ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

 

ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ ΕΝ ΑΜΑΡΤΙΑΙΣ - Σύγχρονη ελληνορθόδοξη ναοδομια-Σκέψεις και διαπιστώσεις-ΜΕΡΟΣ Α

02 Νοέμβριος, 2006

ΠΡΟΦΑΣΕΙΣ ΕΝ ΑΜΑΡΤΙΑΙΣ - Σύγχρονη ελληνορθόδοξη ναοδομια-Σκέψεις και διαπιστώσεις-ΜΕΡΟΣ Α

ΜΕΡΟΣ Α - Σήμερα, σπάνια στην χώρα μας μια νεόδμητη εκκλησία γίνεται έστω και θέμα συζήτησης σε αρχιτεκτονικούς κύκλους και ακόμα σπανιότερα θα αναφερθεί σε ένα περιοδικό αρχιτεκτονικής, εν αντιθέσει με ένα βιβλίο ιστορίας αρχιτεκτονικής που κατά κύριο λόγο ασχολείται με ναούς και λοιπά θρησκευτικά κτίρια. Eρευνητική εργασία στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τσαγγαλάς Ευάγγελος     - vtsaggalas@hotmail.com
Μπάρμπας Κωνσταντίνος - cgbarbus@yahoo.com

ΜΕΡΟΣ Α - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ

00. Πρόλογος
01. Η Ιστορική (α)συνέχεια
02. Ο συνδετήριος κρίκος
03. Ο συμβολισμός στον ορθόδοξο ναό
04. Οι ανάγκες του ναού σήμερα
05. Το πρόβλημα της ορθόδοξης ναοδομίας
06. Νεοβυζαντινισμός... τις πταίει;

ΜΕΡΟΣ Β -ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ

07. Η ναοδομία των ετεροδόξων
08. Η ναοδομία των ομογενών
09. Ο Ελληνικός χώρος
10. Αντί επιλόγου
11. Παράρτημα
12. Βιβλιογραφία
 


00.Προλεγόμενα

Δεκέμβρης του 537 μ.Χ. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός εισέρχεται στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας και θριαμβευτικά αναφωνεί: "Νενίκηκα σε Σολομών". Η κατασκευή του μεγαλύτερου ναού της εποχής και ενός από τους σημαντικότερους για τον χριστιανικό κόσμο είχε μόλις τελειώσει, προκαλώντας τον θαυμασμό των πιστών αλλά και των αρχιτεκτόνων της εποχής, έναν θαυμασμό που διαρκεί ως τις μέρες μας. Από τότε έχουν περάσει σχεδόν 15 αιώνες.

Σήμερα, σπάνια στην χώρα μας μια νεόδμητη εκκλησία γίνεται έστω και θέμα συζήτησης σε αρχιτεκτονικούς κύκλους και ακόμα σπανιότερα θα αναφερθεί σε ένα περιοδικό αρχιτεκτονικής, εν αντιθέσει με ένα βιβλίο ιστορίας αρχιτεκτονικής που κατά κύριο λόγο ασχολείται με ναούς και λοιπά θρησκευτικά κτίρια. Γιατί λοιπόν ενώ στην Ελλάδα κτίζονται ακόμη και σήμερα πολλές εκκλησίες, αυτές δεν είναι άξιες λόγου έστω και σαν δείγμα της αρχιτεκτονικής της εποχής τους, την στιγμή που παλιότερες αυτών ήταν τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα. Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί οι εκκλησίες που κτίζονται σήμερα στον ελλαδικό χώρο δεν αποτελούν αρχιτεκτονικές λύσεις άξιες λόγου;

Και με βάση το ερώτημα τούτο προκύπτει μια δεύτερη απορία· γιατί η ορθόδοξη ναοδομία παρουσιάζει μια συντηρητική προσκόλληση σε τυπολογικά αρχέτυπα του παρελθόντος ή έστω μια άρνηση συσχέτισης με τα αρχιτεκτονικά ιδεώδη του σήμερα. Οι συνθήκες, τόσο σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο έχουν αλλάξει. Και όμως η Ορθοδοξία επιμένει να αναμασά και να αναπαράγει ναούς "βυζαντινής τεχνοτροπίας". Πρόκειται για ερωτήματα εύλογα, και ειδικά με την τάση που παρουσιάζει η Αρχιεπισκοπή Αθηνών για εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας, ίσως πιο επίκαιρα παρά ποτέ.

