ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

01 Αύγουστος, 2010

Νέο δημαρχείο της Θεσσαλονίκης.

Αγαπητοί Greek Architects,

Η διατύπωση διαφορετικών απόψεων για συγκεκριμένα αρχιτεκτονικά έργα εμπλουτίζει τον διάλογο και είναι απαραίτητη σε ένα χώρο όπου οι κριτικές θέσεις σπανίζουν. Ωστόσο δεν μπορεί να είναι αποδεκτή η αποσπασματική απομόνωση για λόγους εντυπωσιασμού μιας θέσης που διατυπώθηκε σε μία προσεκτική κατά την άποψή μου αποτίμηση του νέου Δημαρχείου και κυρίως η αυθαίρετη γενίκευσή της που μου αποδίδει μίαν ανύπαρκτη και ετεροχρονισμένη αρνητική εκτίμηση για το σύνολο της μοντέρνας μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής στην Θεσσαλονίκη.

Με την ευκαιρία εκτιμώ ότι είναι χρήσιμο να αναδημοσιεύσετε στον ιστότοπο την αναλυτική κριτική προσέγγιση που επιχείρησα να κάνω για το Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης, ώστε να μπορεί κανείς να σχηματίσει τη δική του άποψη για τον «αφελή τρόπο» με τον οποίο κατά την άποψη του συντάκτη των άρθρων χαρακτηρίζω «υποτιμητικά» την «τυπική αθηναϊκή προσέγγιση». Θεωρώ ουσιαστικά άδικη την κατηγορία για στενό τοπικισμό που αποδίδεται έμμεσα αλλά σαφώς σε εμένα και σε άλλους που άσκησαν κριτική για το συγκεκριμένο έργο. Εκ των πραγμάτων για λόγους γεωγραφικούς, πολιτισμικούς -και σε τελευταία ανάλυση μεγέθους και πρόσβασης στις αναθέσεις- θα ήταν πραγματικά αφελής η αμφισβήτηση της προφανούς βαρύτητας των αρχιτεκτόνων της πρωτεύουσας στον ελληνικό χώρο.

Από την άλλη πλευρά θεωρώ ότι μάλλον είναι ο Κωνσταντίνος Πατέστος εκείνος που εμφανώς υποτιμά το κοινό, εάν πιστεύει ότι οι κριτικές απόψεις για την αρχιτεκτονική του νέου Δημαρχείου που διατυπώνονται στη Θεσσαλονίκη «οφείλονται στην καταγωγή των δημιουργών των έργων» ή υπερασπίζονται τα «γνωστά κτίρια τούρτα με τα ανεκδιήγητα ‘νεοκλασικά' κολονάκια, τα οποία κυριολεκτικά κατέκλυσαν τις συνοικίες της συμπρωτεύουσας» ή χρησιμοποιούν «επιχειρήματα εντελώς γελοία - με αποκορύφωση την κατηγορία πως (το δημαρχείο) κρύβει τη θάλασσα!». Διατυπώσεις που δύσκολα συμβαδίζουν με τα προφανώς αντιφατικά συμπεράσματά του για την «απόλυτη κυριαρχία της μακεδονικής μεγαλούπολης στη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική».

Επιτρέψτε μου, με όλο το σεβασμό στις απόψεις του συναδέλφου, να διατυπώσω κι εγώ τις ενστάσεις μου για μία επιστημονική (;) κριτική η οποία καταφεύγει σε φθηνά σχεδόν «κίτρινα» επιχειρήματα όπως τα παραπάνω που ανθολογήθηκαν από ένα κείμενο δύο σελίδων.

 

Με εκτίμηση,
Νίκος Καλογήρου
καθηγητής αρχιτεκτονικού και αστικού σχεδιασμού
τμ. Αρχιτεκτόνων ΠΣ ΑΠΘ

 

Το νέο δημαρχείο της Θεσσαλονίκης και η σχέση του με την πόλη. Μια κριτική προσέγγιση

Του Νίκου Καλογήρου,
Αρχιτέκτονα, καθηγητή ΑΠΘ

(Όπως δημοσιεύτηκε στο ΘΕΣΣΑΛΟΝΙέΩΝ ΠόΛΙΣ 2010/08)

