ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

 

16 Φεβρουάριος, 2015

Η λειτουργία της αρχιτεκτονικής και το κέλυφος της πίστης

Κάθε φορά, σπάνια στ' αλήθεια, που συζητάμε στην Ελλάδα για τη σχέση αρχιτεκτονικής και εκκλησίας, επανέρχεται το γνωστό αμήχανο ερώτημα: γιατί δεν υφίσταται αυτό που σε κανονικές συνθήκες θα αποκαλούσαμε «σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία»;

Του Ανδρέα Γιακουμακάτου

 

Κάθε φορά, σπάνια στ' αλήθεια, που συζητάμε στην Ελλάδα για τη σχέση αρχιτεκτονικής και εκκλησίας, επανέρχεται το γνωστό αμήχανο ερώτημα: γιατί δεν υφίσταται αυτό που σε κανονικές συνθήκες θα αποκαλούσαμε «σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία»; Γιατί η νεότερη ελληνική αρχιτεκτονική δεν έχει να επιδείξει εκκλησιαστικά κελύφη που να μαρτυρούν την πρόσληψη του Θείου σήμερα, έναν δηλαδή σύγχρονο τρόπο μέθεξης της μεταφυσικής διάστασης και του οικουμενικού χαρακτήρα της ορθόδοξης πίστης; Για να το πούμε αλλιώς: γιατί δεν συμβαίνει στην Ελλάδα ό,τι συμβαίνει φυσιολογικά σε όλη ανεξαιρέτως τη χριστιανική Δύση; Η διαφορετικά, για ποιο λόγο η τυπολογία της ορθόδοξης εκκλησίας δεν έχει μεταβληθεί στο πέρασμα των αιώνων και ιδιαίτερα στη διάρκεια του 20ου και του 21ου, συντηρώντας επίμονα μια χωρική αντίληψη και κατά συνέπεια μια ιδέα της μορφής που δεν παρουσιάζει σημάδια ανανέωσης ανάλογα με τις μεταβολές των κοινωνικών συνθηκών και των αιτημάτων του σύγχρονου πολιτισμού;

Το ερώτημα θα μπορούσε να θεωρηθεί καινοφανές ή και προκλητικό, αν σε κάθε γωνιά του κόσμου η χριστιανική θρησκεία δεν έθετε το ζήτημα με επιμονή και δεν επεδίωκε να δώσει μια απάντηση εναρμονισμένη με τις εξελίξεις του λειτουργικού και την ανάγκη πιο άμεσης επικοινωνίας της θρησκείας με το ποίμνιο. Αν η κατοικία του ανθρώπου υιοθετεί άπειρες χωρικές μορφές, δεν κατανοείται για ποιο λόγο η κατοικία του -ορθόδοξου- Θεού πρέπει να αποκρυσταλλώνεται σε μια χωρική λύση αμετάβλητη και ανελαστική, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές, αρχιτεκτονικές και πολιτισμικές, ακόμη και τις χωροταξικές, συνθήκες του περιβάλλοντος και γενικότερα του φυσικού και τεχνητού τοπίου. Τα ερωτήματα που τίθενται αναζητούν μια ορθολογική θεμελίωση και επιθυμούν να ανοίξουν διάλογο πάνω σε ένα τυπολογικό θέμα που ουσιαστικά δεν απασχολεί την Ορθόδοξη Εκκλησία και απουσιάζει από το σχεδιαστήριο των ελλήνων αρχιτεκτόνων.