Μάλιστα ο συντηρητισμός αυτός γίνεται ακόμα πιο εμφανής αν αναλογιστεί κανείς ότι στο εξωτερικό, σε ετερόδοξους χριστιανικούς ναούς, αλλά και στα θρησκευτικά κτίρια αλλοθρήσκων έχουν γίνει και γίνονται προσπάθειες εναρμονίσεως με τις εξελίξεις του θρησκευτικού λειτουργικού και με τις τάσεις της σύγχρονης αρχιτεκτονικής· και όλα αυτά εν μέσω έντονων αρχιτεκτονικών αναζητήσεων.

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι με τον όρο "σύγχρονη ελληνορθόδοξη ναοδομία" γίνεται αναφορά στις εκκλησίες που χτίστηκαν κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι και τις μέρες μας στον Ελληνικό χώρο.

Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα αυτό είναι εξαιρετικά περιορισμένη και οι περισσότεροι που έχουν ασχοληθεί με το θέμα είναι θεολόγοι. Το μεγαλύτερο υλικό σχετικά με ελληνορθόδοξες εκκλησίες της Ομογένειας (κυρίως της Αμερικής) προήλθε από το βιβλίο του Κώστα Καλοκύρη, "Η ναοδομία και η σύγχρονη τέχνη" καθώς και το άρθρο του Παναγιώτη Παπαευαγγέλου, "Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην αρχιτεκτονική των εκκλησιών", από την Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., ενώ βρέθηκαν αρκετές πληροφορίες και φωτογραφίες στο διαδίκτυο. Όσον αφορά ναούς στην Ελλάδα, η κύρια πηγή ήταν το μεταπολεμικό περιοδικό "Αρχιτεκτονική" και ο συνεχιστής του "Αρχιτεκτονικά Θέματα", με δυστυχώς ελάχιστα παραδείγματα, ενώ έγιναν και επιτόπιες έρευνες σε εκκλησίες της Θεσσαλονίκης, κυρίως για να εντοπιστούν οι οικοδομικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται.

Η παρούσα μελέτη διαρθρώνεται σε τρεις ενότητες και συνολικά εννέα κεφάλαια.

Με δεδομένο ότι η σύγχρονη ναοδομία έχει θεμελιωθεί, αν όχι συγχωνευθεί με μία παρερμηνεία της βυζαντινής, μια ματιά στις αρχές της βυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής κρίνεται απαραίτητη, γι'αυτό και στην πρώτη ενότητα γίνεται μια αναφορά σε γενικές γραμμές στην ιστορική της εξέλιξη από την επικράτηση του χριστιανισμού μέχρι και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ακολουθεί μία εκτενέστερη αναφορά στην νεοελληνική πορεία της ναοδομίας, ενώ αναπτύσσεται αδρομερώς και ο συμβολισμός στον ορθόδοξο ναό με βάση το βιβλίο του Γεωργίου Προκοπίου καθώς και οι σύγχρονες λειτουργικές του ανάγκες.

Στη δεύτερη ενότητα γίνεται μια εκτενής αναφορά στις εκφάνσεις του φαινομένου αυτού στην Ελλάδα, ενώ θα γίνει και μια προσπάθεια να ανιχνευθούν τα αίτια που το δημιούργησαν και το συντηρούν μέχρι τις μέρες μας.

Τέλος, με συνοδευτικό περισσότερο ρόλο και για να γίνει ευκόλως κατανοητό το αναλυόμενο φαινόμενο ακολουθούν χαρακτηριστικά παραδείγματα ετερόδοξων εκκλησιών από το εξωτερικό καθώς και ορθοδόξων ναών από τις κοινότητες της Ομογένειας, ενώ παρατίθενται και έργα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής των τελευταίων 50 χρόνων από τον ελληνικό χώρο. Τα παραδείγματα αυτά είναι καθαρά ενδεικτικά με σκοπό να φανούν οι επικρατούσες τάσεις στη ναοδομία στους αντίστοιχους χώρους.

01.Η ιστορική (α)συνέχεια

Με δεδομένο ότι η σύγχρονη εκκλησία παρουσιάζεται παγιωμένη στα πρότυπα της βυζαντινής ναοδομίας, παρά την εξέλιξη και τις μεταβολές των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, μία διεξοδικότερη ματιά στις αρχές των βυζαντινών ναών κρίνεται απαραίτητη. Όπως είναι φυσικό δεν θα γίνει αναφορά σε όλη την εξέλιξη των εκκλησιών από επικρατήσεως του χριστιανισμού διότι κάτι τέτοιο ήδη έχει ήδη γίνει στα βιβλία ιστορίας της αρχιτεκτονικής και δεν είναι, άλλωστε, δυνατόν να συμβεί στο παρόν κείμενο. Ωστόσο, λίγα λόγια για την εξέλιξη της βυζαντινής ναοδομίας είναι απαραίτητα.