Η ολοκλήρωση του Δημαρχείου Θεσσαλονίκης 23 χρόνια από την αρχική αρχιτεκτονική μελέτη επιτρέπει μια πρώτη συνολική αποτίμηση. Η χωροθέτησή του σε κρίσιμο σημείο φυγής των ανοικτών χώρων του "ανατολικού ρήγματος" αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της νεοελληνικής εμμονής ανέγερσης σημαντικών κτιρίων χωρίς ευρύτερο αστικό σχεδιασμό. Ίσως το 1987 δεν είχε υπολογισθεί κι ούτε είχε γίνει αντικείμενο συνειδητοποίησης η επιβάρυνση από το συγκρότημα (15.300 ορατών τ.μ. και 39.960 υπογείων τ.μ. με πάρκινγκ 850 θέσεων) στο περιβάλλον διακεκριμένων έργων δημόσιας αρχιτεκτονικής, όπως το Αρχαιολογικό Μουσείο του αρχιτέκτονα Π. Καραντινού, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού του Κ. Κρόκου και βέβαια το Στρατηγείο του Β. Ποζέλι, όλα σημαντικά σημεία αναφοράς με αρμονική κλίμακα και ένταξη στο αστικό τοπίο. Στα χρόνια που μεσολάβησαν η συνειδητοποίηση της περιβαλλοντικής κρίσης οδήγησε πολλούς φορείς, ανάμεσά τους και τον ίδιο τον Δήμο, να αντιπροτείνουν την επανάχρηση ιστορικών κτιρίων για τη στέγαση του Δημαρχείου. Υπαρκτές, αλλά όχι αξεπέραστες δυσκολίες, επανέφεραν ετεροχρονισμένα την πρόταση, σε μία περίοδο που όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη ανοικτών χώρων πρασίνου στην περιοχή με αποκέντρωση της Έκθεσης και του Γ' Σ.Σ. 

Αναπόφευκτα, όταν ξεκίνησε η υλοποίηση, το κτίριο ως έργο δημόσιας αρχιτεκτονικής δέχθηκε αρνητικές κριτικές για την ανέγερσή του σε «ακατάλληλη» θέση, χωρίς «διάλογο» με το περιβάλλον. Πολλά σχόλια επικεντρώθηκαν στη σχέση με τα ηπιότερα γειτονικά μουσεία Βυζαντινού Πολιτισμού και το Αρχαιολογικό που υποβαθμίζονται από την παρουσία του Δημαρχείου, κάτι αναπόφευκτο και όχι αποκλειστικά αποτέλεσμα των χειρισμών των αρχιτεκτόνων. Παρ' όλ' αυτά, η πραγματοποίηση της ανέγερσής του σηματοδοτεί για την πόλη μια ιστορική στιγμή: αποκτά το δικό της Δημαρχιακό Μέγαρο, 24 χρόνια μετά την προκήρυξη του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, έναν σχεδόν αιώνα από την απελευθέρωση της πόλης και 140 χρόνια από την ίδρυση του Δήμου Θεσσαλονίκης. Αποτελεί πλέον την μόνιμη στέγη δημοτικών υπηρεσιών, έπειτα από μια περιπετειώδη πορεία φιλοξενίας σε διάφορα κτίρια της πόλης από το 1869, οπότε και ιδρύθηκε ο Δήμος Θεσσαλονίκης.

Στον διαγωνισμό διακρίθηκε μια ομάδα που περιελάμβανε μερικούς από τους αξιολογότερους Έλληνες αρχιτέκτονες, τους καθηγητές Τάσο και Δημήτρη Μπίρη, μαζί με μια ομάδα νεότερων αρχιτεκτόνων (Ν. Δημόπουλος, Ρ. Σαίτη, Γ. Σταθακόπουλος, Ν. Χριστοδουλέα). Η αρχική λύση υιοθέτησε το διαχρονικό λεξιλόγιο του μοντερνισμού με ανάδειξη του εμφανούς δομικού σκελετού συνδυάζοντάς το με ορισμένα καινοτόμα, στο πνεύμα της εποχής, "μεταμοντέρνα" στοιχεία, τα οποία δυστυχώς περιορίστηκαν στην περισσότερο συντηρητική τελική τροποποίηση της μελέτης, η οποία σε αντιστάθμισμα μείωσε το ήδη επιβαρυμένο πρόγραμμα κατά 3.500 τ.μ. με την αφαίρεση ενός ορόφου.

