ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ

08 Ιούλιος, 2010

Η πολιτική για τον σχεδιασμό του χώρου και τη διαχείριση των μνημείων στην πόλη της Ρόδου κατά την ιταλική κατοχή 1912-1947

Στη συγκεκριμένη διδακτορική παρουσιάζεται ένα κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας της πόλης της Ρόδου. (Διδακτορική εργασία)

Του Κωνσταντίνου Καρανάσου

Κωνσταντίνος Καρανάσος
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
Σχολή Αρχιτεκτόνων
Τομέας Ι Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού
Επιβλέπων: Καθηγητής Μ. Μπίρης


Με το θέμα «Η πολιτική για τον σχεδιασμό του χώρου και τη διαχείριση των μνημείων στην πόλη της Ρόδου κατά την ιταλική κατοχή 1912-47» παρουσιάζεται ένα κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας της πόλης της Ρόδου.

 

Πηγή έμπνευσης του θέματος της παρούσας μελέτης αποτέλεσαν οι γενικότεροι προβληματισμοί μου σχετικά με την ανάμειξη της πολεοδομίας στα θέματα της προστασίας των μνημείων.

Το θέμα εντάσσεται στο γενικότερο πεδίο των ζητημάτων της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, κυρίως όμως εκείνων που αφορούν στις σχέσεις μεταξύ του αστικού σχεδιασμού και της προστασίας διατηρητέων μνημείων. Τα τελευταία χρόνια το θέμα των ορίων του «ιστορικού διατηρητέου μνημείου» και γενικότερα της διεύρυνσης της έννοιας του μνημείου βρέθηκαν συχνά στο επίκεντρο των συζητήσεων που σχετίζονταν με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Κατά τις πρώτες συζητήσεις μου με τον Kαθηγητή M. Μπίρη, κύριο εισηγητή της παρούσας μελέτης, σχετικά με την περιοχή του θέματος, είχαμε από κοινού διαπιστώσει την απουσία μελέτης σε επίπεδο διδακτορικής διατριβής που να πραγματεύεται την τύχη των διατηρητέων μνημείων κατά τον σχεδιασμό των νέων ελληνικών πόλεων από τα καποδιστριακά χρόνια έως την ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης, μετά την πυρκαγιά του 1917. Η διερεύνηση του ρόλου των μνημείων στον αστικό σχεδιασμό, καθώς και της σημασίας των ιστορικών πυρήνων στην ένταξή τους στα ευρύτερα πολεοδομικά συγκροτήματα απαντούσε κατά κάποιο τρόπο στο αυξανόμενο ενδιαφέρον των τελευταίων χρόνων γύρω από τη διατήρηση των συνθηκών του περιβάλλοντος των μνημείων, καθώς επίσης και της ιστορικής φυσιογνωμίας των παραδοσιακών πυρήνων των πόλεων. Η ευρύτητα τόσο σε χρονικό όσο και τοπικό-γεωγραφικό επίπεδο του θέματος με τις ελληνικές πόλεις, οδήγησε στην επιλογή μιας πιο συγκεκριμένης γεωγραφικά και χρονολογικά περίπτωσης που ήταν εκείνης των επεμβάσεων στα μνημεία της πόλης της Ρόδου κατά τους πολεοδομικούς μετασχηματισμούς που αυτή υπέστη τα χρόνια που βρέθηκε υπό την ιταλική διοίκηση, μεταξύ του 1912 και του 1947.