Πριν το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. οι Χριστιανοί, στον καιρό των διωγμών, συναθροίζονταν σε ιδιωτικές οικίες ή σε υπόγειους ταφικούς χώρους (Κατακόμβες) όπου και τελούσαν τις θρησκευτικές τους τελετές, με ένα τελετουργικό που, φυσικά δεν είχε παγιωθεί ακόμα. Τα σπίτια αυτά, που ανήκαν σε πιστούς, τα domi ecclesiae (από το αρχαιοελληνικό "εκκλησία" που δηλώνει τον τόπο συνάθροισης), έπρεπε να προσαρμοστούν κάθε φορά στις αντίστοιχες λατρευτικές ανάγκες. Αργότερα, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι οικίες-εκκλησίες δεν ήταν ικανές να δεχτούν τον μεγάλο αριθμό των πιστών που συνέρεε και τότε άρχισε ουσιαστικά η αναζήτηση μεγαλύτερων κτιρίων που θα στέγαζαν τις λατρευτικές ανάγκες του Χριστιανισμού, κτιρίων που, σε αντίθεση με τους ειδωλολατρικούς ναούς της εποχής, θα παρουσιάσουν σύμφωνα με τον Π. Μιχελή μια "στροφή προς τα έσω" 01. Πρόκειται για μια τάση που, είτε λόγω συνήθειας των πιστών να λατρεύουν τα Θεία σε εσωτερικούς χώρους λόγω διωγμών, είτε λόγω επιρροών από τον Ιουδαϊσμό, είτε για να υπάρξει αυτή η αντίθεση με τους παγανιστές, τελικά επικράτησε στην Χριστιανική ναοδομία, ανεξαρτήτως δόγματος.

Σε αυτή τη φάση εμφανίζεται η χριστιανική βασιλική και υπάρχουν πολλές απόψεις για την εμφάνισή της, με επικρατέστερη ότι αποτελεί αξιοποίηση της ρωμαϊκής βασιλικής 02. Ασχέτως, η επιτυχία της βασιλικής ως κτίριο έγκειται στο γεγονός ότι τα κλίτη της μπορούσαν εύκολα να διαπλατυνθούν και το κτίριο να επιμηκυνθεί, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες του εκκλησιάσματος.Συνηθέστερα τα κλίτη ήταν τρία ή πέντε (π.χ. Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης) και το μεσαίο υπερυψωνόταν για δημιουργία φωταγωγού για τον επαρκή φωτισμό του κτιρίου ενώ αργότερα προστίθενται και κλίτη κάθετα στα άλλα και έτσι προκύπτουν οι βασιλικές με εγκάρσιο κλίτος και οι σταυρικές βασιλικές. Η άλλη κατηγορία ναών τις εποχής είναι τα περίκεντρα κτίρια στα οποία πάλι γίνεται εφαρμογή ρωμαϊκών και ελληνιστικών προτύπων (Θόλοι, διοικητικά κτίρια κ.α.).

Ο Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης
St. Demetrius in Thessaloniki
Πηγή: αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Αυτά είναι συνήθως κυκλικά ή οκτάγωνα και εν αντιθέσει με τις βασιλικές στις οποίες τονίζεται ο κατά μήκος άξονας, σε αυτά τονίζεται ο κατακόρυφος, προσδίδοντας έτσι μια αίσθηση συγκεντρώσεως, ηρεμίας και ψυχικής ανάτασης. Όμως δεν είχαν την ικανότητα να μεγαλώνουν σε όγκο με την ίδια ευκολία, όπως μια βασιλική. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, τα κατασκευαστικά προβλήματα των κτιρίων είχαν ήδη λυθεί στο παρελθόν από Έλληνες και Ρωμαίους και ήταν έτοιμα για να χρησιμοποιηθούν από τη νέα θρησκεία. Η στέγαση όπως είναι φυσικό ήταν από ξύλο, αν και από τον 4ο αιώνα αρχίζει να εφαρμόζεται μέθοδος κτισίματος θόλων και καμάρων χωρίς ξυλότυπο ενώ αρχίζουν οι τεχνίτες να αναζητούν και ελαφρότερα υλικά για την πραγματοποίηση τους, εγκαταλείποντας τους βαρείς, χυτούς ρωμαϊκούς θόλους.