Ο όρος «εκκλησία» (λατ. ecclesia) υιοθετήθηκε από τον χριστιανισμό μέσω των αποστολικών κειμένων για να καθορίσει την πράξη της «συνάθροισης», σε ενιαίο χώρο, του σώματος των πιστών μαζί με τον Θεό και τους αγίους. Στο κτίριο της εκκλησίας πραγματοποιείται η συμμετοχή του πιστού στη ζωή του Θεού και ταυτόχρονα στην κοινωνία του χριστεπώνυμου πληρώματος. Ο Απόστολος Παύλος ήδη αναφέρεται επανειλημμένα στην ανάγκη συγκεκριμένων χώρων για τη λατρεία. Από τον 2ο αιώνα και μετά, όταν σχηματοποιείται το θρησκευτικό τελετουργικό, οι χώροι αυτοί είναι ιδιωτικές κατοικίες, οι domus ecclesiae, που προσαρμόζονται στις λατρευτικές ανάγκες. Τα πρώτα παραδείγματα του είδους επισημαίνονται στη Μεσοποταμία μεταξύ του 3ου και του 4ου αιώνα και η τυπολογία τους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η παλαιοχριστιανική βασιλική, της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, προέρχεται μάλλον από την επεξεργασία διαφόρων στοιχείων της παγανιστικής αρχιτεκτονικής προσαρμοσμένων στις νέες λειτουργικές απαιτήσεις.

Μετά τον Κωνσταντίνο η εκκλησιαστική τυπολογία εξελίσσεται με ποικίλους τρόπους, από τους οποίους το σχήμα της βασιλικής και εκείνο του κτιρίου κεντρικής κάτοψης συμβιώνουν με αξιοθαύμαστο τρόπο στη βυζαντινή αρχιτεκτονική. Η εξέλιξη της ναοδομίας πραγματοποιείται στη συνέχεια, από τον 8ο αιώνα μ.Χ. και μετά, με διαφορετικά εκφραστικά μέσα στην Ευρώπη και στο Βυζάντιο, και συμβάλλει στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής από κάθε άποψη, κυρίως μορφοπλαστική και τεχνολογική-κατασκευαστική. Αξίζει εντούτοις να σημειωθεί ότι, ενώ οι τυπολογικές λύσεις παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ως το τέλος του 19ου αιώνα, το στοιχείο της χωροδιατακτικής ανανέωσης, της κατασκευαστικής πρωτοτυπίας και της υψηλής καλλιτεχνικής έκφρασης χαρακτήρισε στη διάρκεια των αιώνων τόσο την ανατολική όσο και τη δυτική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Με άλλα λόγια, το κτίριο της εκκλησίας εξέφρασε πάντα τις πιο προωθημένες και πειραματικές αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής του.

Η ιστορία της ευρωπαϊκής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, δυτικής και ανατολικής, διαμορφώθηκε σε άμεση σχέση με την εξέλιξη του τυπικού της λειτουργίας. Το τυπικό αυτό αποτέλεσε ένα είδος «οικοδομικού κανονισμού» για τον σχεδιαστή του εκκλησιαστικού κτιρίου, έτσι ώστε να ικανοποιούνται με τον καλύτερο τρόπο οι τελετουργικές και λατρευτικές ανάγκες. Οι κανόνες όμως αυτοί που διέπουν το τυπικό της λειτουργίας, επειδή αφορούν μια κοινότητα πιστών με διαφορετική κάθε φορά σύνθεση, δραστηριότητες και συμμετοχή, δεν θεωρούνται απόλυτα σταθεροί και αναλλοίωτοι αλλά μεταβλητοί, για να ανταποκριθούν ακριβώς στις ανάγκες κάθε ιστορικής περιόδου, στις ανάγκες της κοινωνίας στις οποίες η Εκκλησία με την πάροδο των ετών (είναι σκόπιμο να) προσαρμόζεται. Το λειτουργικό τυπικό βέβαια δεν μπορεί να υπόκειται σε συνεχή μεταβολή και είναι γνωστό ότι σε όλα τα δόγματα, της Ανατολικής Ορθόδοξης ή της Δυτικής Εκκλησίας, διατηρείται ένα πλαίσιο απαράβατων θέσεων που καθορίζουν την πεμπτουσία των εξ αποκαλύψεως αρχών τις οποίες πρεσβεύουν.

