ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ

03 Μάρτιος, 2019

«Πληθοδομές», οι χώροι του πλήθους


Την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα στα ελληνικά μητροπολιτικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης παρατηρείται η εξής αντίστροφη διαδικασία: Από τη μια το οικοδομικό κέλυφος των πόλεων παραμένει σχετικά αμετάλλακτο και από την άλλη ο αστικός πληθυσμός μεταλλάσσεται περνώντας από την κατάσταση του ενδημικού λαού στην κατάσταση του μετακινούμενου πλήθους. Η πόλη του ενδημικού λαού, στην ελληνική περίπτωση, υλοποιήθηκε μεταπολεμικά μέσα από τον οικοδομικό τύπο της πολυκατοικίας. Ο ίδιος οικοδομικός τύπος αναλαμβάνει τώρα τη στέγαση του νέου μητροπολιτικού πλήθους. Μπορεί μια διερώτηση για τις χωρικές ιδιότητες   του πλήθους να τροφοδοτήσει ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα μεταλλαγής της πολυκατοικίας του λαού προς την οικοδομή του πλήθους; Ονομάζουμε εκ των προτέρων την οικοδομή του πλήθους «πληθοδομή» και αναζητάμε χωρικές ιδιότητες του πλήθους-που θέλει-να-κατοικεί. Οι χωρικές αυτές ιδιότητες προετοιμάζουν την έλευση μιας εννόησης της συλλογικής κατοίκησης με την εισαγωγή ενός μοντέλου, αυτού  της «πληθοδομής». Η εννοιοδότηση της «συλλογικής κατοίκησης» γίνεται υπό το καθεστώς της εκ νέου έλευσης του πλήθους στο δημόσιο χώρο και στο προσκήνιο της ιστορίας (εικ.1).

 

kotionis.2011.06.01.jpg
Εικόνα 1: Πλατεία Ταχρίρ, Κάιρο, Μάρτιος 2011

 