Ο Άγιος Δημήτριος (Ροτόντα) στη Θεσσαλονίκη
St. Demetrius (Rotonda) in Thessaloniki
Πηγή: αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Στην παλαιοχριστιανική περίοδο προστίθεται η κόγχη στην ανατολική πλευρά της βασιλικής και αργότερα κατά τον 5ο αιώνα εμφανίζεται ο νάρθηκας στις εκκλησίες, που αποτελεί το μέρος στο οποίο συγκεντρώνονταν οι κατηχούμενοι για να παρακολουθήσουν το πρώτο τμήμα της Θείας Λειτουργίας, ενώ μπροστά στον ναό υπάρχει το αίθριο, στο οποίο γίνεται και μέρος του τελετουργικού. Κατόπιν, ο ναός αποκτά και δεύτερο εσωτερικό όροφο, το υπερώο, το οποίο εκτείνεται πάνω από τον νάρθηκα και λόγω της χρήσης του γρήγορα ονομάζεται γυναικωνίτης. Ήδη από τον 4ο αιώνα η Αγ. Τράπεζα από κινητή και ξύλινη γίνεται σταθερή και λίθινη ενώ τοποθετείται το φράγμα που αργότερα θα εξελιχθεί στο τέμπλο για να χωρίσει το ιερό από τον κυρίως ναό.

Στην Πρωτοβυζαντινή περίοδο και κατά τον 6ο αιώνα εισέρχονται και αφομοιώνονται στοιχεία Σασανιδικά (Περσικά) και φαίνεται ότι στην συγκεκριμένη περίοδο επικρατούν νέες τάσεις και αντιλήψεις για τον χώρο και την διακόσμηση. Επίσης, τώρα βρίσκει και την επίλυση του το πρόβλημα τις στεγάσεως τετράγωνου χώρου με τρούλο αφού η παλαιοχριστιανική λύση με τη μετάβαση από τετράγωνο σε οκτάγωνο και σε κύκλο αντικαθίσταται με τη στήριξη με σφαιρικά τρίγωνα, μία λύση που βρήκε την πιο επιτυχημένη εφαρμογή της στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, αρχίζει και κυριαρχεί σιγά- σιγά ο τρούλος που κατασκευάζεται από τούβλα. Με αυτόν τον τρόπο η βασιλική αλλάζει τελείως μορφή αφού πλέον σε αυτήν έχουμε και τονισμό του κατακόρυφου άξονα χάρις στον θόλο που τοποθετείται στα διασταυρούμενα κλίτη, κάτι που παλαιότερα υπήρχε μόνο στους περίκεντρους ναούς. Πέραν αυτού όμως, ο ημισφαιρικός τρούλος, που δεσπόζει στα κτίρια της εποχής, επιτρέπει στο φως να εισέλθει από ψηλά και κατορθώνει έτσι να πάρει το συμβολισμό του ουρανού που είναι πολύ σημαντικός για την ορθόδοξη πίστη. Πράγματι, στην Αγία Σοφία, ο τρούλος δίνει την εντύπωση ότι κρέμεται από τον ουρανό.

Ο τρούλος της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινούπολης
The dome of Hagia Sofia in Constantinople
Πηγή: αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Έτσι, ο Ορθόδοξος ναός γίνεται μια συμβολική μικρογραφία του κόσμου για τον πιστό, με τον Παντοκράτορα να δεσπόζει στο κέντρο του τρούλου-ουρανού και την Παναγία στην κόγχη του Ιερού να ενώνει τον Ουρανό με τη Γη. Επιπλέον πραγματοποιείται και η αποκρυστάλλωση του τελετουργικού της Θείας Λειτουργίας03 (ήδη είχαν γραφτεί Θείες Λειτουργίες στα μέσα του 4ου αιώνα από τον Μ. Βασίλειο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο) και καθιερώνεται το τριμερές ιερό, καθώς, πλην της κεντρικής κόγχης τοποθετούνται άλλες δυο εκατέρωθεν, η Πρόθεση βόρεια και το Διακονικό νότια (το οποίο εμφανιζόταν σαν ξεχωριστός χώρος και σε πολύ παλιότερες εκκλησίες).

Κατά τον 8ο με 10ο αιώνα ο τύπος της βασιλικής με τρούλο συνεχίζει να εξελίσσεται και οι εξωτερικές του διαστάσεις πλησιάζουν όλο και πιο πολύ το τετράγωνο. Ενώ εσωτερικά τα διασταυρούμενα κλίτη που στηρίζουν τον θόλο σχηματίζουν σταυρό με το εγκάρσιο κλίτος να φτάνει ως τους εξωτερικούς τοίχους. Προκύπτει έτσι ο σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο που φαίνεται όμως ότι ο τύπος αυτός κατάγεται περισσότερο από παλιότερα σταυρικά κτίσματα.