Η Ρόδος, από νησί περιθωριακό που είχε καταντήσει από τον 7ο μ. Χ. αι. και ύστερα, αποκτά στα χρόνια της Ιπποτοκρατίας (1309-1522) μεγάλη στρατηγική και οικονομική σπουδαιότητα. Μεταβάλλεται σε προφυλακή της Δύσης και σε σημαντικό σταθμό για το εμπόριο μεταξύ Ευρώπης και Ανατολής. Πολύ σημαντική στάθηκε η οικοδομική δραστηριότητα του Τάγματος των Ιπποτών στη Ρόδο, το οποίο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο νησί κατάφερε, προκειμένου να στεριώσει και να προστατεύσει την εξουσία του από τους γείτονές του εχθρούς, να ανακαινίσει και να μεγαλώσει την πόλη, προπάντων όμως να ενισχύσει και να εκσυγχρονίσει με τον καλύτερο τρόπο το σύστημα της οχύρωσής της. Στα τέλη του 15ου αιώνα όσοι είχαν γνωρίσει την πόλη της Ρόδου τη θεωρούσαν από τις ωραιότερες και ισχυρότερες της Ανατολικής Μεσογείου.

Σήμερα η περιτειχισμένη πόλη της Ρόδου αποτελεί ένα από τα μοναδικά στον κόσμο δείγματα εν ζωή μεσαιωνικής καστροπολιτείας, και παράλληλα μια από τις λίγες περιπτώσεις, στην ελληνική πραγματικότητα, αδιατάρακτου και ζωντανού διατηρητέου οικιστικού πυρήνα. Κηρυγμένη ήδη από το 1960 από το Υπουργείο Πολιτισμού σε «διατηρητέο μνημειακό συγκρότημα», και το 1988 από την UNESCO σε μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, τα τελευταία χρόνια βρίσκεται συνεχώς στο κέντρο του ενδιαφέροντος για την προστασία της φυσιογνωμίας των ιστορικών πόλεων και συγχρόνως αποτελεί ως ένα μεγάλο βαθμό υπόδειγμα για την Ελλάδα συνολικής διατήρησης ιστορικού κέντρου σύγχρονης πόλης. Είναι νομίζω κοινή διαπίστωση ότι ως ένα σημαντικό βαθμό η εικόνα σήμερα μεγάλου τμήματος του κέντρου της πόλης της Ρόδου οφείλεται στην τριακονταπενταετή ιταλική διοίκηση εκεί. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι η διαμόρφωση της εικόνας αυτής έλαβε χώρα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που χαρακτηρίσθηκε από ιδιαίτερα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα, όπως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, καθώς επίσης και από την πληθώρα των αναστηλωτικών επεμβάσεων και των πολεοδομικών μετασχηματισμών των ιστορικών κέντρων, παράλληλα με τις ζυμώσεις και τους συνεχείς προβληματισμούς σε θεωρητικό επίπεδο, στον ευρωπαϊκό χώρο και ιδιαίτερα στην Ιταλία. Η σημασία της περίπτωσης της Ρόδου, στο πλαίσιο της διερεύνησης του ρόλου των μνημείων και της προστασίας τους στον σχεδιασμό της πόλης, επιβεβαιώνεται ακόμα μέχρι τις μέρες μας όταν διαπιστώνεται ότι οι επεμβάσεις τα χρόνια εκείνα αποτελούσαν μέρος ενός γενικότερου πολιτικού προγράμματος. Η εξακρίβωση της μοναδικότητας της περίπτωσης αυτής για τον ελλαδικό χώρο αποτέλεσε παρότρυνση προς μια εκτενή εμβάθυνση σε επίπεδο μελέτης διδακτορικής διατριβής.