Η εξέλιξη της χριστιανικής ναοδομίας στον 20ο αιώνα ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους για πάρα πολλούς λόγους, από τους οποίους ο κυριότερος είναι η σχέση του κάθε δόγματος με την κοινωνία και τους συντεταγμένους θεσμούς. Στη Δύση, η Εκκλησία αποδεσμεύτηκε από το πολιτικό έθνος και τέθηκε μάλιστα ανταγωνιστικά ως προς αυτό, στην προσπάθεια προσέλκυσης των πιστών σε ένα πλαίσιο ελεύθερης ανταλλαγής ιδεών (στην Ιταλία και στις άλλες χώρες της Ευρώπης οι «καθολικοί» και οι «λαϊκοί» αποτελούν δύο απόλυτα διακριτές κατηγορίες). Ακόμη και η αναμφίβολη εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας είναι γεωγραφικά οικουμενική και όχι τοπική ή εθνικιστική. Ο αυτοκέφαλος, και μοιραία τοπικιστικός χαρακτήρας των Ορθόδοξων Εκκλησιών ευνόησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη πιο ασφυκτικών δεσμών μεταξύ αυτών και του κράτους.

Με τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού (1963-1965) υπογραμμίστηκε η εμπιστοσύνη της Εκκλησίας της Ρώμης στη σύγχρονη τέχνη και τον πολιτισμό, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης που περιελάμβανε μεταξύ άλλων την τελετή της λατινικής -ιταλικής πλέον σήμερα- λειτουργίας, ενώ προωθήθηκε ο εκσυγχρονισμός της εκκλησιαστικής κτιριολογίας με μια σειρά από αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς που από τότε έχουν προικίσει την Ιταλία με εκατοντάδες νέα κελύφη. Στις δυτικές κοινότητες (καθολικές και προτεσταντικές) είναι αδιανόητη η ανέγερση, σήμερα, εκκλησιαστικών κτιρίων που μιμούνται μορφές ή λειτουργίες άλλων εποχών. Το κτίριο μάλιστα της εκκλησίας προσλαμβάνεται πλέον σήμερα στη Δύση ανάλογα με εκείνο του θεάτρου και του μουσείου, όσον αφορά την αστική σηματοδότηση και τον κοινωνικό και πολιτισμικό ρόλο ως αστικού πυκνωτή.

Τούτο μπορεί να οδηγήσει, ενίοτε, σε φορμαλιστικά αποτελέσματα: ο γενικός «πολιτικός» προσανατολισμός της Δυτικής εκκλησίας είναι εύστοχος, αλλά δεν σημαίνει ότι όλα τα νέα κτίρια είναι αριστουργήματα. Ωστόσο, η ειδική κάθε φορά αποτίμηση ενός νέου κελύφους αποτελεί ζώσα και συμμετοχική, μια «διαδραστική» θα έλεγα αποτίμηση της τρέχουσας ποιότητας του θρησκευτικού αισθήματος της συγκεκριμένης κοινωνίας αλλά και του βαθμού κοινωνικής διείσδυσης και του ρόλου της αντίστοιχης εκκλησίας. Η συζήτηση για την πίστη διαμορφώνεται τότε από προβληματισμένους, ελεύθερους και συνειδητούς πολίτες που δεν ταυτίζουν μηχανιστικά τη μεταφυσική με ένα συγκεκριμένο κτιριακό κέλυφος αλλά την ανάγουν σε πνευματικό γεγονός ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής διαδρομής και επεξεργασίας. Γιατί η πίστη δεν έχει μορφή, ή μάλλον έχει άπειρες: η μορφή είναι μια σύμβαση, ένας κώδικας επικοινωνίας. Και αν η σύμβαση αυτή ήταν η πρέπουσα, ως προϊόν του πνευματικού, υλικού και τεχνολογικού πολιτισμού πριν από 10 αιώνες, δεν σημαίνει ότι είναι κατάλληλη και σήμερα. Η αντίφαση είναι προφανής, με ποινή πλήρους απόσχισης της κάθε Εκκλησίας από την εποχή της.