Σήμερα αυτή η εμμονή στην εικονογραφία ενός συντηρητικού, κατά την άποψή μου, "μοντερνισμού" φαίνεται ίσως ξεπερασμένη, αν και αποφεύγει ορισμένους κινδύνους της τρέχουσας επιπόλαιης αρχιτεκτονικής lifestyle. Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει ο υπεύθυνος της ομάδας μελέτης Τ. Μπίρης, "η έντεχνη αρχιτεκτονική ασκεί νομοτελειακά μίαν ειδική μορφή εξουσίας και στο πλαίσιο αυτό το δημαρχείο θέλουμε να εκφράζει συμβολικά και μίαν ένταση που προκύπτει από το δομικό μοντερνισμό στις γνήσιες εκφάνσεις του που βρέθηκε από παλιά σε αντίθεση με τις "πλειοψηφίες" των καταναλωτικών δυτικών κοινωνιών, σε αντίθεση με έναν εικονογραφικό ελληνικό τοπικισμό με αφετηρία τον Δημήτρη Πικιώνη" (συνέντευξη στον Σ. Μαυροειδή , Αυγή 1-11- 2009). Είναι ωστόσο γεγονός ότι η λόγια επεξεργασία δεν αναιρεί τα εγγενή προβλήματα ανέγερσης ενός επιβλητικού κτιρίου σε ακατάλληλη θέση χωρίς διάλογο με τον τόπο, κάτι που ορισμένες εναλλακτικές προτάσεις στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό είχαν αποπειραθεί να αντιμετωπίσουν. Η προσπάθεια ικανοποίησης ενδεχόμενων επιθυμιών του εργοδότη υιοθετώντας επικαλύψεις με πολυτελείς μαρμαροεπενδύσεις και μεταλλικά στοιχεία - ως φίλτρα, αλλά και εναλλακτική «διακόσμηση» - οδήγησαν σε μερική αναίρεση της ασυμβίβαστης μπρουταλιστικής στάσης που χαρακτηρίζει τα καλύτερα έργα του Τ. Μπίρη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι περσίδες από γαλβανισμένο μέταλλο, σταθερές και κινητές, που ακολουθούν την ίδια διάταξη, άσχετα με τον προσανατολισμό και την αποτελεσματικότητα της σκίασης που προσφέρουν. Αυτοί οι χειρισμοί προκάλεσαν, παρά τις δηλωμένες προθέσεις των αρχιτεκτόνων, μίαν αναπάντεχη σύγκλιση με τον εικονογραφικό τοπικισμό μέσα από την οπτική ενός ετεροχρονισμένου τοπικού μοντερνισμού. Η χρήση ποικίλων υλικών, χρωμάτων και μορφών αποκαλύπτει μια ιδιόμορφη διάθεση αναφοράς στις αρχές μιας μοντέρνας αρχιτεκτονικής, που εκφράζονται εδώ οπωσδήποτε με διαφορετικό τρόπο από ότι στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πατρόκλου Καραντινού και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού του Κ. Κρόκου.

Το οικόπεδο του Δημαρχείου της Θεσσαλονίκης καταλαμβάνει κρίσιμη θέση στην ακολουθία των ανοιχτών χώρων στις παρυφές του κέντρου της πόλης. Ο καθορισμός ενός χαμηλού συντελεστή δόμησης (1,00) παρείχε καταρχήν δυνατότητες για επαρκή ανάδειξη του συγκροτήματος και ικανοποιητική άρθρωση σε σχέση με το υφιστάμενο αστικό περιβάλλον. Η βασική επιλογή των μελετητών για μια σύνθεση όγκων-γραμμικών πτερύγων είχε ως στόχο, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, μία "διαλεκτική σχέση τόσο μεταξύ τους, όσον και με τον περιβάλλοντα χώρο (γεωμορφολογία, κτίσματα) και τον υπαίθριο χώρο του ίδιου του οικοπέδου". Ωστόσο, συνολικά κυριαρχεί η πρώτη παράμετρος, με τους όγκους να αρθρώνονται μεταξύ τους οδηγώντας σε μια εσωστρεφή σύνθεση, ενώ αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής. Συγκεκριμένα, η διώροφη πτέρυγα μορφής Γ που οριοθετεί τη γωνία του οικοπέδου προς τη λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου και περιλαμβάνει την αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και την αίθουσα δημοτικού συμβουλίου στον όροφο, αν και χαμηλή, ακολουθεί τις συμβατικές οικοδομικές γραμμές δημιουργώντας ένα αυστηρό όριο που αποκρύπτει για τους περιπατητές από τη λεωφόρο και από την παραλιακή περιοχή την "πλατεία" του Δημαρχείου. Στην άλλη πλευρά η συμβατική επιμήκης υψηλότερη πτέρυγα δημιουργεί ένα σκληρό όριο στην πλευρά του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, προς το οποίο ουσιαστικά το συγκρότημα στρέφει τα νώτα, δημιουργώντας έναν αμήχανο κενό χώρο στη μεταξύ τους απόσταση. Μαζί με τη χαμηλότερη πτέρυγα που διατρέχει διαγώνια την κεντρική περιοχή του οικοπέδου αγκαλιάζουν την κεντρική πολυώροφη είσοδο - υποδοχή, έναν χώρο με ιδιαίτερη ένταση, πολλαπλούς εσωτερικούς εξώστες, κλίμακες και τεθλασμένες ευθείες, που καταλήγει σε υαλόφρακτη επιστέγαση - πέργκολα από σκυρόδεμα. Αυτός αποτελεί τον πυρήνα της σύνθεσης και οδηγεί στις υπηρεσίες, αλλά κατά παράδοξο τρόπο όχι στην κεντρική αίθουσα συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου.

Η πολυδιάσπαση των όγκων έγινε, σύμφωνα με τους μελετητές, για να εξυπηρετεί τη διαβάθμιση των χώρων εργασίας και να ιεραρχεί τους πολλαπλούς υπαίθριους χώρους που διαιρούνται σε επί μέρους ενότητες. Ωστόσο, η μνημειακή είσοδος και ο ανοιχτός χώρος υποδοχής στρέφονται προς την οδό Γ' Σεπτεμβρίου και όχι προς τη θάλασσα, αγνοώντας τη φυσική φορά των αξόνων της περιοχής. Περισσότερο ενδιαφέρουσα είναι η αρχιτεκτονική διαμόρφωση της αντιδιαμετρικής διαγώνιας "εξόδου" με την εξπρεσιονιστική τριγωνική απόληξη προς το πάρκο του πεδίου του Άρεως, η οποία εντούτοις δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί με την έλλειψη ανοίγματος προς τους ευρείς ανοιχτούς χώρους της παραλίας. Δυστυχώς, ο άξονας που οδηγεί από τη θάλασσα προς τα πραγματικά σημεία αναφοράς της περιοχής, το στρατηγείο του Ποζέλι και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, έχει υποβιβαστεί σε οπίσθια βοηθητική προσπέλαση και σημείο εκτόνωσης των οχημάτων από τον υπόγειο χώρο στάθμευσης. Με αυτά τα δεδομένα αστικού σχεδιασμού προκύπτει ένα εσωστρεφές πολύπλοκο συγκρότημα το οποίο με τους συγκεκριμένους χειρισμούς ένταξης δείχνει ογκωδέστερο από το πραγματικό του μέγεθος, προκαλώντας συνειρμικά προσεκτικούς κριτές όπως ο Ανδρέας Γιακουμακάτος να το αποκαλούν χαρακτηριστικά ως το "τείχος της Θεσσαλονίκης".

 

Συμπεράσματα - προοπτικές

Η εικονική υιοθέτηση ενός εξπρεσιονιστικού μοντερνιστικού λεξιλογίου, με μερική ανάδειξη του εμφανούς δομικού σκελετού σε συνδυασμό με διακοσμητικές επενδύσεις - περσίδες και η οργάνωση των χρήσεων σε επιμέρους επιβλητικούς όγκους, οδήγησε στη δημιουργία ενός μνημειακού Δημαρχιακού Μεγάρου το οποίο ωστόσο δεν ακολουθεί ουσιαστικά τις καθαρές αρχές της μοντέρνας σύνθεσης, ούτε συνομιλεί δημιουργικά με τον τόπο. Η πρόθεση των μελετητών για ένα "δημόσιας χρήσης εσωτερικό πεζόδρομο που καθιστά το κτίριο οικείο τόπο ελεύθερης διέλευσης, επικοινωνίας και παραμονής" εμφανίζεται θετική. Ωστόσο, παραπέμπει σε ένα διαφορετικό πυκνοδομημένο αστικό περιβάλλον το οποίο πραγματικά θα απαιτούσε τη δημιουργία εσωτερικών περασμάτων και στοών. Εδώ, στην περιοχή του ανατολικού "ρήγματος", τα κτιριακά συγκροτήματα είναι πανταχόθεν ελεύθερα, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ένταση-σημασία των εσωτερικών διαδρόμων, ενώ χάθηκε η ευκαιρία δημιουργίας μίας πλατείας Δημαρχείου. Αντίθετα, με τον κατακερματισμό των όγκων επιβαρύνεται μια περιοχή όπου, παρά την συνύπαρξη πολλών αξιόλογων έργων δημόσιας αρχιτεκτονικής, παρατηρείται πλέον μια ανεπάρκεια οργανωμένων ανοικτών δημόσιων χώρων.

