ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

 

Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ο θρίαμβος της σοφιστείας

21 Σεπτέμβριος, 2009

Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ο θρίαμβος της σοφιστείας

Πάσχοντας από ελλιπή συναίσθηση του πρέποντος, το Μουσείο της Ακρόπολης αστοχεί όπου πρέπει να ευστοχήσει και επικαλείται τετριμμένα συνθήματα όπως η «οπτική σύνδεση» και αφηρημένες συλλήψεις για να δικαιολογήσει αρχιτεκτονικές αποφάσεις που απογοητεύουν όσους τις βιώνουν. (Της Αλεξάνδρας Στάρα)

English version

Το αγγλικό πρωτότυπο δημοσιεύτηκε στο The Architectural Review, no. 1348, τον Ιούνιο του 2009
Επίσης έχει δημοσιευτεί στα Αγγλικά και στο greekarchitects.net (Αγγλική έκδοση του greekarchitects.gr) τον Ιούνιο του 2009 με τίτλο: The New Acropolis Museum: A Triumph of Sophistry 


Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ο θρίαμβος της σοφιστείας

Ο νέος και βελτιωμένος Παρθενώνας, το επίκεντρο του θρησκευτικού συγκροτήματος της Ακρόπολης, ξαναχτίστηκε μετά την καταστροφή του από τους Πέρσες στα 440 π.Χ. όταν η πόλη κράτος της Αθήνας βρισκόταν στο απόγειο της. Στη σκιά του Παρθενώνα μερικές δεκαετίες αργότερα, ο Πλάτων έγραφε τους φιλοσοφικούς του διαλόγους. Στις δυόμιση χιλιετίες που ακολούθησαν, και o μεν και οι δε απέκτησαν μια αίγλη χωρίς προηγούμενο και αποτέλεσαν θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Η αρχιτεκτονική ιδίως είναι μια επιστήμη που επηρεάστηκε από τη σκέψη του Πλάτωνα και των επιγόνων του στον ίδιο σχεδόν βαθμό που την σημάδεψαν ο Παρθενώνας αλλά και οι ερμηνείες, οικειοποιήσεις και κριτικές που γέννησε αυτός. Ατυχώς, ένας από τους ύστερους διαλόγους του Πλάτωνα, ο Σοφιστής, δεν φαίνεται να έχει ληφθεί αρκούντως υπόψη στην αρχιτεκτονική. Σε αυτό το έργο του, ο Πλάτων εφιστά την προσοχή όσον αφορά την τέχνη της σοφιστείας ως επιχειρηματολογίας και δημοσίου λόγου που στηρίζεται σε κατ` επίφαση αληθή αλλά κατ` ουσία ψευδή επιχειρήματα. Χωρίς να έχει πάντα την απάτη ως κίνητρο, η σοφιστεία αρκούνταν συχνά σε μια επίδειξη διανοητικών και λεκτικών ικανοτήτων η οποία, έχοντας ως μοναδικό σημείο αναφοράς τον εαυτό της, δεν υπηρετούσε κανέναν εκτός από τον ιδιώτη που την μεταχειριζόταν ενάντια στη κοινή λογική της «πόλης». Το νέο μουσείο της Ακρόπολης στην Αθήνα, το οποίο θα ανοίξει τις θύρες του στο κοινό Ιούνιο του 2009, αποτελεί παράδειγμα όχι μόνο της έλξης που εξακολουθεί να ασκεί η σοφιστεία αλλά και της αποτυχίας της «πόλης» να αναθέσει έργα παρόμοιας σημασίας όπως δει.
 

 
Το έργο έχει ένα μακρύ και βεβαρυμμένο παρελθόν τουλάχιστον τριών δεκαετιών. Όλα αυτά τα χρόνια, διαγωνισμοί προκηρύχτηκαν και ακυρώθηκαν και κάθε λογής διαμάχες και δυσκολίες έγιναν κατ` επανάληψη αιτία για να επιστρέφει το έργο στην αφετηρία. Ο Ελβετός αρχιτέκτονας Bernard Tschumi κέρδισε τελικά την ανάθεση το 2000 με την υποχρέωση να παραδώσει το μουσείο πριν την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 αλλά νέες καθυστερήσεις που οφείλονταν στα αρχαιολογικά ευρήματα ανέβαλαν την ολοκλήρωση του έργου για άλλα πέντε χρόνια. Η τοποθεσία, στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του λόφου της Ακρόπολης, πάσχει επιπλέον από μια εξαιρετικά προβληματική διαρρύθμιση, στριμωγμένη ανάμεσα σε υπάρχοντα κτίρια ποικίλης έως και αμφίβολης αρχιτεκτονικής αξίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται δύο διατηρητέες ιδιωτικές κατοικίες οι οποίες, όψιμα, απειλούνται με κατεδάφιση διότι παρεμποδίζουν τη θέα του νέου μουσείου. Αλλά σαν να μην έφταναν αυτά τα πάθη, το ίδιο το πρόγραμμα του Μουσείου της Ακρόπολης έχει χτιστεί γύρω από μία απουσία:  η ψυχή της συλλογής δεν είναι άλλη από τα γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, τα μάρμαρα που ο λόρδος Έλγιν μετέφερε στην Αγγλία στις αρχές του 19ου αιώνα και τα οποίων την επιστροφή ζητούν οι Έλληνες εδώ και δεκαετίες.

Η σημασία και ο αντίκτυπος ενός παρόμοιου έργου εντούτοις αρκούν για να υποβιβάσουν τούτα τα ουσιαστικά δίχως άλλο ζητήματα σε λεπτομέρειες ήσσονος σημασίας. Εκείνο που στην πράξη διακυβεύεται εδώ και συνιστά συνεπώς για τον αρχιτέκτονα πρόκληση γόνιμης έμπνευσης απορρέει από ένα από τα μεστότερα περιβάλλοντα που μπορεί να προσδοκά ένα αρχιτεκτόνημα, τον συγχρωτισμό με τα αρχέτυπα. Πρόκληση δεν αποτελούν μόνο οι ιδέες που ενσαρκώνει η Ακρόπολη και ο αντίκτυπος τους μέχρι τις μέρες μας, οι πνευματικές, πολιτικές και φιλοσοφικές υποδηλώσεις του χώρου ως καρδιά της Αρχαίας Ελλάδας αλλά και η φυσική πραγματικότητα ως αρχιτεκτονική - τοπογραφία, τεκτονική, τύπος.

Πως ξεκινά λοιπόν κανείς να σχεδιάσει ένα κτίριο που εκ των πραγμάτων επέχει θέση Ακρόπολης στους πρόποδες της αυθεντικής;

Η απάντηση για τον Bernard Tschumi δεν ήταν δύσκολη. Κραδαίνοντας την αγαπημένη του σχεδιαστική προσέγγιση, όπως ο ίδιος ομολόγησε κατά την παρουσίαση του κτιρίου στο Λονδίνο στα τέλη της περσινής χρονιάς, ο αρχιτέκτονας συνέθεσε το κτίριο ως υπέρθεση τριών παραλληλεπιπέδων όγκων διαφορετικού προσανατολισμού, όπως είχε πράξει και στο πιο γνωστό έργο του, το Parc de la Villette στο Παρίσι, πριν από δεκαετίες. Το κατώτερο επίπεδο στηρίζεται σε στύλους από σκυρόδεμα και μοιάζει να αιωρείται πάνω από το έδαφος αποκαλύπτοντας τον αρχαιολογικό χώρο που βρίσκεται από κάτω. Το ανώτερο επίπεδο είναι ένα γυάλινο κουτί ευθυγραμμισμένο με τον Παρθενώνα που αντιστοιχεί σε εκθεσιακό χώρο γιά τα γλυπτά του ναού αυτού και στο εστιατόριο και προσφέρει πανοραμική άποψη του μνημείου. Ανάμεσα στους στύλους και στο γυάλινο κουτί βρίσκεται ο κεντρικός χώρος του κτιρίου (το μεσαίο επίπεδο), με διαφορετικό προσανατολισμό από τα άλλα δύο επίπεδα. Το μεσαίο επίπεδο είναι επίσης καλυμμένο με γυαλί σε μεγάλο βαθμό και διαθέτει κατά τόπους κάθετα πτερύγια, για λόγους σκίασης. Ένα τεράστιο στέγαστρο από σκυρόδεμα και χάλυβα προβάλλει πάνω από την είσοδο του μουσείου και το οριοθετεί σε σχέση με την κύρια οδό, από την οποία το κτίριο απέχει αρκετά και εν μέρει κρύβεται.
 


Η επιχειρηματολογία που συνοδεύει το έργο είναι σχοινοτενής και ηχηρή και προέρχεται τόσο από τον αρχιτέκτονα όσο και από τους πελάτες του, τον Οργανισμό Ανέγερσης Νέου Μουσείου Ακρόπολης. Πολύς λόγος γίνεται, λόγου χάρη, για την «εννοιολογική καθαρότητα» του έργου και πως αντανακλά εκείνη των αρχαίων μνημείων. Η σχεδιαστική ιδέα ωστόσο είναι εμφανής μόνο στα διαγράμματα και στις εξηγήσεις του αρχιτέκτονα, το ίδιο το κτίριο - όταν το βιώνεις, όχι όταν σου το περιγράφουν - δεν έχει καμία σχέση με αυτήν. Όπως συμβαίνει και με την Villette, οι αφηρημένες γεωμετρικές κατασκευές από τις οποίες προέκυψε το έργο έχουν ελάχιστο αντίκρισμα στην απτή επιτόπια εμπειρία. Η γεωμετρία της Ακρόπολης παραπέμπει σε μια εξαιρετικά σαφή αντίληψη της αρχιτεκτονικής ως βιωμένου γεγονότος, ως κίνησης και ως μέτρου διαχρονικών ρυθμών. Με το Μουσείο της Ακρόπολης ωστόσο συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο.

Η πραγματικότητα του Μουσείου της Ακρόπολης δεν είναι άλλη από την αβάστακτη ανωνυμία των χώρων του, τις κατ` εξακολούθηση ατυχείς επιλογές υλικών και μια τρομακτική αδιαφορία για τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Ολόκληρο το ισόγειο, ο προθάλαμος, η αίθουσα περιοδικών εκθέσεων, το πωλητήριο και οι βοηθητικοί χώροι, καθώς και η αίθουσα κλιτύων που οδηγεί στους εκθεσιακούς χώρους του πρώτου ορόφου ήταν ανοιχτά στους επισκέπτες αρκετούς μήνες πριν γίνουν τα επίσημα εγκαίνια του κτιρίου στις 20 Ιουνίου 2009. Το γεγονός αυτό στάθηκε αρκετό για να καταδείξει ότι καμία από τις αξιέπαινες βλέψεις του σχεδίου – εννοιολογική καθαρότητα, απλότητα γραμμών και υλικών, σχέση με τη Ακρόπολη και τα αρχαιολογικά ευρήματα κλπ. – δεν επέζησε της μετάβασης από τις λέξεις στην κατασκευή και παρέμειναν συνεπώς όλες τους άδειες ρητορείες.    

 

 
Αντικρίζοντας καταρχάς το ακαλαίσθητο στέγαστρο, τέλεια τοποθετημένο αν χρειαστεί ποτέ να εμβολίσει τις απειλούμενες κατοικίες και να συνεχίσει έπειτα για τον ίδιο τον Ιερό Βράχο, ο επισκέπτης περπατά πάνω σε ένα ετερόκλητο δάπεδο από γυάλινες (για να είναι ορατή η ανασκαφή από κάτω, η οποία φαίνεται και από το άνοιγμα που βρίσκεται κάτω από το σκέπαστρο) και πέτρινες πλάκες για να φτάσει ως την είσοδο. Θεωρητικά, δεν είναι απαραίτητο να είναι όλοι οι προθάλαμοι μουσείων «εντυπωσιακοί» και «επιβλητικοί», είναι κι αυτή μια στάσις, νοιώθεται. Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι το αποτέλεσμα είναι εντελώς αποκαρδιωτικό, ένας χώρος που, χωρίς να είναι μικρός, είναι απροσδόκητα άχαρος και αφιλόξενος, με αδέξια διαρρύθμιση και απίστευτα φτωχές λεπτομέρειες, επιφάνειες, κατασκευές. Η αίσθηση παραπέμπει μάλλον σε έκθεση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων παρά σε μουσείο και παραμένει η ίδια σε ολόκληρο το ισόγειο, στους χώρους των περιοδικών εκθέσεων και στους λοιπούς δευτερεύοντες χώρους. Η αίθουσα των κλιτύων που δεν είναι ορατή από την είσοδο και εμφανίζεται στα αριστερά, μετά το ταμείο, έχει προφανώς σχεδιαστεί με σκοπό την έκπληξη, λόγω της αντίθεσης με τον προθάλαμο. Ο χώρος διπλού ύψους με την απλή ορθογώνια κάτοψη, χωρίς υποστυλώματα, είναι ένας μεγάλος διάδρομος που καταλήγει σε σκάλα του ιδίου πλάτους η οποία οδηγεί στους εκθεσιακούς χώρους του επάνω ορόφου. Οι τοίχοι έχουν επενδυθεί με προκατασκευασμένες πλάκες από σκυρόδεμα, κοσμημένες με πλατιές, στρογγυλές οπές, σαν υπερμεγέθη πούλια ντόμινο. Το δάπεδο έχει κατασκευαστεί εξ’ ολοκλήρου από γυαλί (μην ξεχνάμε τα αρχαιολογικά ευρήματα) το οποίο όμως είναι, κατά τόπους, αδιαφανές, για να ανακουφίζονται ενίοτε οι υψοφοβικοί. Οι αναλογίες του χώρου προσομοιάζουν μάλλον σε Αρχαία Αίγυπτο παρά σε Αρχαία Ελλάδα αλλά με τους πουά τοίχους και το γυάλινο δάπεδο, οι συνειρμοί ξεστρατίζουν ευκολότερα προς το εμπόριο παρά προς την τέχνη (με όλο το σεβασμό, ο Koolhaas και η Hadid ξέρουν τουλάχιστον να προσδίδουν αίγλη στα προϊόντα τους και σίγουρα θα φώτιζαν τούτα τα γυάλινα σκαλιά από κάτω…). Αυτό που έχουμε εδώ βέβαια είναι Lada, όχι Prada, με τις γηπεδικού τύπου περιστροφικές θύρες να ρυθμίζουν την πρόσβαση από τον προθάλαμο σε αυτή τη μεγαλόπρεπη αίθουσα και να υποβιβάζουν την αρχιτεκτονική σε απλή διακόσμηση χωρίς ακεραιότητα και χωρίς αίσθηση του πρέποντος. Το αυτό συμβαίνει και με το βαθμό προσοχής στη λεπτομέρεια, δεδομένου ότι οι προκατασκευασμένες πλάκες από σκυρόδεμα έχουν τοποθετηθεί με εξόφθαλμη προχειρότητα και είναι ήδη χτυπημένες, γδαρμένες ή βαθουλωμένες. Εκτός και εάν τις αίθουσες των συλλογών ανέλαβε στη συνέχεια άλλη ομάδα η οποία ως εκ θαύματος αντικατέστησε τις υαλοκατασκευές πολυκατοικιών με καταλληλότερα υλικά, μας είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι το υπόλοιπο μουσείο παρουσιάζει διαφορετική εικόνα.

Πάσχοντας από ελλιπή συναίσθηση του πρέποντος, το Μουσείο της Ακρόπολης αστοχεί όπου πρέπει να ευστοχήσει και επικαλείται τετριμμένα συνθήματα όπως η «οπτική σύνδεση» και αφηρημένες συλλήψεις για να δικαιολογήσει αρχιτεκτονικές αποφάσεις που απογοητεύουν όσους τις βιώνουν. Έχοντας αυτό κατά νου, η αποτυχία του κτιρίου ως οικοδομήματος είναι ακόμα πιο οδυνηρή. Η προκατασκευή και οι δρακόντειες μηχανικές απαιτήσεις του «μινιμαλιστικού μοντερνισμού» (και πάλι από τον Tschumi) υλοποιούνται πολύ δυσκολότερα από την επιτόπια, κατά προσέγγιση, τέχνη της οικοδομής, κάτι που ισχύει κατ` εξοχήν στην Ελλάδα όπου τα οικοδομικά πρότυπα δεν αντιστοιχούν απόλυτα, ούτως ειπείν, με εκείνα της Ελβετίας. Ο αείμνηστος Κυριάκος Κρόκος το γνώριζε απόλυτα αυτό και η εκδοχή του μοντερνισμού που εφάρμοσε τόσο στο Βυζαντινό Μουσείο της Θεσσαλονίκης όσο και στα υπόλοιπα έργα του διακρινόταν και από κατανόηση για τη παράδοση και την πραγματικότητα της οικοδομής στην πατρίδα του, με τα γνωστά ασύγκριτα αποτελέσματα.

Αλλά ο Tschumi παραμένει Tschumi, με σημαντικό όπους, τόσο σε βιβλία όσο σε κτίρια, το οποίο καθιστά τις αντιλήψεις του στην αρχιτεκτονική σαφέστατες. Το μόνο ερώτημα που απομένει είναι τι ακριβώς ήλπιζαν και προσδοκούσαν να επιτύχουν οι προύχοντες τούτης της ένδοξης πόλης όταν κάθισαν μαζί του (και με τους προκατόχους του) για να συζητήσουν και να δώσουν πνοή σε αυτό το έργο, και πως μπορούν να μας αντικρίζουν ακόμα κατάματα, μπροστά σε αυτό το κτίριο, και να επαναλαμβάνουν μονότονα τα περί φωτός και καθαρότητας σαν να μην έχουν ποτέ άλλοτε αντικρύσει καλοκαμωμένη αρχιτεκτονική στη ζωή τους, σαν να μην συμβαίνουν όλα τούτα στους πρόποδες μιας κάποιας Ακρόπολης.

 

Dr Alexandra Stara
Principal Lecturer
Director Graduate History & Theory
Course Director MA Thinking Building
School of Architecture & Landscape

(Μετάφραση από τα αγγλικά: Σταμάτης Γεωργίου)

 

Share |

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2017. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by GREED PROMO