Στον χώρο του καθολικού δόγματος επιχειρήθηκε πάντως, με την οικουμενική σύνοδο του Βατικανού που ολοκληρώθηκε το 1965, να διαχωριστεί το σώμα των αμετάβλητων λειτουργικών κανόνων (θεϊκής προέλευσης) από εκείνους που είναι δυνατόν να μεταβληθούν, και εξαιτίας του ότι αποτελούν αντικείμενο διαφορετικής θεολογικής ερμηνείας. Από τη δεκαετία του 1960, για παράδειγμα, η ίδια η ιταλική Επισκοπική Σύνοδος έχει αναλάβει την πρωτοβουλία διεξαγωγής πολλών αρχιτεκτονικών διαγωνισμών με πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα σε κάθε περιοχή της χώρας. Ο γερμανόφωνος χώρος αποτελεί πάντως από τις αρχές του 20ου αιώνα το πιο πρόσφορο έδαφος προβληματισμού με ενδείξεις πολύ ενδιαφέρουσας και ουσιαστικής ανανέωσης.

Η λειτουργία δεν μπορεί να θεωρείται ένας άνυδρος και αφηρημένος κατάλογος τελετουργικών διαδικασιών οι οποίες θα πρέπει απλώς να διεκπεραιωθούν, αλλά ενσαρκώνει τον συλλογικό χαρακτήρα της θρησκευτικής μύησης σύμφωνα με τις ειδικές ανάγκες της κοινότητας των πιστών. Για τον σχεδιασμό μιας εκκλησίας δεν μπορεί λοιπόν να τίθεται το ζήτημα της μηχανικής εφαρμογής προκαθορισμένων κανόνων για την επίλυση του προβλήματος της σχέσης μεταξύ κτιστού κελύφους και ιερής ακολουθίας. Η λειτουργία εμπεριέχει την έννοια της «συμμετοχής» του κάθε μεμονωμένου πιστού, έννοια η οποία μεταβάλλεται ανάλογα με την ιστορική και πολιτισμική συγκυρία. Αν σήμερα με τον όρο «εκκλησία» καταφέρουμε να μην εννοούμε απλώς το κτιριακό κέλυφος, αλλά κυρίως το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι μεταβαίνουν στον συγκεκριμένο χώρο και συμμετέχουν στις διάφορες δραστηριότητες που αναπτύσσονται από τη θρησκευτική κοινότητα, τότε επιστρέφουμε στη γνήσια, πρωτοχριστιανική έννοια της «συνάθροισης». Τούτο σημαίνει ότι αναθεωρείται η συνολική αντίληψη για τον προκαθορισμένο χαρακτήρα του κελύφους και καθιερώνεται μια διαφορετική σχέση μεταξύ του αρχιτέκτονα, του ειδικού επί του λειτουργικού και της κοινότητας των πιστών. Η εκτέλεση ενός μεγάλου μέρους του τυπικού της ακολουθίας μπορεί να διεξάγεται ανεξάρτητα από προκαθορισμένες χωρικές δεσμεύσεις, ενώ ο κυρίως ναός για το εκκλησιαζόμενο πλήρωμα οφείλει να ανταποκρίνεται σήμερα στις έντονα διαφοροποιημένες και εξελιγμένες κοινωνικές συνθήκες (ας σκεφθούμε μόνο το ασύμβατο της έννοιας του «γυναικωνίτη» στη σύγχρονη ορθόδοξη εκκλησία ή το γεγονός ότι δεν τίθεται πλέον θέμα διαχωρισμού των φύλων στο αξονικά συμμετρικό εσωτερικό της). Όταν η πίστη δεν ταυτίζεται μηχανιστικά με ένα προδιαγεγραμμένο κτιριακό κέλυφος, τότε πιθανώς γίνεται πιο συμμετοχική και ουσιαστική για τον κάθε πιστό που σήμερα είναι πριν από όλα ένας συνειδητός πολίτης.

Οι εκκλησίες άλλωστε είναι κτίρια των οποίων η ζωή είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων χρηστικών κατασκευών. Η ανέγερσή τους, κατά συνέπεια, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις τεχνικές παραμέτρους φυσικής αντοχής αλλά και πνευματικής διάρκειας, με την έννοια της διαμόρφωσης ενός κελύφους που να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στις μελλοντικές ανάγκες όχι μόνο από την άποψη του λειτουργικού αλλά εξίσου από εκείνη της κοινωνικής χρηστικότητας και ανταπόκρισης, αν η θρησκεία επιθυμεί να βρίσκεται στο κέντρο της ζωής του πληρώματος και των αιτημάτων του σύγχρονου πολιτισμού. Το σύγχρονο κτιριακό κέλυφος της εκκλησίας πρέπει να χαρακτηρίζεται από έναν βαθμό «δημοκρατικής ελαστικότητας», να δίνει δηλαδή μια αίσθηση ελευθερίας στα μέλη της θρησκευτικής κοινότητας, πράγμα που δεν συνδέεται τόσο με χρηστικές παραμέτρους όσο με τον χωρικό πλούτο ενός κτιρίου ανοιχτού στον πνευματικό διάλογο με το θείο. Στην πρόσφατη ιστορία της δυτικής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής υπάρχουν αρκετά παραδείγματα σχεδιασμένα από αρχιτέκτονες που ερμήνευσαν με ανανεωτικό τρόπο τη βαθύτερη έννοια του λειτουργικού της ιερής ακολουθίας, συμβάλλοντας έτσι σε μια γενικότερη, «επίσημη» υιοθέτηση αυτών των προσεγγίσεων.

Το κτίριο της εκκλησίας δεν φιλοξενεί απλώς μια τελετή αλλά μεταποιεί την εσώτερη σημασία της. Η εκκλησία, θεωρητικά, μπορεί να έχει άπειρες μορφές και κάθε κέλυφος μπορεί να είναι κατάλληλο για αυτόν τον σκοπό, από τη στιγμή που υποβάλλει «πνευματική υπεραξία» στον χώρο στον οποίο συντελείται η ιερή ακολουθία. Τούτο δεν σημαίνει ότι από τη στιγμή όπου βεβαίως παράγονται μέτρια ή και κακά αρχιτεκτονικά παραδείγματα σε κάθε τυπολογική κατηγορία, το θέμα του εκκλησιαστικού κτιρίου μπορεί να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από έναν έλεγχο, που έχει όμως να κάνει αφενός με την κοινή -σχεδιαστική- λογική, αφετέρου με το κάθε φορά γενικώς αποδεκτό θρησκευτικό αίσθημα, και όχι με δογματικές αντιλήψεις συντηρητικής προσκόλλησης σε πρότυπα που ουσιαστικά εξαιρούν τη ναοδομία από οποιονδήποτε σύγχρονο προβληματισμό.

«Το να σχεδιάζεις μια εκκλησία είναι λιγάκι σαν να επανασχεδιάζεις τη θρησκεία, σαν να επαναπροσδιορίζεις την ουσία της» σημείωνε σε ένα κείμενο της δεκαετίας του 1950 ο Gio Ponti. Ο ιταλός αρχιτέκτονας υπογράμμιζε έτσι την ανάγκη αποκάλυψης της ουσίας των πραγμάτων, της εγκατάλειψης κάποιων επιφανειακών θεολογικών και γενικότερα θρησκευτικών συμβάσεων που είναι αποτέλεσμα περισσότερο πνευματικής αδράνειας. Χωρίς αμφιβολία το θέμα είναι από τα πιο απαιτητικά για τον σύγχρονο αρχιτέκτονα, από τον οποίο απαιτείται η ικανότητα υπέρβασης και αναμέτρησης με την ίδια την ιστορία και μια μακραίωνη, ισχυρότατη παράδοση.

Στη διάρκεια του 20ου αιώνα η σχέση μεταξύ δυτικής ναοδομίας και αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας υπήρξε άλλοτε στενή και άλλοτε απόμακρη, και για τον λόγο ότι το μοντέρνο κίνημα του μεσοπολέμου προσανατολίστηκε περισσότερο στην επίλυση «πολιτικών» και κοινωνικών προβλημάτων, και στον σχεδιασμό άλλου είδους χρηστικών κτιρίων όπως η κατοικία, το σχολείο, το νοσοκομείο. Η μεταπολεμική σχέση των αρχιτεκτόνων με το θέμα εξαρτήθηκε, όπως είναι φυσικό, από τη στάση και την ενθάρρυνση του παραγγελιοδότη, δηλαδή της επίσημης Εκκλησίας. Τα εκκλησιαστικά κτίρια, κατά συνέπεια, που εναρμονίζονταν με το κλίμα του σύγχρονου αρχιτεκτονικού προβληματισμού πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη με σημαντική καθυστέρηση, που οφείλουμε να πούμε ότι οφείλεται τόσο στον ακαδημαϊσμό της αρχιτεκτονικής παράδοσης των τελευταίων αιώνων όσο και στον συντηρητισμό των εκκλησιαστικών αρχών.