Α. ΧΩΡΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

1. ΤΟ ΑΘΕΜΕΛΙΩΤΟ
Το πλήθος διαρκώς μετακινείται. Από χώρα σε χώρα, από ήπειρο σε ήπειρο, από δουλειά σε δουλειά, από χώρο σε χώρο. Μπορεί να προέρχεται από κάπου αλλά η προέλευση των ατομικών του στοιχείων δεν προσδιορίζει αποφασιστικά το σύνολο του πλήθους. Η ιδέα του καταγωγικού λαού, της εθνικής προέλευσης, της ταύτισης του λαού με το κράτος ορίζουν κυριαρχικά κάποιου είδους θεμέλιο, κάποια πρόσδεση με το έδαφος σε μόνιμη σχέση. Η δυναμική του πλήθους είναι αντίθετη με την εδαφική προσκόλληση και το καταγωγικό θεμέλιο. Η φυτική μεταφορά και η μεταφορά του ριζώματος εδώ δεν ισχύουν. Το πλήθος διαμένει σε μια επικράτεια και ενώ η επικράτεια αυτή εμφανίζει μόνιμα χαρακτηριστικά (πχ κέντρο, μνημεία, οδικές χαράξεις και υποδομές) αυτό το ίδιο το πλήθος εσωτερικά μεταλλάσσεται αφανέρωτα. Η μεταλλαγή του πλήθους έχει τα βιολογικά χαρακτηριστικά της παραγωγής και της αναπαραγωγής της ζωής, είναι το μείζον γεγονός της βιοπολιτικής. Παρ όλα αυτά, η γέννηση, η εργασία, ο θάνατος είναι αφανείς συντελεστές μιας διαρκούς αλλαγής στη σύνθεση του πλήθους. Η μεταλλασσόμενη αυτή σύνθεση, η οποία υπήρξε και πριν υπάρξει το σημερινό πλήθος διαπερνιέται από τη νέα συνθήκη του ανοικτού συστήματος. Διαρκώς νέα πλήθη, εξωτερικά προερχόμενα, ανασυνθέτουν τη σύστασή του. Το ενδημικό πλήθος ποτέ δεν είναι το ίδιο μέσα στο χρόνο. Οι αναγκαστικές αποχωρήσεις, οι εμπρόθετες προσχωρήσεις, οι προσωρινές παραμονές συνιστούν το ενδημικό πλήθος. Η επίκληση της μονιμότητας μπορεί να παραμένει  μια ευχή ένας εξατομικευμένος συλλογικός πόθος, όμως, την ίδια στιγμή κατισχύουν οι δυνάμεις της εντροπίας. Ο παλιός όρκος αιώνιας πίστης ο οποίος εκφέρεται με τις λέξεις «για πάντα», ξεπηδά στιγμιαία ως προέκταση του μαζικού λιβιδικού ενστίκτου. Μπορούμε να γνωρίζουμε τώρα ότι ισχύει ως συμβατικός όρος συνύπαρξης προσωρινά ή έστω μόνιμα, σε μια μονιμότητα, η οποία συναθροίζει πολλές προσωρινότητες. Ανά πάσα στιγμή τα συμβόλαια, γάμου, κατοχής γης, ιδιοκτησίας ακινήτων, είναι υπό αναίρεση. Με τη μορφή της σφοδρής επιθυμίας διαφυγής ή με τη μορφή ενός βιοτικού εξαναγκασμού, καθεστωτικής αστάθειας ή επιρροής ακραίων καιρικών φαινομένων η σύνθεση του πλήθους ανά τόπο αλλάζει. Το αθεμελίωτο δεν είναι μια ειδική συνθήκη  της κατοίκησης. Αθεμελίωτος δεν είναι μόνο αυτός που για να επιβιώσει μετακινείται. Μαζί με αυτόν, αθεμελίωτος είναι και εκείνος που διεκδικεί την μονιμότητα στην εγκατάσταση γιατί ξαφνικά καταλαβαίνει ότι, αν και σταθερός, κατοικεί εκτός ενός πεδίου αντιληπτής μονιμότητας. Επομένως αν το αθεμελίωτο εκληφθεί ως συστατική συνθήκη της επιβίωσης, τότε ο προσδοκών τη θεμελίωση, ο κατά φαντασίαν μόνιμος κάτοικος, ο θεμελιωμένος, υφίσταται τη δραματική επίπτωση της αθεμελίωτης συνθήκης του πλήθους, παραμένοντας ωστόσο μέσα σε αυτό, όπως ο κάτοικος που στροβιλίζεται μέσα στις δίνες του καιρού.