Με δεδομένη την ολοκλήρωση ενός σημαντικού έργου δημόσιας αρχιτεκτονικής στην περιοχή, παρά τις εύλογες επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν για τις επιλογές του αρχιτεκτονικού και αστικού σχεδιασμού του, εκείνο που πραγματικά απαιτείται σήμερα είναι να γίνουν ορισμένες διορθωτικές παρεμβάσεις στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο, ώστε το Δημαρχείο να λειτουργήσει ως αστικός συντελεστής και ως χώρος που οι πολίτες "βιώνουν", πέρα από την αναγκαία προσέλευση για τις συναλλαγές με τις δημοτικές υπηρεσίες. Σ' αυτήν την κατεύθυνση η σύνδεση με το θαλάσσιο μέτωπο έχει πρωταρχική σημασία και είναι ως ένα βαθμό εφικτή, σε συνδυασμό με μία μελλοντική ριζική αναδιευθέτηση του συγκοινωνιακού κόμβου της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Το έργο μπορεί να συνδεθεί με μία ολοκληρωμένη λειτουργική θαλάσσια παράκαμψη της πόλης δημιουργώντας μιαν ευρύτατη πραγματική πλατεία στην περιοχή. Εξίσου σημαντική κίνηση αστικού σχεδιασμού μπορεί να προκύψει από τον ανασχεδιασμό του πάρκου του πεδίου του Άρεως, σε συνδυασμό με την ανάδειξη του υποβαθμισμένου σήμερα κάθετου άξονα που συνδέει το Δημαρχείο με το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, το Στρατηγείο και την παραλία.

Παράλληλα, απαιτείται η εντατική χρήση των περισσότερο "δημόσιων" χώρων του δημαρχιακού συγκροτήματος, παρά τις δυσκολίες που προκύπτουν από την υπερσχεδιασμένη και "ολοκληρωμένη" αρχιτεκτονική τους διευθέτηση, η οποία δύσκολα επιδέχεται εφήμερες και άτυπες χρήσεις. Ωστόσο, η ενθάρρυνση τους μπορεί να καταστήσει τον χώρο ζωντανό φιλοξενώντας κοινωνικές - πολιτιστικές εκδηλώσεις και καλλιτεχνικά δρώμενα που θα αξιοποιούν το εσωτερικό αίθριο, τις αίθουσες πολλαπλών χρήσεων και του δημοτικού συμβουλίου, αλλά και τον ευρύτατο χώρο υποδοχής του πολυώροφου φουαγιέ.

 

Αναφορές

Ν. Καλογήρου, Αρχιτεκτονική και Πολεοδομία στην μεταπολεμική Θεσσαλονίκη - μία κριτική επισκόπηση, ΚΙΘ - Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 1992, σελ.86-90.

«Δημαρχείο Θεσσαλονίκης», Αρχιτεκτονικά θέματα, 23/1989, σελ. 176-183.

«Νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης», Αρχιτεκτονικά θέματα, 27/1993, σελ. 100-101.

Δελτίο τύπου ΤΕΕ/ΤΚΜ/ΣΑΘ, Ημερίδα για τη νέα Δημόσια Αρχιτεκτονική της Θεσσαλονίκης, 17-03-2003.

«Το νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης», meta: 5η Έκθεση Αρχιτεκτονικού Έργου, ΣΑΘ, 2005, σελ. 32-39.

Σ. Αποστολάκης, «Βλέπουν το δημαρχείο και χάνουν το μουσείο», Κυριακάτικη, 18-11-2007.

Ανδρέας Γιακουμακάτος , «Το τείχος της Θεσσαλονίκης», Το Βήμα, 24-02-2008.

Ν. Καλογήρου, «Ένα κτίριο από το 1987 σε λάθος σημείο της πόλης», Καθημερινή, 8-11-2008.

Γ. Μυρτσιώτη, «Νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρίες πριν ακόμη τελειώσει. Το υπό ανέγερση μέγαρο στην καρδιά της πόλης έχει ενοχλήσει με την θέση και τον όγκο του», Καθημερινή , 8-11-2008.

Γ. Μυρτσιώτη, «Ιστορική στιγμή για τη Θεσσαλονίκη. Το νέο δημαρχείο της πόλης είναι έτοιμο 20 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της μελέτης του», Καθημερινή , 9-10-2009.

Τ. Κουμπής, «Αρχιτεκτονική: η κριτική της κριτικής», Αυγή, 18-10-2009.

Συνέντευξη του Τ. Μπίρη στον Σ. Μαυροειδή , Αυγή, 1-11- 2009.

Τ. Μπίρης, «Δημαρχιακό μέγαρο Θεσσαλονίκης», Κτίριο, 1/2010, σ.64-82.

 

46