Το γεγονός αυτό οδήγησε, όχι σπάνια, σε παρανοήσεις και στην πραγματοποίηση εκκλησιαστικών κτιρίων που αφενός χαρακτηρίζονται από έναν μοντερνιστικό φορμαλισμό, αφετέρου από την εφαρμογή τυπολογικών λύσεων ουσιαστικά συμβατικών. Παρά τον υπολογίσιμο αριθμό «νέων» εκκλησιών, τα άξια παραδείγματα υψηλής αρχιτεκτονικής δεν είναι πολλά και συνήθως προέρχονται από ιδιαίτερα γνωστούς και ταλαντούχους μελετητές. Το θέμα άλλωστε είναι τόσο ευαίσθητο και ολισθηρό που δεν αφήνει περιθώρια για αβασάνιστους πειραματισμούς, ενώ ως πρόσφατα δεν περιλαμβανόταν στα ενδιαφέροντα της αρχιτεκτονικής κριτικής. Ακόμη όμως και όταν συμβαίνει αυτό, η ανάλυση έχει κυρίως μορφοπλαστικό χαρακτήρα, παραβλέποντας το ειδικό πνευματικό, υπερβατικό θα λέγαμε, περιεχόμενο που πρέπει να διέπει την οντολογία του εκκλησιαστικού κελύφους. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι πολλά από τα σημαντικότερα παραδείγματα της δυτικής «νέας ναοδομίας», πέρα από τα στοιχεία ανανέωσης που εισάγουν στο τυπολογικό επίπεδο και σε εκείνο της λειτουργίας (με τη διπλή έννοια της λέξης), βρίσκονται σε έναν αιρετικό διάλογο με τη σύγχρονη αρχιτεκτονική, με την έννοια ότι υπερβαίνουν τις συμβάσεις της και συμβάλλουν στον εμπλουτισμό αυτού καθαυτού του αρχιτεκτονικού πολιτισμού της εποχής τους.

Η δυτική εκκλησιαστική τυπολογία σήμερα δεν έχει καταλήξει σε αποκρυσταλλωμένες λύσεις. Χαρακτηρίζεται από ένα καθεστώς ελεύθερων επιλογών που συνδέονται τόσο με τις τεχνολογικές εξελίξεις όσο και με την προσωπικότητα των μεμονωμένων αρχιτεκτόνων, ενώ λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά του δομημένου περιβάλλοντος στο οποίο ο ναός εντάσσεται. Το κτίριο της εκκλησίας είναι ένα σχεδιαστικό θέμα όπως όλα τα άλλα που συνθέτουν την ταυτότητα του ιστού της πόλης. Η ιδιαιτερότητά του επιτρέπει την επεξεργασία ενός διακεκριμένου αρχιτεκτονικού χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα επιβάλλει την ικανότητα διαλόγου και οργανικής ένταξης στο αστικό (ή και στο φυσικό) πλαίσιο. Μπορεί να παραβληθεί με άλλα κτίρια με εξέχοντα δημόσιο χαρακτήρα και ιδιαίτερο πολιτισμικό και πνευματικό ρόλο, όπως το μουσείο ή το πολιτιστικό κέντρο.