Κύριος παράγοντας στην επιλογή του θέματος: «Η πολιτική για τον σχεδιασμό του χώρου και τη διαχείριση των μνημείων στην πόλη της Ρόδου κατά την ιταλική κατοχή 1912-1947», ήταν ότι αυτό το θέμα συνδύαζε τόσο το γενικότερο πεδίο του ενδιαφέροντός μου, όσο επιπλέον και την παράμετρο των ιστορικών γεγονότων και της πολιτικής ειδικότερα, που απ' ό,τι φαίνεται μέσα σε εκείνη την τριακονταπενταετία έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο σχεδόν στους περισσότερους τομείς των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Σημαντικό ρόλο στην πιο πάνω επιλογή έπαιξε οπωσδήποτε το γεγονός ότι ενώ τα τελευταία χρόνια είναι ολοένα αυξανόμενο το ενδιαφέρον από πλευράς μελετητών για την έρευνα και την παρουσίαση των έργων και των δραστηριοτήτων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας εκείνης της χρονικής περιόδου στη γεωγραφική περιοχή της Δωδεκανήσου, ελάχιστες έως ανύπαρκτες είναι ωστόσο οι αναφορές στο ευρύ έργο στην προστασία των μνημείων και στον σχεδιασμό του χώρου προκειμένου αυτά να ενταχθούν στο σύγχρονο πολεοδομικό περιβάλλον. Εξάλλου, οι περισσότερες αναφορές και δημοσιεύσεις για την νέα αρχιτεκτονική στα Δωδεκάνησα έχουν ως χρονολογική αφετηρία το 1924, δηλαδή την χρονιά που έγιναν οριστική κτήση της Ιταλίας, διότι πραγματικά από τότε και στο εξής ξεκίνησε ο σχεδιασμός νέων κτηρίων, αφήνοντας όμως εκτός αναφοράς μια δωδεκαετία ιταλικής παρουσίας, ιδιαίτερα γόνιμης στον τομέα των αποκαταστάσεων και της διαχείρισης των μνημείων.

Ένα χρόνο πριν την έναρξη της εκπόνησης της παρούσας μελέτης, δημοσιεύθηκε ο κατάλογος της έκθεσης της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών με τίτλο: «Η ιταλική παρουσία στη Δωδεκάνησο την περίοδο 1912-1948. Η αρχαιολογική έρευνα. Η συντήρηση. Οι αρχιτεκτονικές επιλογές», ενώ συμπτωματικά την εποχή που γινόταν αποδεκτό για εκπόνηση από την Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π το θέμα της διδακτορικής μου διατριβής, είχα την τύχη να παραστώ στην εν λόγω έκθεση στον τρίτο και τελευταίο της σταθμό που έλαβε χώρα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών (1). Η έκθεση αυτή και οπωσδήποτε ο πιο πάνω κατάλογος, ο οποίος αποτέλεσε πολύτιμο βοήθημα για την εκκίνηση της έρευνάς μου, ήταν ένα επιπλέον κίνητρο και ερέθισμα προκειμένου να γνωρίσω εις βάθος τι ακριβώς συνέβη τα χρόνια εκείνα στα μνημεία της πόλης της Ρόδου, κάτω από ποιες συνθήκες, με ποια κριτήρια, βάσει ποιων πρακτικών, όπως επίσης και για ποιους λόγους έγιναν οι συγκεκριμένες επιλογές σχεδιασμού.

Η παρούσα μελέτη με την εξέταση ενδεικτικών παραδειγμάτων αποκατάστασης μνημείων της περιτειχισμένης πόλης και του άμεσου περιβάλλοντος αυτής, όπως επίσης και των πολεοδομικών παρεμβάσεων εντός και γύρω από αυτήν στόχο έχει, στο μέτρο του δυνατού βέβαια, να απαντήσει σε διάφορα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα στο πώς βρέθηκαν οι ιταλοί στη Ρόδο εκείνη την χρονική περίοδο, τι γύρευαν και τι έψαχναν σε έναν τόπο ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ μεταξύ των κύριων βλέψεων της αποικιακής τους πολιτικής. Σε τι τελικά αποσκοπούσε η παρουσία τους στη ξεχασμένη αυτή γωνιά του ΝΑ Αιγαίου, τι συμβόλιζε για αυτούς η Ρόδος, όπως επίσης εάν και για ποιους λόγους στην πόλη αυτή ακολούθησαν διαφορετικές τακτικές σχεδιασμού σε σχέση με άλλες πόλεις των κτήσεών τους και τέλος, πώς κατάφεραν να αφήσουν αδιάψευστα τα ίχνη της παραμονής τους εκεί.

Η μελέτη διαρθρώνεται σε τρία μεγάλα μέρη, τα οποία με τη σειρά τους χωρίζονται σε κεφάλαια, που ακολουθούν τις τρεις κύριες ιστορικές περιόδους της ιταλικής κατοχής της Δωδεκανήσου. Το 1924, όπως ήδη σημειώθηκε, αποτελεί χρονιά ορόσημο για την ιταλική παρουσία στην περιοχή, αφού εκείνη τη χρονιά, με την επισημοποίηση της Συνθήκης της Λωζάνης (24/7/1923) από το ιταλικό Κράτος, ξεκινά η μόνιμη κατοχή και η πλήρης κυριαρχία των Νησιών. Αυτό είχε ως επακόλουθο από την χρονιά αυτή να ξεκινήσει το «χτίσιμο της Ιταλικής Ρόδου» και να τεθούν οι βάσεις για την σύγχρονη εικόνα της πόλης. Τότε, με την εκπόνηση και του Ρυθμιστικού Σχεδίου, αποσαφηνίζονται οι προθέσεις του κατακτητή και συνειδητοποιείται ότι και η Ρόδος μπορεί να αποτελέσει κατάλληλο πεδίο εφαρμογής της αποικιακής πολεοδομίας. Τη χρονιά εκείνη αποχωρεί ο πρώτος Έφορος Μνημείων και Ανασκαφών και μέχρι τότε Διευθυντής της Αρχαιολογικής Αποστολής στα Νησιά, αρχαιολόγος Amedeo Maiuri, ο οποίος σφράγισε με την παρουσία του την πρώτη χρονική περίοδο της ιταλικής κατοχής (1912-1924), που αν και επίσημα είχε έναν προσωρινό χαρακτήρα, οι δραστηριότητες και το έργο των αρχαιολόγων σε συνδυασμό με τις εργασίες στα μνημεία της πόλης αποκάλυπταν μάλλον τις ενδόμυχες προθέσεις της Διοίκησης. Τέλος, την ίδια χρονιά το νέο πολιτικό σκηνικό στην Μητρόπολη Ιταλία, μετά την άνοδο του φασισμού στα τέλη του 1922, αποκτά το πραγματικό του απολυταρχικό ύφος θέτοντας έτσι σε ισχύ τα μεγαλεπήβολά σχέδιά του.

Το πρώτο, επομένως, μέρος της διατριβής καλύπτει την πρώτη περίοδο από το 1912 έως το 1924, η οποία σηματοδοτείται από το έργο του Amedeo Maiuri, ενώ τα δύο επόμενα καλύπτουν την κρισιμότερη φάση της ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα από το 1924 έως το 1947, η οποία διακρίνεται σε δύο υποπεριόδους. Το δεύτερο μέρος καλύπτει τα χρόνια της διακυβέρνησης του Mario Lago, οι πρωτοβουλίες του οποίου ήταν καθοριστικές και στόχευαν στο να βγάλουν την Ρόδο από το περιθώριο και να την καταστήσουν αφενός ισότιμη, αλλά αφετέρου και με έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα μεταξύ των άλλων αποικιών της Ιταλίας. Το τρίτο μέρος καλύπτει την τελευταία φάση κατοχής από το 1936 έως το 1947, μέχρι δηλαδή τη χρονιά της ενσωμάτωσής της με την Ελλάδα. Μολονότι η Ιταλία είχε από το 1943 χάσει τον κύριο έλεγχο της κτήσης της, πολλοί τομείς της Διοίκησης, μεταξύ αυτών και η Αρχαιολογική Υπηρεσία, παρέμεναν υπό ιταλική εποπτεία. Η φάση αυτή στην ουσία ταυτίζεται με την περίοδο της «Αυτοκρατορίας» (Impero) εν ονόματι της οποίας το καθεστώς τόσο στη Μητρόπολη αλλά πολύ περισσότερο στις αποικίες δοκίμασε την περαιτέρω εδραίωσή του. Το απολυταρχικότερο αυτό ύφος του καθεστώτος εκφράσθηκε στα Νησιά μέσω του νέου Κυβερνήτη τους, Cesare Maria De Vecchi, (1936- 1940), ο οποίος ήταν ένας από τους τετράρχες του Φασισμού και επηρέασε με την πολιτική του στην ουσία όλη την τελευταία φάση της ιταλοκρατίας.

Η μελέτη ολοκληρώνεται με ένα τελευταίο, τέταρτο μέρος, που είναι τα συμπεράσματα. Σε αυτό το μέρος, με την αντιπαράθεση των παραδειγμάτων που εξετάσθηκαν σε κάθε μια από τις τρεις χρονικές περιόδους με περιπτώσεις αντίστοιχων επεμβάσεων τόσο στο δεύτερο μετά τη Ρόδο αστικό κέντρο της Δωδεκανήσου, την Κω, όσο και σε αστικά κέντρα της Μητρόπολης Ιταλίας, αλλά και σε πόλεις των αποικιών άλλων μεγάλων δυνάμεων της εποχής, θα επιχειρηθεί να απαντηθούν ουσιώδη ερωτήματα και διαμέσου μιας επιμέρους κριτικής, να προσδιορισθεί η απήχηση των επεμβάσεων αυτών στην σύγχρονη αντίληψη: η πρόσληψη του «φαινομένου» της πόλης της Ρόδου από το ελληνικό κράτος και το ελληνικό κοινό.

Κρίθηκε τέλος σκόπιμο να περιληφθεί ως παράρτημα ένα κεφάλαιο το οποίο στην ουσία είναι μια συνοπτική παρουσίαση των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών στην Ιταλία τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.



Δείτε τη διδακτορική εργασία ΕΔΩ (pdf, 3.8 mb)

 

1. Τον Οκτώβριο του 1993 η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή των Αθηνών, με την ευκαιρία των εορτασμών των 2.400 χρόνων από την ίδρυση της πόλης της Ρόδου, οργάνωσε εκεί την έκθεση: «Η ιταλική παρουσία στη Δωδεκάνησο την περίοδο 1912-1948. Η αρχαιολογική έρευνα. Η συντήρηση. Οι αρχιτεκτονικές επιλογές». Στη συνέχεια, το 1996, η ίδια έκθεση παρουσιάσθηκε στη Ρώμη, σε συνεργασία με την εκεί Εφορεία Αρχαιοτήτων. Τρίτος και τελευταίος σταθμός της ίδιας έκθεσης η Αθήνα όπου σε συνεργασία με το Υπ.Πο. παρουσιάσθηκε το φθινόπωρο του 1997. Ο εν λόγω κατάλογος επιμέλεια της αρχαιολόγου και του αρχιτέκτονα Monica Livadiotti και Giorgio Rocco, La presenza italiana nel Dodecaneso tra il 1912 e il 1948. La ricerca archeologica. La conservazione. Le scelte progettuali. Edizioni Del Prisma, Catania, 1996, αποτέλεσε βασικό σημείο αναφοράς της μελέτης αυτής.

 

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ
Το greekarchitects.gr καλεί όλους όσοι επιθυμούν να μας αποστείλουν τη διδακτορική τους εργασία για δημοσίεση.Οι συγκεκριμένες εργασίες μπορούν να μας αποσταλούν και σε pdf αρχείο - λόγο μεγέθους. Μαζί με το pdf θα πρέπει να μας αποσταλεί και μια περιγραφή έως 100 λέξεις καθώς και τουλάχιστον μία φωτογραφία εισαγωγής.

 

 

Share |
 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2021. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital