ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

29 Ιούλιος, 2010

Νέο δημαρχείο Θεσσαλονίκης

Το Νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης επικυρώνει την απόλυτη κυριαρχία της μακεδονικής μεγαλόπολης στη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική.

Μετά από καθυστερήσεις, αναβολές, συζητήσεις και (συχνά υστερικές) πολεμικές, επιτέλους ολοκληρώθηκε (αν και ακόμη δεν εγκαινιάσθηκε) το αρχιτεκτονικό σύνολο που θα φιλοξενήσει το Νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης.

Επιτομή της κακοδαιμονίας (ιδιαίτερα στην καθ'ημάς Ανατολή) που υποχρεώνει την υλοποίηση μιας σχεδιαστικής μελέτης σε εξοντωτική αναμονή (στην περίπτωσή μας 22 ολόκληρα χρόνια!), το συγκρότημα έχει αναπτυχθεί βασιζόμενο -επικαιροποιώντας τες, ταυτόχρονα- στη μορφολογική σύλληψη και τη συνθετική δομή που κέρδισαν τον αντίστοιχο πανελλήνιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό το 1987.

Οι επιβαλλόμενες, λόγω των νέων συνθηκών, αλλαγές, όχι μόνο δεν αποδυνάμωσαν την πρωταρχική και νικηφόρο κεντρική ιδέα, αλλά αντιθέτως κατέστησαν την πρόταση ισχυρή και σε άμεση, διαλεκτική σχέση με τον αστικό ιστό (την ιστορία του, το φυσικό και δομημένο περιβάλλον του) στον οποίο εντάσσεται επιτυχώς. Η κυριότερη εξ αυτών (εκτός των σημαντικών ποσοτικών: χαμηλότερο ύψος, λιγότερα τετραγωνικά) αφορά τον χώρο υποδοχής κοινού, του οποίου η αρχική καμπυλόγραμμη μορφή μετατράπηκε σε τεθλασμένη, προσδίδοντας περαιτέρω δυναμικότητα στη σύνθεση.

Όμως και από τη σκοπιά, καθαρά, της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, το συγκρότημα, σε άμεση σχέση με τη συνεχώς ανανεούμενη ποιητική γραφή τού βασικού δημιουργού του, αποτελεί απτό παράδειγμα εκείνης της άποψης για την αρχιτεκτονική που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «προοδευτικό μοντερνισμό»: μια κρίσιμη και σημαντική άποψη, ιδιαίτερα μετά τη σύγχυση που προκάλεσαν οι παντός φύσεως και καιρού μεταμοντέρνοι αλλά και -προσφάτως- οι «κολλημένοι μινιμαλιστές».

Η τάση αυτή στην Ελλάδα εκπροσωπείται κυρίως (κατά τη γνώμη μου, φυσικά) από τον Τάσο Μπίρη και τη «σχολή» του, και στηρίζεται με κριτικό τρόπο στις διαχρονικές αρχές τού μοντερνισμού, τα βασικά στοιχεία του οποίου επαναπροτείνονται ανανεωμένα (εξ ου και ο όρος «προοδευτικός»), μέσω επεξεργασμένων υλικών και συνθετικά σχολιασμένων όψεων, υφολογικών στοιχείων της εποχής μας, χρωματικού πλούτου και διαφορετικής χρήσης (στη μουσική σύνθεση θα το λέγαμε ίσως: παραλλαγές στο ίδιο θέμα) βασικών μορφοπλαστικών φθόγγων. Επιτυγχάνεται, έτσι, εικονογραφικός πλούτος που αναιρεί το μεγαλύτερο έλλειμμα, για το οποίο δικαίως κατηγορήθηκε μια βασική εκδοχή του μοντερνισμού: εννοώ την εκφραστική, ειδολογική απορία του «ανώριμου» φονξιοναλισμού.

Το Νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης (αποτέλεσμα της συνεργασίας των μελετητικών γραφείων: Τάσος και Δημήτρης Μπίρης και Αθανασία Δημοπούλου, Καλλιρόη Σαΐτη, Γιώργος Σταθόπουλος, Αικατερίνη Χριστοδουλέα), οργανώνεται γύρω από έναν υπαίθριο κοινόχρηστο χώρο που, τονίζοντας τον συλλογικό χαρακτήρα ενός Δημαρχείου, ανακαλεί στη μνήμη μας αρχαία αγορά, η οποία, συνεχίζοντας κάτω από το μεσαίο, υπόστυλο κτίριο (ένα είδος broletto ιταλικής πόλης), μετατρέπεται, λόγω του «ακανόνιστου» σχήματος του χώρου, σε μεσαιωνική πλατεία.

Αποτελείται από μορφολογικά ανεξάρτητες κτιριακές μονάδες, εκ των οποίων δύο, πρισματικής μορφής ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, ορίζουν τη σχέση του με το παρακείμενο Βυζαντινό Μουσείο από τη μια, και τη λεωφόρο Β. Γεωργίου, το Πάρκο και την παραλία, από την άλλη. Αυτές συνδέονται μέσω του κεντρικού, κάθετου προς τις προηγούμενες, οικοδομικού όγκου που αποτελεί κτίριο-γέφυρα (pont-maison).

Η κεντρική εξωτερική είσοδος του Δημαρχείου τοποθετείται στη συμβολή των οδών Γ΄ Σεπτεμβρίου και Βασ. Γεωργίου. Από εδώ, μέσω της «αγοράς» και με διαγώνιο κίνηση, οδηγούμεθα στην είσοδο του χώρου υποδοχής κοινού. Πολυώροφος και καθ'ύψος ελεύθερος, ο χώρος αυτός έχει μεγάλη συνθετική, συμβολική και λειτουργική σημασία, αποτελώντας δικαίως την καρδιά τού συγκροτήματος.

Το «σπάσιμο» του όγκου του αρχιτεκτονικού συνόλου, εν αντιθέσει προς τη συνήθη μονολιθικότητα ακόμη και αριστουργημάτων του προπολεμικού μοντερνισμού, εκφράζεται και με τον πληθυντικό συνθετικό χειρισμό της διαμόρφωσης των επιμέρους αρχιτεκτονικών παρτί, που οδηγεί στη μόρφωση διαφορετικών όψεων, που ανήκουν όμως όλες ανεξαιρέτως στην ίδια υφολογική κεντρική ιδέα. Έτσι, πλην του συνεπακόλουθου μορφολογικού εμπλουτισμού του έργου,  ο διαφορετικός προορισμός των χώρων προβάλλεται στην όψη και επιτυγχάνεται η αντίληψη τρόπον τινά των επιμέρους διαφόρων λειτουργιών που συναποτελούν ένα σύγχρονο δημαρχιακό μέγαρο. Πρόκειται δηλαδή, για να επιστρέψουμε στο προαναφερθέν μουσικό παράδειγμα, για μια πλήρη συμφωνία που αποτελείται από περισσότερα του ενός μέρη.

Και όπως στη μουσική έτσι και εδώ τα μέρη αυτά ιεραρχούνται.

Το κτίριο «διαβάζει» με προσοχή τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του αστικού ιστού και συμπαρατάσσεται με την καθοριστική για τη φυσιογνωμία της πόλης τοπική αυθεντική μοντερνιστική παράδοση, επικυρώνοντας «τη δημιουργική παρουσία τού μοντέρνου κινήματος στην πόλη της Θεσσαλονίκης» (Δ.Α. Φατούρος), που συγκρότησαν έργα μεγάλης διαχρονικής αξίας, όπως το πανεπιστημιακό αστικό σύνολο των Ντίνου Παπαϊωάννου και Κώστα Φινέ και το παρακείμενο Αρχαιολογικό Μουσείο τού Πατρόκλου Καραντινού:

όλα τυπικά παραδείγματα αυτής που ο Νίκος Καλογήρου, με αφελή τρόπο, αποκαλεί υποτιμητικά «τυπική αθηναϊκή προσέγγιση», θεωρώντας τη, μάλιστα, «ίσως ξεπερασμένη, αν και αποφεύγει τους κινδύνους της επιπόλαιης αρχιτεκτονικής lifestyle». Εδώ, να σημειώσω εν παρόδω ότι θα είχε ενδιαφέρον (και ίσως μας διασκέδασε στους χαλεπούς καιρούς που βιώνουμε) να μας εξηγούσε κάποιος τη «Θεσσαλονική» προσέγγιση στον σχεδιασμό, ελπίζοντας ότι αυτή, αν υπάρχει, δεν συμπυκνώνεται στα γνωστά κτίρια-τούρτα με τα ανεκδιήγητα «νεοκλασικά» κολονάκια, τα οποία κατέκλυσαν κυριολεκτικώς τις συνοικίες της συμπρωτεύουσας. Να πω, επίσης, ότι έχω την αίσθηση πως οι αιτιάσεις που κατά καιρούς διατυπώθηκαν εναντίον αυτού του έργου (χρησιμοποιώντας επιχειρήματα εντελώς γελοία - με αποκορύφωση την κατηγορία πως κρύβει τη θάλασσα!) οφείλονται περισσότερο στην καταγωγή των δημιουργών του παρά σε υπαρκτά προβλήματα ένταξης.

Μαζί με το Αρχαιολογικό και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, το νέο συγκρότημα (μια αληθινή «πόλη μέσα στην πόλη» που θέτει τον πολίτη στο κέντρο των δραστηριοτήτων της) δημιουργεί έναν μνημειακό τριγωνισμό που παραπέμπει στο βερολινέζικο Museumsinsel και καθορίζει ένα από τα κρισιμότερα τμήματα του αστικού ιστού, ένα απαραίτητο για την πόλη «πλέγμα ερεθισμάτων και πολιτισμού» (για να θυμηθούμε εκ νέου τον Φατούρο) στην ανατολική είσοδο του ιστορικού κέντρου.

Το Νέο Δημαρχείο, λοιπόν, αποτελεί μία καθοριστική ψηφίδα του πολυσύνθετου έργου τέχνης που ακούει στο όνομα:

Θεσσαλονίκη, και μαζί με ορισμένες άλλες, πρόσφατες αρχιτεκτονικές υλοποιήσεις, όπως η άκρως ενδιαφέρουσα ανάπλαση της Νέας Παραλίας (Πρόδρομος Νικηφορίδης-Μπερνάρ Κουόμο, Α΄ Βραβείο Αρχιτεκτονικής ΕΙΑ, 2008), ενδυναμώνει τον χαρακτήρα της μακεδονικής μεγαλόπολης ως σημαντικού υπαιθρίου μουσείου, επικυρώνοντας, ταυτοχρόνως, την απόλυτη κυριαρχία της στη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική.

Κωνσταντίνος Γ. Πατέστος

92