Είναι γνωστό ότι στη νεότερη ελληνική αρχιτεκτονική το θέμα της ανανέωσης του χαρακτήρα της ορθόδοξης εκκλησίας, και αν ακόμη έχει τεθεί, δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική αντιμετώπιση. Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε σε κάποιες προσπάθειες (ιδιαιτέρως σε μη πραγματοποιημένες μελέτες) που στο πλαίσιο της συνολικής αρχιτεκτονικής παραγωγής του 20ου αιώνα καταλαμβάνουν μια περιθωριακή θέση. Ο τελευταίος που ασχολήθηκε δημιουργικά με το θέμα είναι ο Αριστοτέλης Ζάχος (1872-1939), ο οποίος περιορίστηκε σε μια επεξεργασία του νεοβυζαντινού λεξιλογίου υιοθετώντας, σε λίγες περιπτώσεις, το οπλισμένο σκυρόδεμα. Η εκκλησιαστική κτιριολογία αποτελεί ταμπού για τους έλληνες αρχιτέκτονες (όχι εξαιτίας τους) ενώ τα πρόσφατα χτισμένα παραδείγματα που μας περιβάλλουν είναι συχνά ανάξια οποιουδήποτε κριτικού σχολίου. Ίσως σήμερα είναι καιρός η ελληνική Εκκλησία να προσεγγίσει με νέα αντίληψη το ζήτημα, όχι μόνο για να εκμεταλλευθεί τις δυνατότητες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής αλλά κυρίως για να επαναπροσδιορίσει την έννοια της πίστης σε διαφοροποιημένες κοινωνικές συνθήκες και να εξασφαλίσει την ουσιαστική συμμετοχή της στον αστικό και στον πνευματικό πολιτισμό της τρίτης χιλιετίας.

Στην Ελλάδα, όπως είναι γνωστό, η Εκκλησία επιδίωξε την ταύτιση με τις κρατικές δομές εξουσίας: η προσπάθεια απόδοσης ιστορικής αιτιολόγησης και η κωδικοποίηση αυτής της ταύτισης οδήγησε συνακόλουθα σε μια «αποκρυστάλλωση» (ή και απονέκρωση) της χτισμένης εικόνας της στον 20ο αιώνα, του εκκλησιαστικού δηλαδή κελύφους που οφείλει να υποστηρίζει και να διακηρύσσει αυτήν την ιστορικής φύσης αιτιολόγηση, τους «διελληνικούς» δηλαδή και μακραίωνες δεσμούς με το έθνος. Το κτίριο της εκκλησίας, αντί να υποβάλλει μια πάντα νέα, δηλαδή πειστική για την εποχή της, ερμηνεία του πνευματικού, του μεταφυσικού και του οικουμενικού, να είναι με άλλα λόγια φορέας μιας πρωταρχικά οντολογικής διάστασης, καταλήγει στη δική μας πραγματικότητα ένα αρχιτεκτονικό ψεύδος κατάλληλο για κάθε περιοχή, ένα νεκρό κέλυφος που αποκοιμίζει την εγρήγορση και τον προβληματισμό για την έννοια της μορφής και τη μορφή της πίστης στον σύγχρονο κόσμο, που επιλέγει συνειδητά να καταφύγει στην καθησυχαστική και αυτοεπιβεβαιωτική επανάληψη μιας γλώσσας -υποτίθεται- του παρελθόντος.

Με τον τρόπο αυτόν το χριστεπώνυμο πλήρωμα συρρικνώνεται, όχι μόνο αριθμητικά αλλά και ιδεολογικά: οδηγείται απλώς στην κατανάλωση των εξωτερικών εικονογραφικών και «θεατρικών» χαρακτηριστικών μιας πολύ βαθύτερης και πολύπλοκης σχέσης με το ζήτημα της θρησκευτικής πίστης. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στο μωαμεθανικό και στο ιουδαϊκό δόγμα, όπου τα φαινόμενα θεοκρατικής αντίληψης της κοινωνίας και της σύνδεσης θρησκείας και κοσμικής εξουσίας εμφανίζονται επίσης οξυμένα. Είναι και αυτή μια πολιτισμική σύγκρουση Ανατολής και Δύσης, που διεξάγεται και με τη δική μας συμμετοχή.

 

 

του Ανδρέα Γιακουμακάτου
Μια πρώτη μορφή του παραπάνω κειμένου παρουσιάστηκε μέσω δύο άρθρων στην εφημερίδα «Το Βήμα» το 1999 και το 2007.

Share |

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2020. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital