ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

 

29 Ιούλιος, 2014

Και μετά την "Κρίση", πάλι Koolhaas

...φαντασματολογία, εκ του προχείρου, μ' αφορμή την αναμενόμενη τουριστική φαντασμαγορία...

Του Γιώργου Κουτούπη


fundamentals
Δυσκολεύτηκα ν' αναγνωρίσω την υπουργό τουρισμού στα εγκαίνια της Βενετίας. Η συνήθως εντυπωσιακή παρουσία της, σ' αυτήν την εκδήλωση, προσαρμόστηκε όσο να 'ναι στον τόνο που δίνουν οι νεο-ασκητικές περσόνες της συνομοταξίας των αρχιτεκτόνων, τύπου Koolhaas (επιτομή τού "Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού"). Σύμφωνοι, Βασίλη Μιστριώτη, υπάρχουν κι οι (εξόφθαλμες) εξαιρέσεις! Τόσο το κάλεσμα του υπερ-επιτρόπου της Μπιενάλε για στοχασμό πάνω στα "fundamentals" (τα θεμελιώδη ή στοιχειώδη) της εκατόχρονης μοντέρνας αρχιτεκτονικής, όσο κι η συγκρατημένη (για την περίσταση) εμφάνιση της υπουργού, μπορεί να μη μ' ενθουσίασαν (να το πω έτσι), μ' εξερέθισε όμως η υποκριτική αναδίπλωση, που σερβίρεται τώρα σαν αναστοχασμός και περίσκεψη. Υπό-κριτική.

Για τον τίτλο αυτού του κειμένου, θυμήθηκα ένα σύνθημα, απ' τη δεκαετία του 1980, της παλιάς Γιουγκοσλαβίας: «Μετά τον Τίτο, πάλι Τίτο!». Σύνθημα της απελπισίας, βέβαια, αλλά με βάθος απροσμέτρητο. Επί τούτοις, σε λίγο το σύνθημα εκείνο δεν θα 'χε νόημα (ακόμα κι αν ανασταίνονταν ο ίδιος ο ...Τίτο), αφού δεν θα υπήρχε πια η Γιουγκοσλαβία. Σ' αυτό μου το μπουρδούκλωμα, ο Koolhaas υποδεικνύει ότι αυτή η "κρίση" -- αυτιστικό να το επαναλάβω --, ότι ήρθε (κηρύχτηκε), όχι για να ξεπεραστεί, αλλά για να μείνει (ακόμα κι όταν κάποιοι δείκτες μπορεί να παίρνουν κάποια ανιούσα). Προφανώς, αυτό αφορά κατά μείζονα λόγο την εκπεσούσα "μεσαία τάξη" και τις προοπτικές της, εν μέσω φαντασιακών αγορεύσεων για το "remake" της χώρας μας, με το θεαματικό όχημα, εν προκειμένω, της επικείμενης εγχώριας τουριστικής υπέρ-παραγωγής.

Θα προσπαθήσω να ξετυλίξω, κάπως, ένα noir (μια διαδρομή απ' την Άλλη Μεριά) αυτού του "ρημέικ", για το οποίο η ιλληνική επιτροπεία (στη φετινή Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας) ανακαλεί κι επικαλείται, ως "ορίτζιναλ", το έργο μιας δεκαετίας στριμωγμένης, προσεκτικά, ανάμεσα στο 1955 κι '65. Κάτι σαν ιστορικό "ξέφωτο'", μια «μοναδική στιγμή στην αρχιτεκτονική μας», μαζί με την εμφάνιση του τουρισμού -- αλλά και του εγχώριου κινηματογράφου. Η αβαρία είναι καταφανής: η ψευδαίσθηση της απομόνωσης του γεγονότος (ή της στιγμής) απ' τον ιστορικό του περίγυρο, μόνο αναβιώσεις (κι "αναπαλαιώσεις") μπορεί να επιφέρει. Είναι δυνατόν, δηλαδή, η ιστορία να γίγνεται σαν κινηματογραφικό "ρημέικ"; Πρωταγωνιστούν τα "Ξενία", σε μια αλληγορία του δράματος της "Φιλοξενίας".

το φάντασμα των "Ξενία"
Έναν καιρό, κάποιο ταξίδι "αυτογνωσίας" (όπως θα το 'λεγε ο Α. Κωνσταντινίδης) ανά τη χώρα θα μπορούσε ν' ακολουθήσει εν πολλοίς τον χάρτη των "Ξενία" κι άλλων καταστημάτων του ΕΟΤ, όπως οι οργανωμένες "πλαζ" ή τα "τουριστικά περίπτερα" της επαρχίας. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να γίνει, ακολουθώντας τα "Hotel Amalia" του Ν. Βαλσαμάκη, και να κάνει ο περιηγητής τις παρατηρήσεις του για ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, που αυτά καλύπτουν.

Για κάποιο διάστημα ακόμα, τω καιρώ εκείνω, μπορούσε κανείς να προλάβει μερικά απ' τα "στοιχεία αυτογνωσίας" ή απ' τα "θεόκτιστα" -- μολονότι αυτά στις καταγραφές του Κωνσταντινίδη λιγόστευαν εντυπωσιακά πάνω απ' τον 40ο παράλληλο. Στο μεταξύ, όμως, κάτω απ' τις επιταγές της Ανοικοδόμησης και μ' εργαλείο (όπλο) την Αντιπαροχή, είχαν αρχίσει να γίνονται φανερά τ' αποτελέσματα της (καταστρεπτικής) επιχείρησης "τεχνητή λήθη" ανά την επικράτεια [01].

Αυτά, ας πούμε, μέχρι το 1990. Γιατί, έκτοτε εκείνα τα δημόσια έργα, μαζί με τις περιπέτειες του ΕΟΤ, άρχισαν να υπολειτουργούν μέχρι την οριστική τους εγκατάλειψη. Τα δε "Αμαλία", στο εξής, θ' ακολουθούσαν τη μεταμοντέρνα νεοκλασικιστική στροφή του δημιουργού τους. Μια εικοσαετία περίπου από σήμερα, λοιπόν, τα "Ξενία" άρχισαν να θεωρούνται εμβληματικές μαρτυρίες μιας εποχής και του πνεύματός της που έφθιναν, -- χωρίς την παραμικρή αίσθηση, βέβαια, «των προσιόντων» για τη χώρα. Ωστόσο, μαζί με τη «μυστική βοή» των προσερχόμενων, κάποιες σκιές και ψίθυροι συνέκλιναν από διαφορετικές χρονικές κατευθύνσεις σε κάτι που μπορούσε, ήδη, να στοιχειώνει μια μορφή φθοράς ή ερείπωσης, όπως αυτή που άρχισα να θέτω σε συζήτηση.

Η γοητεία και το μυστήριο του εγκαταλειμμένου, αχρηστεμένου ή ματαιωμένου κτιρίου μπορεί να 'ναι ανεξάντλητα, ιδίως όταν αυτό είναι φορτισμένο από μια πραγματικότητα υλικών και συμβολικών σχέσεων που μπορεί να 'χουν πάψει να υφίστανται στο παρόν, αλλά στοιχειώνουν, κατά κάποιον τρόπο, τη φυσική παρουσία ενός τέτοιου ιδιότυπου "μνημείου".

Θα μπορούσε κανείς να το επισκεφτεί ως ένα ιδιότυπο, επίσης, εργοτάξιο. Η κατάσταση φθοράς, αχρησίας κι ανεπικαιρότητας, ίσως, από πλευράς τής αισθητικής του πρόσληψης, θα μπορούσε να 'ναι εξίσου (αν όχι περισσότερο) διδακτική απ' τη συμβατική μας αντίληψη για την τάξη του έργου, που αφορά κυρίως τη χρονική της διάσταση και τη φορά της. Η περιπέτεια, δηλαδή, του βέλους του χρόνου (του κοινωνικού χρόνου) βρίσκεται αποτυπωμένη περισσότερο σ' αυτά που λείπουν, παρά στο ίδιο το "απομεινάρι". Έτσι, για παράδειγμα, η ανορθόδοξη επίσκεψή μας θα μπορούσε να στρέψει την προσοχή της προς διαφορετικές κατευθύνσεις απ' το "τι θέλει να γίνει" το υλικό (σύμφωνα με το θεώρημα της "εντελέχειας" και του "υλομορφισμού"), και να εξετάσει τι απο-κάμνει το έργο, πώς αυτό ξε-γίνεται -- την κρίσιμη απουσία (ή απουσίες) που το στοιχειώνει και που (αργά ή γρήγορα) το ξε-κάνει.

Σάμπως να υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε να το δούμε, επειδή μας το κρύβει ο πραγματισμός κι ο μελλοντισμός του κανονικού εργοταξίου. Σάμπως να 'ναι κάτι που δεν γίνεται να το πούμε, καθώς πνιγόμαστε απ' τη συναισθηματική φόρτιση που ασκεί πάνω μας το "μνημείο". Ταυτόχρονα, όμως, αυτό το αθέατο κι αυτό το άφατο μπορεί να 'ναι και μια συγκαλυμμένη στρατηγική του αντικειμένου (των αντικειμενικών ιστορικών συνθηκών) για να μην βουλιάξουμε στον υποκειμενισμό και χαθούμε, εδώ που τα λέμε, στην αρχιτεκτονική εποποιία ή το μελό.

στα ίχνη του "εσωτερικού εχθρού"
Κάπως έτσι, μπορεί να καταλήξει κανείς στη φαντασματολογία, -- αλλά σε μια φαντασματολογία χωρίς αξίωση για επιδόσεις στη μεταφυσική, παρά μόνο με προσήλωση στις υλικές της προϋποθέσεις κι επακόλουθα. Η "φαντασματολογία", όπως την πρότεινε ο Derrida, αφορά την παρουσία μιας απουσίας, μια (θεμελιώδη ή στοιχειώδη) απουσία που στοιχειώνει τη συνείδηση και τον λόγο [02]. Προνομιακός της τόπος είναι ο οίκος, και δη το εσωτερικό του. Κάποιες φορές, όμως, η "απουσία" δεν είναι παρά ένας τραγικός ευφημισμός, για την αποσιώπηση, την απώθηση, την απόκρυψη, τον εκτοπισμό, την καταπίεση, την εξολόθρευση του Άλλου.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο θρύλος των "Ξενία" είναι αξεχώριστος απ' το φάντασμα που τον κατατρύχει. Πιο συγκεκριμένα, η λεγόμενη «άνοιξη της ελληνικής αρχιτεκτονικής» κατά τη δεκαετία περίπου πριν το 1967, συμπίπτει, κατά μια εύγλωττη συγκυρία, με το "άνοιγμα" της χώρας στο εξωτερικό (τη Δύση) μ' όχημα τον τριτογενή τομέα παραγωγής κι, ειδικότερα, τον τουρισμό. Ωστόσο, ήταν μια "άνοιξη" ατυχής, καθώς τη διαδέχτηκε ένα κατάλουστο (απ' το ελληνικό φως) καλοκαίρι με το στανιό απ' το '67 μέχρι το '74. Αλλά κι αυτή η (σύντομη) "άνοιξη" για τη χώρα, ως διάδοχος περίοδος του παγκόσμιου και του εμφύλιου πόλεμου, στην ουσία αποκρύβει ένα ιστορικό οξύμωρο, που παρουσιάζεται σαν απαρχή ή θεμελίωση. Πίσω απ' την προμετωπίδα του τουρισμού, η "φιλοξενία" αποκτούσε (μάλλον, εμπεριείχε) κάποιες σκληρές συνηχήσεις, που θα 'πρεπε με κάθε τρόπο να περιοριστούν -- στη σιωπή κι, αργότερα, στον "γύψο".

Μετανάστευση στο εξωτερικό (αλλά και στο εσωτερικό της χώρας), πρόσφυγες (πολιτικοί), εξορίες (ακούσιες "διακοπές" σε ξεροβούνια και ξερονήσια), πιστοποιήσεις καταλληλότητας (όπως, κομψά και ζαβά, θα λέγαμε σήμερα) με κριτήριο τα "κοινωνικά φρονήματα". Αλλ' ακόμα και το υπόλοιπο, το εναπομείναν, μοιράδι πληθυσμού έπρεπε να μπει στον "γύψο". Ακόμα κι έτσι, μ' όλους τους ακρωτηριασμούς, ό,τι απόμενε, σύντομα θα καλουπώνονταν δεόντως. Ο "εσωτερικός εχθρός" στοίχειωνε τον οίκο.

Μια σκιά ή ένα "πνεύμα" χωρίς σώμα, το φάντασμα των απόβλητων, μαζί και των περιττών, σωμάτων στοιχειώνει το "άνοιγμα" και τη "φιλοξενία" της χώρας πάνω απ' το χάσμα που αφήνει η σύλληψη του "εσωτερικού εχθρού" ως έννοια κι ως οντότητα. Και το παραξένισμα οξύνεται, όταν αυτό το φάντασμα πλανάται στο κτιριακό έμβλημα της "φιλοξενίας", το ...ξενοδοχείο. Το δε "κουφάρι" του καταλήγει σε μαρτυρία αυτού του χάσματος και της απουσίας και, ταυτόχρονα, σε "δοχείο" μιας αδύνατης ζωής, που ζητά, λες, μια δικαίωση σάμπως ιστορική.

ολίγη ζωνο-πολιτική
Η τωρινή προσήλωση στη "βαριά βιομηχανία" της χώρας, τον τουρισμό, παρ' όλες τις φαντασμαγορίες που προμηνύονται για την προσέλκυση τουριστών (και για τον πειθαναγκασμό των ιθαγενών), ήδη κατατρύχεται απ' τη νέα, έσωθεν, μετανάστευση. Η οποία μετανάστευση αποφεύγεται να λέγεται με τ' όνομά της, κι η αναφορά σ' αυτή γίνεται με διάφορες υπεκφυγές, διαμεσολαβήσεις κι ωραιοποιήσεις, τραβηγμένες απ' τα μαλλιά, εφόσον πρόκειται για τα "δικά μας" -- ομορφωμένα -- παιδιά (όπως το 'λεγε ο φίλος μου ο Μάζεν απ' τη Συρία). Στοιχειώνεται, κυρίως, απ' τη γυμνή ζωή, -- της οποίας η προέλευση δεν είναι πια μόνο απ' την αλλοδαπή. Είτε με "τουριστικά τοπία" είτε με "τοπία τουρισμού", και με τα μεν και με τα δε, στην Άλλη Μεριά της χώρας θάλλουν σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης ("κέντρα φιλοξενίας μεταναστών"), περιφράξεις "τύπου ΝΑΤΟ", σύγχρονα τείχη ("τεχνικά εμπόδια"), νέα "μέτωπα" (Frontex-Frontin). Κάποια πρωτόγνωρα "στοιχειώδη", εν ολίγοις, που δεν σπιλώνουν απλώς την "εικόνα της χώρας", αλλά στοιχειώνουν, κιόλας, την πορεία της προς κάποια τεταρτοκοσμική φάση της "εξέλιξής" της. Συνιστούν, μ' όλ' αυτά, τη ζωνο-πολιτική των ημερών μας για τον χώρο.

Το ζώνιασμα, να παρατηρήσουμε όμως, είν' η «χωρική έκφραση» της κατάστασης εξαίρεσης, στην οποία κατά μείζονα λόγο έχουν περιέλθει και περιέρχονται πολλές κατηγορίες του πληθυσμού με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε, ωστόσο, και την ειρωνική πλευρά του ζητήματος, αν αναλογιστούμε τον δεσπόζοντα, στην ουσία, θυρόκλειστο ("gated") ...τουρισμό. Των κρουαζιερόπλοιων, των ρηζόρτ εν γένει, των σημαδεμένων με βραχιολάκια προνομιούχων, -- κι όλων αυτών, στ' όνομα της "ελεύθερης" κι "ασφαλούς" κυκλοφορίας. Η σύγχρονη βιο-πολιτική συνθήκη, επομένως, της κατάστασης εξαίρεσης δεν αφορά μόνο τις "εξαιρέσεις" από κάποιον κανόνα, αλλ' επεκτείνεται και στις "εξαιρετικότητες" με βάση τον κανόνα, καταλήγοντας έτσι η ίδια η κατάσταση εξαίρεσης να γίνει ο βιο-πολιτικός κανόνας -- υπό το κράτος πλέον μιας διαρκούς "έκτακτης ανάγκης". Ζώνες εξαίρεσης, λοιπόν, και ζώνες εξαιρετικότητας διαμορφώνουν τον χάρτη της συντελούμενης καθεστωτοποίησης του χώρου σε τοπική κι υπερ-τοπική κλίμακα. Περιττό να διευκρινιστεί, ότι "εξαίρεση" κι "εξαιρετικότητα" δεν μπορεί να μπουν στο ίδιο ζύγι.

Η ζωνο-πολιτική διαχείριση του ζεύγους "εξαίρεση/εξαιρετικότητα" αφορά τον φυσικό γεωγραφικό χώρο, κι αναφέρεται σ' αυτόν ταυτόχρονα. Ακόμα κι αν η χώρα επανενταχθεί στον διεθνή καταμερισμό του τουριστικο-θεαματικού παραγωγικού συμπλέγματος, τέλος πάντων μ' όποιον τρόπο γίνει κάτι τέτοιο, ήδη διαφαίνεται κι η ενδοχώρια κατανομή των σχετικών "περιοχών ενδιαφέροντος" [03]. Μιλώντας πάντα για τουρισμό, ο 40ος παράλληλος είν' ένα διαπιστωμένο όριο, -- εξάλλου, με το ζόρι φτάνει μέχρις εκεί το "ιλληνικό φως". Από κει και πέρα, παλιάς και παλιότερης κοπής διελεύσεις, αντλήσεις, μεταλλεύσεις, ενεργειακού χαρακτήρα συνωστίζονται για την επικείμενη ανασύσταση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Ζώνες ειδικού οικονομικού χαρακτήρα συμπληρώνουν τον προβλεπόμενο ζωνο-πολιτικό, γεω-πολιτικό και βιο-πολιτικό χάρτη. Τα υπόλοιπα τα περιλαβαίνει ο τουρισμός. Ποιος μπορεί να μιλάει ακόμα για "πράσινη ανάπτυξη" σ' αυτήν τη χαβούζα-προσεχώς;

ένας εσωτερικός ...φίλος
Μ' αυτή μου τη φαντασματολογία, εκ του προχείρου, ίσως φωτίζεται κάπως και το πέρασμα, από κείνο το παλιό ιδεολόγημα του "εσωτερικού εχθρού", στη σημερινή του (εξίσου αποτρόπαιη) απόληξη: στο φαινόμενο του εσωτερικού ...φίλου. Μια φίλια εκβολή αλλά προς τα μέσα, μια ένδον βολή μ' όρους οικειότητας. Τόσο φίλος και τόσο εκ των ένδον, που η "φιλοξενία" καταλήγει σ' ...ενδοφιλία -- κι ενδοφαγία. Απ' αυτόν τον αναδιπλασιασμό της φιλότητας, απ' αυτή τη συστροφή της "φιλοξενίας", προκύπτει μια εκτρωματική ιοβόλος ετερότητα απ' τα ίδια τα σπλάχνα του ταυτού. Ο πολιτικός βίος αδυνατεί να συναντηθεί με τη γυμνή ζωή, όπου το άλλο, η μη διαχειρίσιμη διαφορά, το ξένο (με μια λέξη) μάς επιστρέφει, τουλάχιστον, την "εξωστρέφειά" μας σαν αυτοάνοσο σύνδρομο, σαν ενδογαμία -- την εθνική αυτογαμία --, ως τερατογόνο εσωστρέφεια.

Πέρα από την τυπική αστικοδημοκρατική νομιμότητα, επομένως, είναι κι ο "εσωτερικός φίλος" που θα περιφρουρήσει την πειθαρχία, όταν οι τεχνικές ελέγχου (δηλαδή, αυτόβουλης υποτέλειας) δεν επαρκούν για τη διατήρηση του καθεστώτος εξαίρεσης, που επιβάλλεται μ' αφορμή τη μονιμότητα της τρέχουσας παγκόσμιας "κρίσης", στ' αμφίβολα σύνορα, πλέον, μιας ζωνιασμένης επικράτειας μεταξύ άλλων παρόμοιων τέτοιων. Έκανε, δηλαδή, την εμφάνισή του κι ο Κέρβερος που θα περιφρουρήσει το ταξίδι προς τον Τέταρτο Κόσμο, ενώ θα κατανέμει την τάξη και το χάος, κατά το δοκούν, στις Ζώνες της όποιας επικράτειας.

absorbing modernism
Σίγουρα το "εθνικό" μας υλικό υπήρξε το μάρμαρο... Ωστόσο, η διαχρονική υιοθέτηση του γύψου, για τη νεο-ελληνική συγκρότηση, είν' ωσαύτως αξιομακάριστη. Τα γύψινα των "νεοκλασικών", οι γύψινοι νάρθηκες (των δικτατόρων), οι μετέπειτα γύψινες επενδύσεις, περιενδύσεις και παρενδύσεις (της μεταπολίτευσης), μας δίνουν το φάσμα της εγχώριας "αρχιτεκτονικής της γυψοσανίδας" [04]. Απαντούν, επίσης, και στο ερώτημα για το αν υπήρξε μοντερνισμός ανά την επικράτεια, σε ποιο εύρος, σε πόσο βάθος, και πώς. Τα μαθήματα του Μιχελή για την "αισθητική του μπετόν-αρμέ", για την "αγνή εκφορά του [κάθε] υλικού", κ.ά., φαντάζουν σήμερα με δυσνόητες διακηρύξεις σε σύγκριση με τη μεταπολεμική-μετεμφυλιακή εποποιία του γύψου και των παραγώγων του. Μερικά, μάλιστα, "Ξενία" που δεν εγκαταλείφθηκαν, επειδή τ' ανέλαβαν κάποιοι "επιχρηματίες" (όπως τους έλεγαν στα χωριά), ζουν σήμερα μια δεύτερη -- κρυφή -- ζωή, γυψοσανιδωμένα και τσιμεντοσανιδωμένα. Προς τα πού οδηγεί αυτό το νήμα (αφήγηση) που ενώνει τους άκαμπτους γύψινους νάρθηκες με την εύκαμπτη γυψοσανίδα; Ποιο να 'ναι το υλικό των σημερινών τεχνικών προσομοίωσης κι εικονικότητας για την αρχιτεκτονική ευγονική του διαμορφούμενου Τέταρτου Κόσμου, με βάρκα την "Κρίση"; Η συνέχεια προσεχώς.

του Γιώργου Κουτούπη, αρχιτέκτων

 

σημειώσεις
[00]    Για την ενδοχώρια "τεχνητή λήθη" -- αντί της μεταπολεμικής "τεχνητής μνήμης" σε δυτική κι ανατολική Ευρώπη -- και τις διαφαινόμενες επιπλοκές στην ένταξή μας στον τεταρτογενή τομέα παραγωγής, βλ. Κουτούπης., Γ., 2009, "Αδυναμία Προσομοίωσης σε Πραγματικό Χώρο: Ένα Μετα-Νεωτερικό Πρόβλημα για τη Σύγχρονη Ελλάδα", στο: Κώστας Μανωλίδης, Θεοκλής Καναρέλης (επιμ.), Πρακτικά Συνέδριου: Η διεκδίκηση της υπαίθρου. Φύση και κοινωνικές πρακτικές στη σύγχρονη Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Ίνδικτος, σ. 109-120.
[02]    Ο Derrida κάνει και το σχετικό λογοπαίγνιο, προκρίνοντας την "hauntology" (φαντασματολογία), για την αποδόμηση της κλασικής "ontology" (οντολογίας).
[03]    Η "αδυναμία προσομοίωσης" που εννοώ εδώ (βλ. Κουτούπης, 2009, όπ.π.), μπορεί να 'ναι ταυτόχρονα και μια δυνατότητα στην οποία μπορούμε να υπολογίζουμε, προκειμένου να σκεφτούμε και να πράξουμε.
[04]    Βλ. επίσης το κείμενό μου "Αρχιτεκτονική της Γυψοσανίδας" στο GRA (13/12/2008).

 

Share |

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2021. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital