάνω από τα κεφάλια μας. Εχουμε χάσει -φαίνεται- κάθε αίσθηση μέτρου στον τρόπο που ζούμε και συμπεριφερόμαστε (και στην αναπόφευκτη αντανάκλασή του στην αρχιτεκτονική), σε τέτοιο βαθμό, που καταφέραμε να μεταλλάξουμε και αυτό το αρχαίο απόφθεγμα σε: «μέτρον ...άχρηστον!»

Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ - Καθ. Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

(με την ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα)

37