2. ΤΟ ΑΜΕΤΑΛΛΑΚΤΟ
Η συνθήκη διαρκούς μεταβολής και προσωρινότητας, η πολύβουη μεταβολή της σύστασης του πλήθους καθόλου δεν σημαίνει τη μεταβλητότητα του υλικού χώρου μορφοποίησης της κινητικής διεργασίας. Όσο πιο αθεμελίωτη είναι η ζωή, τόσο πιο ανυπεράσπιστη είναι μπροστά στη δύστροπη σταθερότητα του υλικού κόσμου. Οι σωροί των πόλεων, οι δρόμοι, οι τοίχοι, τα κτήρια, παραμένουν αδίστακτα ανυποχώρητα μπροστά στη μεταλλασσόμενη επιθυμία του πλήθους. Αυτό ελίσσεται και προσαρμόζεται, κουρνιάζει σε απάνεμες γωνιές και διασχίζει τους δρόμους σαν το ζώο μέσα στο φυσικό του σχηματισμό, στη στέπα, στην τούνδρα ή στο δάσος. Τα κτήρια είναι σπηλιές και οι δρόμοι κοιλάδες. Καθίσταται σχεδόν αδιανόητη η αναμέτρηση με την ύλη και τα σχήματα, κανείς δεν διανοείται να πάρει τη θέση ενός επίδοξου θεού, ο οποίος με σοφία και γνώση θα πειράξει τον κόσμο ξανά. Αρχιτέκτονες, επενδυτές και εργολάβοι υπάρχουν αλλά ζούν σε άλλη σφαίρα. Η δημόσια επικράτεια έχει κοπεί στα δύο. Αν και ο κόσμος του πλήθους τείνει διαρκώς να είναι ένας, αποσχίζεται ταυτόχρονα από τους κόσμους των ισχυρών αποφάσεων και της αποκρυστάλλωσής τους στους θεσμούς. Αλλά και η ισχυρή βούληση, συγκεντρωμένη ως συσσώρευση κεφαλαίου στα χέρια ολίγων απρόσωπων διαχειριστών, γίνεται όλο και επιφυλακτικότερη με τις επενδύσεις των πόλεων. Η ενδιατριβή με τα αναλώσιμα υλικά προϊόντα και το άυλο χρήμα είναι επικερδέστερη.  Έτσι, αμετάλλακτα αστικά περιβάλλοντα, πόλεις που δεν μπορούν να γίνουν καλύτερες, παρά μόνο περισσότερο δυστοπικές, υποδέχονται την τύχη του πλήθους ως μια ριζική εξωτερικότητα. Η πόλη παραμένει ξένη για το πλήθος και το πλήθος αποξενωμένο από την πόλη. Το πλήθος κατοικεί την πόλη ανεπισήμως ή παρανόμως κι έτσι  ταυτόχρονα με την κατοίκησή της, είναι έξω από αυτήν. Το πλήθος δεν θέλει, δεν μπορεί και δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί τη μονιμότητά της. Αντιστρόφως, ο υλικός σχηματισμός της πόλης και η διακυβέρνησή του αντιλαμβάνονται το συμβάν της πόλης ως μια εξωτερική συνθήκη ως προς το δικό τους προγραμματισμό. Άλλωστε η πόλη καθίσταται μη διαχειρίσιμη ακριβώς λόγω της ενεργού παρουσίας του πλήθους. Εν τέλει, η αμετάλλακτη πόλη της στατικής ιδιοκατοχής είναι η πόλη του αθεμελίωτου πλήθους.


3. ΤΟ ΑΝΑΡΘΡΩΤΟ
Το πλήθος είναι ανάρθρωτο. Η πολιτική διακυβέρνηση στα ίχνη του διαφωτισμού, με τη δημοκρατία της αντιπροσώπευσης, καθίσταται εξωτερικό επισυμβαίνον ως προς τις μητροπολιτικές διεργασίες. Η μεταφυσική θέσμιση του λαού στην κατάρρευσή της έχει περιλάβει και τα σχήματα πολιτικής του άρθρωσης. Ποιός αντιπροσωπεύει ποιόν, είναι ένα ερώτημα που την απάντησή του δεν μπορεί να βρει κανείς όσο κι αν ψάξει στις σύγχρονες δομές εξουσίας και ελέγχου. Έτσι, το ανιεράρχητο πλήθος κολυμπάει στην ρευστότητα της επιβίωσης με συνεχή αλλαγή εργασίας. Ακόμη περισσότερο η μεταφορντική κατάργηση του διαχωρισμού ανάμεσα σε χρόνο εργασίας και ελεύθερο χρόνο από καιρό έχει ξεχαστεί μέσα στην ντελιριακή διάχυση της γενικής διάνοιας σε όλες της μορφές της μητροπολιτικής ζωής. Η βιοπολιτική συνθήκη επιβάλει την άρση των αρθρώσεων της πολιτικής ζωής χωρίς να καταργεί κιόλας τις κοινωνικές ιεραρχίες. Έτσι οι ιεραρχίες οξύνονται επωφελούμενες του ανάρθρωτου χώρου ζωής και εργασίας, αναπαραγωγής και παραγωγής. Από την άλλη, το πλήθος ανάρθρωτο επιχειρεί να τιθασεύσει τους  δυσμενείς όρους της ιεραρχίας, επιχειρώντας να αναγάγει με τις πολλαπλές πρακτικές του τη ρευστότητα και την τύχη σε πραγματική ευκαιρία. Το μποτιλιάρισμα των αυτοκινήτων, οι μεγάλες ουρές θεατών έξω από τα μουσεία και ταυτόχρονα οι ουρές στα μαζικά συσσίτια άπορων αναξιοπαθούντων, αλλά και η συσσώρευση των αστικών απορριμμάτων πάνω και κάτω απ τη γη καθιστούν το μητροπολιτικό έδαφος ένα πεδίο ανάρθρωτης συσσώρευσης γλωσσικών δομών, αστικής ύλης και πρακτικών, πάθους και συλλογικού αισθήματος. Η ανάρθρωτη πόλη έχει μετατρέψει το σώμα σε σάρκα. Η σάρκα, όπως ωραία το περιγράφει ο Μερλω Ποντύ δεν είναι το εξατομικευμένο σώμα αλλά είναι η κοινή ύλη, ένας σαρκικός αιθέρας ανάμεσα στα εξατομικευμένα σώματα. Καθώς το σώμα γίνεται σάρκα το εξατομικευμένο κτήριο-αντικείμενο χάνει το ορατό νόημά του. Η αισθητικοποίηση της αρχιτεκτονικής, θα δυσκολευτεί να βρει τον προορισμό της μέσα στα ερείπια του ορατού νοήματος. Λίγοι αναγνωρίζουν ένα ορατό νόημα στο κέλυφος της πόλης αλλά είναι εντελώς ανίκανοι να το επικοινωνήσουν ως όραμα, ως κάποιου είδους υποσχόμενη ευτοπία. Ωστόσο η ανάρθρωτη σάρκα εμπεριέχει ακόμη μιαν ανέκφραστη και ανείπωτη βλέψη, κυριαρχίας επάνω στη ρευστή ύλη της πόλης, σαν να πρόκειται να γίνει από την αρχή μια ανεξέλεγκτη πράξη δημιουργίας που θα εξυψώσει τη σάρκα σε υπερβατικό συνεχές μνημείο της πόλης. 


4. ΤΟ ΚΟΙΝΟ
Η γενική διάνοια διαχέεται παντού, σαν ο ουρανός της πόλης να στέλνει μια αδιάκοπη βροχή που δεν αφήνει στεγνούς ούτε τους δρόμους ούτε τα εσωτερικά των δωματίων. Η βροχή σαν σύμβολο της μάζας, όπως το έχει περιγράψει ο Κανέτι, μαζί με τη μάζα ως θάλασσα, τη μάζα ως άμμο, την μάζα ως σωρό και ως δάσος ταυτοποιεί το πλήθος στη βουή του σε μια μοίρα κοινή. Από την κοινή μοίρα, που ορίζεται σε μια ανάρθρωτη, κοινή και αδιάκοπη εργασία επικοινωνίας, κρέμονται όλες οι μικρο-πράξεις και πρακτικές, που αδιαχώριστες ξαναφτιάχνουν την περιρρέουσα μοίρα. Με τον ίδιο τρόπο που οικοδομείται συλλογικά ένας οικισμός, τώρα συγκροτείται ο σωρός του γκούγκλ. Σε αυτόν το σωρό δεν υπάρχουν καν μικρές επικράτειες, τα πυκνά σπίτια των παραδοσιακών οικισμών. Όσο δεν εκχωρείται επί μέρους γη, όσο δεν επιμερίζεται η συνολική ιδιοκτησία, τόσο ο οικισμός της συλλογικής εργασίας είναι ένας κοινόκτητος οικισμός. Η εργασία είναι συμβολή σε μια κοινή περιουσία που έχει όλα τα ασαφή χαρακτηριστικά του άμετρου[1]. Η άμετρη δράση, δεν μπορεί να έχει ανταλλακτική αξία και έτσι μόνο ένας είδος κοινωνικού επιμίσθιου μπορεί να επιτρέψει την αέναη λειτουργία της επικονίασης. Αν και το πλήθος δεν είναι ένα πλήθος μελισσών, το αποτέλεσμα αυτού που συμβαίνει μέσα στο βόμβο του δεν είναι τόσο  η παραγωγή μιας μετρήσιμης ποσότητας του μελιού. Πολύ περισσότερο είναι το έργο της επικονίασης[2]. Τα δραστήρια πόδια και τα φτερά του μελισσιού φροντίζουν για την ανταλλαγή της γύρης των ανθών, την επικοινωνία, την αέναη εντέλει αναπαραγωγή των φυτών και των δασών. Έτσι, το πλεόνασμα του μελιού, δηλαδή η συσσώρευση των υλικών προϊόντων εν είδη εμπορευμάτων,  έχει αντικατασταθεί από το πλεόνασμα της ίδιας της επικοινωνίας. Το κοινό, κατακτημένο στους ουρανούς, όπως παλιά το πρόσφεραν εξ ουρανού οι θρησκείες, τώρα ερχόμενο πάλι εξ ουρανού μέσα στα διαχεόμενα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, κάνει τη γη και το έδαφος να ζουν παράταιρα ακόμη, κάτω από τα παρωχημένα κελεύσματα της κατοχής και της επέκτασης της υλικής ιδιοκτησίας. Ένα είδος υποχώρησης σε μια προβιομηχανική εννόηση του αστικού εδάφους, ταυτόχρονα ως εδάφους της καλλιέργειας, μπορεί να προδιαγράψει την εκχώρηση των εκτεταμένων μητροπολιτικών πεδίων σε χρήσεις εκ νέου εδαφικές και σε χρήσεις εκ νέου κοινές. Το χώμα, το νερό, η χλωρίδα και η πανίδα της πόλης θέλουν να περιέλθουν, όπως θα έλεγε ο Ρουσσώ, στην «φυσική» κατάσταση του κοινού.


5. ΤΟ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΙΚΟ (DIRECTIVE)
Το πλήθος «βρίσκεται σε κίνηση και κινείται προς κάτι. Η κατεύθυνση που είναι κοινή για όλα τα μέλη του, ενισχύει την αίσθηση της κοινότητας. Ένας στόχος που βρίσκεται έξω από κάθε μεμονωμένο άτομο και που συμπίπτει για όλους, παραμερίζει τους ιδιωτικούς, διάφορους στόχους που θα αποτελούσαν το θάνατο του πλήθους. Για τη διάρκεια του πλήθους η κατεύθυνση είναι απαραίτητη. Ο φόβος της διάλυσης που πάντοτε είναι ζωηρός μέσα του, καθιστά δυνατό να οδηγηθεί το πλήθος σε οποιουσδήποτε στόχους. Το πλήθος υφίσταται όσο έχει κάποιο στόχο που δεν τον έχει φτάσει»[3].

Η κινητικότητα στο εσωτερικό του πλήθους αλλά και η εγγενής αυξητική του τάση έχουν ισχυρή επίδραση στη μορφοποίηση των ορίων του. Η κίνηση, η αύξηση, η πυκνότητα εμπεριέχουν ως ενεργειακό απόθεμα μια ισχυρή πρωτογενή θέληση. Αυτή η θέληση μπορεί να αποτυπώνεται σε σταθερές μορφές, όπως είναι οι πυργοειδείς πολιτείες των τερμιτών και σε ορθολογικές διατάξεις και τυπολογίες. Ουσιωδώς όμως η πρωτογενής θέληση του πλήθους τείνει να μορφοποιείται σε μια κατεύθυνση προς τι. Η κατευθυντικότητα του πλήθους έχει ασφαλώς μια λιβιδική προέλευση, η οποία είναι ασύντακτη και ρευστή αλλά τείνει να σχηματοποιηθεί σε κατευθυντήριες οδούς που υποτάσσονται στη διάνοια και απευθύνονται στη λογική και το κοινό αίσθημα του δικαίου. Καθώς το πλήθος μετασχηματίζεται η κατευθυντήρια γραμμή προς κάτι δίκαιο, επηρεάζεται από το λιβιδικό πάθος της αρχής. Μια αρχική διάθεση καθολικής πολυγαμίας μορφοποιείται σε αίσθημα συναδέλφωσης και αλληλεγγύης, φτάνει δε συχνά στην απαίτηση της θυσίας.  Όσο η έκρηξη του πλήθους καθυστερεί και αναβάλλεται τόσο η διάθεση για συναδέλφωση αυξάνεται αν και το πλήθος γνωρίζει ότι η δυνατότητα της μεγαλειώδους εκρήξεως είναι ταυτόχρονα μια μεγαλειώδης δυνατότητα αυτο- ματαίωσης της ίδιας του της υπάρξεως.



Β. ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ «ΠΛΗΘΟΔΟΜΗΣ»


Πώς μπορεί οι χωρικές ιδιότητες της κατοίκησης του πλήθους, έτσι όπως εμφανίζονται στα παλαιά κελύφη των πόλεων, να πυροδοτήσουν την έναρξη μιας προσέγγισης της δομής της «πληθικής» κατοικίας; Το αθεμελίωτο υπαγορεύει μια δομή που φέρεται και εναποτίθεται κάπου εκεί, στο διαθέσιμο αστικό έδαφος. Αποτελείται από δομικούς λίθους, containers κατοίκησης των ανθρώπινων μοναδικοτήτων (singularities). Η μοναδικότητα στο πλήθος και η μονάδα στην πληθοδομή είναι ένα μονόχωρο. Φιλοξενεί, τον ένα, τη μια, τους λίγους, τους πολλούς (εικ.2). Το αμετάλλακτο μας υπαγορεύει να εννοήσουμε μια κατασκευή ροής αλλά ταυτόχρονα σταθερή, μια οικοδομική δομή κυρίαρχη στο εδαφικό πεδίο που καταλαμβάνει. Το ανάρθρωτο  εγκαλείται με δομές όπου κυριαρχεί η μονάδα και αμέσως μετά το όλον. Δεν υπάρχουν όροφοι, δεν υπάρχουν βάσεις, κορμοί και επιστέψεις (εικ. 3,4).  Το κοινό μας καλεί να αναζητήσουμε το κενό, αυτό που παραμένει μονίμως ακατάληπτο, τόσο στην πόλη όσο και μέσα στο ίδιο το κτήριο της «πληθοδομής». Το κατευθυντικό, υπερβατικό στοιχείο κάθε δημόσιας κατοικίας, κάθε λαϊκού καθεδρικού ναού, αναζητά το ύψος και την ανύψωση, είναι μια λιβιδική σωματική μεταφορά: Ο καθεδρικός του πλήθους ανυψώνεται.  Σε κάθε παραλλαγή του, ο καθεδρικός του πλήθους, η πληθοδομή, υπακούει σε μια κοινή παραδοχή: Οι μονάδες κατοίκησης (των ανθρώπινων μοναδικοτήτων) κατασκευάζουν ένα διάτρητο ιστό, διάσπαρτο από μικρούς κενούς χώρους μεταξύ των μονάδων. Εντός του ιστού φιλοξενείται το κυρίαρχο, ιλιγγιώδες κενό της κοινής ζωής των κατοίκων. Η πληθοδομή ιχνογραφεί τη βιοπολιτική συνθήκη κατοίκησης του πλήθους,  ένα χωρικό ανασχηματισμό από φαβέλες και slums που γίνονται τούβλα για την οικοδόμηση των «πληθικών» καθεδρικών ναών (εικ.5).

 

kotionis.2011.06.02.jpg
Εικόνα 2: Μονόχωρες μονάδες σε σχηματισμό «πληθοδομής»

 

kotionis.2011.06.03.jpg kotionis.2011.06.04.jpg
Εικόνες 3,4: Μοντέλα πληθοδομών από τσιμεντόλιθους, κλ. 1:25

kotionis.2011.06.05.jpg
Εικόνα 5: Μοντέλα «πληθοδομών», σε κλίμακα 1:100 

 

 του Ζήση Κοτιώνη

Παραπομπές
[1] Για το εκτός μέτρου, το άμετρο, βλέπε M. Hardt, A. Negri, Αυτοκρατορία, Scripta, σ. 471-473.
[2] Ο Yann Moulier Boutang  στο βιβλίο του L' Abeille et l' Économiste, αναφέρεται διεξοδικά στο πέρασμα από την οικονομία της παραγωγής και της ανταλλαγής στην οικονομία της επικονίασης και της προσφοράς.
[3] Ε. Κανέτι, Μάζα και Εξουσία, σ. 27, Ηριδανός 1971. Στο παραπάνω απόσπασμα έχει αντικατασταθεί ο όρος «μάζα» με τον όρο «πλήθος».

 

9