Αργότερα κατά τον 10ο με 12ο αιώνα παρουσιάζονται και οκταγωνικοί ναοί στους οποίους η στήριξη είναι οκταγωνική ενώ ο χώρος, τετράγωνος χάρη στα κυκλικά ημιχώνια που εισήχθησαν κατά τον 11ο αιώνα από την Περσία. Γενικότερα παρουσιάζεται μια τάση να ελαφρώσει η κατασκευή, αφού με την άριστη κατασκευή των θόλων και την στήριξη τους σε τόξα οι αρχιτέκτονες καταφέρνουν να διαλύσουν τους βαρείς εξωτερικούς τοίχους σε σειρές από πεσσούς και κίονες και να τοποθετήσουν ανάμεσα τους ανοίγματα, αφόρτιστα στοιχεία και ελαφρούς τοίχους πλήρωσης.Κατά τον 13ο αιώνα, ενώ συνεχίζονται οι μεγάλες και πολυτελείς εκκλησίες, παρά τις οικονομικές δεινότητες τις αυτοκρατορίας, εμφανίζεται και ο σταυρεπίστεγος ναός στον οποίο δεν υπάρχει τρούλος.

Είναι προφανές ότι η ναοδομία κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων μόνο στάσιμη δεν έμεινε, αφού διαρκώς εισάγονται νέες λύσεις για τη βελτίωση της οικοδόμησης των ναών, τόσο σε αρχιτεκτονικό και κατασκευαστικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο δογματικών συμβολισμών. Μπορεί να δει κανείς ότι ο ναός εξελίσσεται μαζί με την Ορθόδοξη πίστη και την τεχνολογία της εκάστοτε εποχής. Και αν οι δογματικοί συμβολισμοί μέσα στο ναό παγιώνονται κατά τη Μεσοβυζαντινή εποχή, δεν ισχύει το ίδιο και για την καθ' εαυτή ανοικοδόμηση του κτίσματος.

Η εξέλιξη αυτή φαίνεται να διακόπτεται μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και την κατάκτηση των Βυζαντινών περιοχών από τους Οθωμανούς. "Η κατάλυση του βυζαντινού κράτους το 15ο αιώνα στον ελλαδικό χώρο αυτόματα μεταφράστηκε σε ένα σταμάτημα του χρόνου με αποτέλεσμα να προκύψει ένα πολιτισμικό απολίθωμα, με στόχο την διατήρηση της βυζαντινής παράδοσης σαν μέσο θρησκευτικής- εθνικής επιβίωσης"04. Το αποτέλεσμα που παρήχθη κατά τους 4 αιώνες της τουρκοκρατίας ονομάζεται "μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική", όρος λίγο προβληματικός αφού αναφέρεται περισσότερο στην χρονική περίοδο παρά σε κοινά χαρακτηριστικά.

Στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, μέχρι και τις αρχές του 17ου, διατηρούνται βυζαντινά πρότυπα (αγιορίτικος τύπος), αλλά με το πέρασμα του χρόνου τα κοινά γνωρίσματα με την βυζαντινή ναοδομία μειώνονται στο ελάχιστο. Πράγματι, ελλείψει ενός κοινού συστήματος αναφοράς στο υπόδουλο έθνος προκύπτει μία διάσπαση τοπικού χαρακτήρα. Δηλαδή, χωρίζεται σε μεγάλες τοπικές ενότητες στις οποίες μάλιστα μπορούν εκτός από τα κοινά τους στοιχεία να διακριθούν και οι ίδιες ξένες επιδράσεις. Δυτικές επιδράσεις στα βενετοκρατούμενα μέρη, ανατολικές στα τουρκοκρατούμενα ή και συνδυασμός αυτών05.

Τα κτίσματα τους πρώτους αιώνες της περιόδου είναι κυρίως καθολικά μονών, ενώ αργότερα, όταν χαλαρώνει ο τουρκικός έλεγχος αρχίζουν και χτίζονται περισσότερες εκκλησίες. Όπως είναι φυσικό, οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την παραγωγή τεχνολογικών και καλλιτεχνικών θαυμάτων. Οι μάστορες της εποχής στράφηκαν σε απλές και λιτές μορφές του παρελθόντος. Στην ηπειρωτική Ελλάδα επικράτησε κυρίως ο τύπος της τρίκλιτης (ή και μονόκλιτης) ξυλόστεγης βασιλικής με δίκλινη στέγη (απ' την οποία εξείχε μόνον ο τρούλος, αν αυτός υπήρχε). Στην νησιωτική προτιμήθηκε η μονόκλιτη βασιλική με κτιστό θόλο. Σε αυτήν, μάλιστα, εντελώς αντίθετα με τα υστεροβυζαντινά παραδείγματα έγινε χρήση βαριών λιθοδομών με πολύ μικρά ανοίγματα, ενώ οι εξωτερικές επιφάνειές τους είναι πάντα επιχρισμένες. Παρουσιάζεται έτσι ένα εσωτερικό σκοτεινό στο οποίο τα υλικά είναι ευτελή. Όμως απαντούν και άλλα στοιχεία με άμεση επίδραση από την κοσμική αρχιτεκτονική (σαχνισιά, ανοίγματα σαν σχισμές-πολεμίστρες, κ.α.)06.

Εν ολίγοις τα κτίσματα δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με την μεγαλοπρέπεια του παρελθόντος και κάτι τέτοιο ήταν κατά κάποιον τρόπο επιβεβλημένο. "Οι ναοί αυτοί είναι μικρής κλίμακας και φτωχοί σε διάκοσμο για να μην ανταγωνίζονται τα αντίστοιχα ισλαμικά, ακόμα και σε περιοχές με αμιγή ελληνικό πληθυσμό"07. Παρ' όλα αυτά, οι παραδοσιακοί αυτοί μάστορες συνέβαλαν τα μέγιστα στη διατήρηση, εξέλιξη και συνέχιση της Βυζαντινής παράδοσης μέχρι την εποχή μας και έχουν αφήσει πίσω τους πολύ αξιόλογα δείγματα παραδοσιακής ναοδομίας, μιας τέχνης που συνεχιζόταν μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, κυρίως εκτός των μεγαλυτέρων πόλεων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Και είναι αυτό ακριβώς το κομβικό σημείο από το οποίο ο νεοέλληνας ναοδόμος παρέλαβε την ευθύνη να συνεχίσει αυτήν την παράδοση αιώνων.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
01. Χαρ. Μπούρας, Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, Tόμος Β', σελ. 30-33
02. ομοίως, σελ. 39-57
03. ομοίως, σελ. 148
04. Δημ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 60
05. Χαρ. Μπούρας, “Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα μετά την Άλωση”, Αρχιτεκτονικά Θέματα 1969, σελ. 164 - 172
06. Δημ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, σελ. 61
07. ομοίως, σελ. 60

 

02.Ο συνδετήριος κρίκος

Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830, εγκαινιάστηκε για την ναοδομία, όπως και για όλους τους τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας, μία νέα περίοδος. Ο Έλληνας, που για αιώνες αδυνατούσε να κατασκευάσει ελεύθερα χώρους λατρείας είχε να αντιμετωπίσει πλέον μία πρωτόγνωρη ελευθερία και ταυτόχρονα μία εξίσου πρωτόγνωρη αμηχανία.

Όμως "ο τρόπος με τον οποίον "ερμηνεύτηκε" η παραδοσιακή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική από την νεοελληνική είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ιδεολογικής παραμόρφωσης και συσσώρευσης παρεξηγήσεων"08.

Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε κληρονομήσει ένα τεράστιο απόθεμα αρχιτεκτονικής δημιουργίας που απλωνόταν σε ένα διάστημα 15 αιώνων. Αυτή ήταν "όχι μόνο τα επιβλητικά μνημεία του Βυζαντίου, με κορωνίδα την Αγιά-Σοφιά […] αλλά και μία εξίσου σημαντική μεταβυζαντινή παράδοση"09. Ωστόσο, οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, στην ακόμη ρευστή νεοελληνική πραγματικότητα, διαδραμάτισαν σημαντικότερο ρόλο απ' ότι η λογική στην πορεία που ακολούθησε η ναοδομία.

"Ο Μεγαλοϊδεατισμός, που δεν μπορούσε να κάνει διακρίσεις και να εξετάσει τα φαινόμενα στις πραγματικές τους διαστάσεις, έδωσε μεγάλη έμφαση στο μεσαιωνικό χριστιανισμό"10. Κάτι τέτοιο, βεβαίως, ήταν αναμενόμενο. Η προσπάθεια ανανέωσης του Βυζαντίου δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη εφαρμογή απ' ότι στην εκκλησία, που άλλωστε είχε βοηθήσει στην διάσωση της ελληνικής συνείδησης κατά την Τουρκοκρατία. Ο Όθωνας, που υπήρξε κύριος υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας, ήταν και ο πρωταγωνιστής στην "εισαγωγή βυζαντινών ρυθμολογικών στοιχείων στην νεοελληνική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική"11. Η όλη κατάσταση οδηγεί σε "μια ναοδομίκη μορφολογία αντιγραφής και συγκολλήσεως στοιχείων από το απώτερο αρχιτεκτονικό παρελθόν, που ακόμα κυριαρχεί στον Ελλαδικό χώρο"12. Η δημιουργία του "ελληνοβυζαντινού" ή "οθωνικού" ρυθμού στην ναοδομία, ενός ρυθμού που εδραιώνεται την περίοδο 1840-1870 είναι γεγονός. Χαρακτηριστικά του στοιχεία είναι η αναπαραγωγή στιλιστικών μοτίβων και δομικών στοιχείων από την Παλαιοχριστιανική και την Βυζαντινή εποχή, αλλά ακόμη και από την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα.

Η νέα Μητρόπολη Αθηνών, έργο του Δημητρίου Ζέζου, ξεκίνησε το 1842 και αποπερατώθηκε μετά τον θάνατο αυτού από τον F. Boulanger το 1862, εκφράζει τέλεια την εδραίωση του "ελληνοβυζαντινού" ρυθμού. Παρά ταύτα, το συγκεκριμένο κτίριο παρουσιάζει και έντονες επιρροές από την Δύση. Πράγματι, στο κτίριο εμφανίζονται ρόδακες και άλλα αναγεννησιακά και ρωμανικά στοιχεία που καθιστούν την εκκλησία αυτή "μία αυθαίρετη μορφή που στέκεται αυτοτελής και ανεξάρτητη μέσα στη νέα πρωτεύουσα, χωρίς καμία σύνδεση με τον τόπο"13. Η επιλογή της τοποθεσίας ακριβώς δίπλα στην Γοργοεπήκοο, που είναι και η παλαιά μητρόπολη της Τουρκοκρατίας, είναι ατυχής, όπως και αρκετές από τις προσθήκες του Μπουλανζέ. Η σύγκριση ανάμεσα στις δύο μητροπόλεις είναι αναπόφευκτη. Σε αυτή την περίπτωση η νεότερη φαντάζει τελείως άχαρη, όχι γιατί το μέγεθος της είναι γιγάντιο μπρος στην μικρότερη μητρόπολη του κόσμου, αλλά διότι σε αυτήν η "εσωτερική κλίμακα" έχει χαθεί και κυρίως διότι τα ξενόφερτα στοιχεία μάλλον υπερισχύουν των "κλασικών".

 

Η νέα Μητρόπολη Αθηνών, έργο του Δημ. Ζέζου,
δίπλα από την παλιά μητρόπολη, την Παναγία Γοργοεπήκοο (1842-1862)
The new Athenian Metropolitan Temple, by Dem. Zezos,
next to the old metropolitan temple, Virgin Mary Gorgoepikoos (1842-1862)
Πηγή/Source: Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ. 95

 

Ένα εξίσου ενδιαφέρον παράδειγμα είναι και η Αγία Ειρήνη (οδός Αιόλου) του Λυσάνδρου Καυτατζόγλου, που είναι και αυτός ελληνοβυζαντινός. Χτισμένος την περίοδο 1846-1892, γίνεται και εδώ εισαγωγή βυζαντινών στοιχείων (όπως είναι τα τοξωτά ανοίγματα) σε ένα κλασικιστικό σύνολο και αν και το αποτέλεσμα έχει χαρακτηριστεί "μετριότατο" αν μη τι άλλο, ο αρχιτέκτονας κατάφερε να δώσει μια ενιαία ατμόσφαιρα κλασικιστική, ακολουθώντας την ίδια νομοτέλεια που χρησιμοποίησε στα κοσμικά κτίρια, όπως το Πολυτεχνείο.

Η Αγία Ειρήνη, έργο του Λ. Καυταντζόγλου (1846-1892)
St. Irene, by L. Kaftantzoglou (1846-1892)
Πηγή/Source: Λύσανδρος Καυταντζόγλου / Lysandros Kaftantzoglou, Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, 1996, σελ. 40

 

Αντίθετα, στην περίπτωση του Αγίου Κωνσταντίνου (1869-93), που σχεδιάστηκε από τον Καυταντζόγλου και είναι ουσιαστικά το τελευταίο του εκκλησιαστικό έργο, έχουμε μία εκκλησία στην οποία υπερισχύουν τα κλασικά στοιχεία, ακόμη και των βυζαντινών. Η είσοδος με τους κορινθιακούς κίονες, το αέτωμα, μα και τα ορθογώνια ανοίγματα αφήνουν λίγα περιθώρια αμφιβολίας, στο ότι ο ναός διέπεται από ένα κλασικισμό. Βεβαίως, κάτι τέτοιο έγινε εσκεμμένα αφού ο ίδιος ο Καυταντζόγλου, σύμφωνα με τον Δ. Φιλιππίδη, δογματικά θεωρεί ότι για να εκφραστεί ο "ελληνικός χαρακτήρας" του ναού πρέπει σε αυτόν να διακρίνονται τα κλασικά στοιχεία που θα τον καταστήσουν "ελληνικό" και λιγότερο τα βυζαντινά που εκφράζουν μία εποχή "παρακμής"14 :
"Τους δε σφόδρα φίλους και θαυμαστάς του μέσου αιώνος, δηλαδή των Βυζαντινών, Νορμανδών, Λομβαρδών, Σαρακηνών, Αράβων, Γότθων και άλλων, μετά λύπης αφίνομεν να απομιμώνται δουλικώς τα τεχνικά των διαφόρων εκείνων εποχών προϊόντα, άσχετα όλως προς τον νυν αιώνα των μεγάλων ανακαλύψεων και των φώτων."15

Το περίεργο είναι πως με τούτο το κτίριο αναιρεί ουσιαστικά όλη την προηγούμενη πορεία του κατά την οποία είχε σχεδιάσει πολλά βυζαντινίζοντα έργα ενώ με τα λόγια του εξομοιώνει τον βυζαντινό με τους λοιπούς μεσαιωνικούς πολιτισμούς και θεωρεί πως ο κλασικισμός είναι η έκφραση προόδου για την χριστιανική εκκλησία. Αλλά και ο ίδιος υποπίπτει σε ατόπημα αφού σε αυτόν τον ναό ο τρούλος στηρίχθηκε πάνω σε αψίδες σύμφωνα με την "υπό του Ανθεμίου εν τη Αγία Σοφία επιτυχή ανύψωσιν αυτού" 16.

 

Ο Άγιος Κωνσταντίνος του Λ. Καυταντζόγλου (1869-1893)
St. Constantine, by L. Kaftantzoglou (1846-1892)

Όψη / Elevation

Τομή / Section
Πηγή/Source: Δ. Φιλιππίδης, Λύσανδρος Καυταντζόγλου Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1995, σελ. 292

 

Ο Άγιος Κωνσταντίνος σηματοδοτεί μέσα στη δύση του νεοκλασικισμού, μια περίοδο αναζητήσεων στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, μία περίοδο που φαίνεται να κρατά μέχρι την κήρυξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου το 1939. Σε αυτήν, ο ελληνοβυζαντινός ρυθμός παύει πλέον να είναι ο κανόνας.

Ο Ernest Ziller (Τσίλερ) ασχολείται και αυτός με τη ναοδομία την περίοδο 1880-1915 και κάνει κυρίως χρήση του Νέο-Ρωμανικού ρυθμού, χωρίς να αποφεύγει όμως και τη χρήση βυζαντινών στοιχείων (Φανερωμένη Αιγίου 1890) ή και κράμα βυζαντινών και αναγεννησιακών μορφών (Ναός Εισοδίων Αιγίου 1893, Αγία Τριάδα Πειραιά 1915-16).

Λίγα χρόνια αργότερα, με την αρχή του 20ου αιώνα, προκηρύσσεται παγκόσμιος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για τον σχεδιασμό του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα. Αυτό που αξίζει να αναφερθεί στην παρούσα μελέτη, είναι ότι στους όρους του διαγωνισμού δεν ετίθετο περιορισμός του ρυθμού, ένας ακόμα λόγος που πείθει για την "έλλειψη αυστηρών αρχών για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική τότε τουλάχιστον για την κοσμοπολίτικη Πάτρα του 1900"17.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στον Αριστοτέλη Ζάχο, ο οποίος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα σχεδίασε αρκετούς ναούς στην χώρα μας. Μαθητής του Josef Durm, σπούδασε και εργάστηκε για πολλά χρόνια στην Γερμανία και ίσως τα πρώτα του έργα να επηρεάστηκαν από τον ιστορικισμό του δασκάλου του, αλλά κυρίως όπως είναι αναμενόμενο διακατέχονται από στοιχεία Art Nouveau18. Με την επιστροφή όμως στην πατρίδα στο έργο του φαίνεται ότι θέλει να "αντιπαραβάλει στη νεοκλασικίζουσα ελληνική αρχιτεκτονική το πνεύμα της αυτόχθονης βυζαντινής και μακεδονικής παράδοσης"19.

Ένα από τα έργα του στα οποία οι επιρροές αυτές είναι εμφανείς είναι ο Άγιος Νίκων στη Σπάρτη. Τα κωδωνοστάσια είναι απομακρυσμένα από τον ναό και συνδέονται με αυτόν με τοξοειδείς στοές, ενώ παρουσιάζουν και έντονη μείωση προς τα πάνω. Ο τρούλος, τεράστιος σε διαστάσεις και παραβολικός, στηρίζεται σε μεγάλους γωνιακούς πεσσούς μέσω σφαιρικών τριγώνων. Πολύ χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι ο Ζάχος, στην προσπάθεια του να κάνει περίοπτο το ναό, τον τοποθετεί υπό γωνία 45ο ως προς το οικόπεδο. Ασχέτως με τα χαρακτηριστικά του ο ναός του Αγίου Νίκονος είναι μία πραγματικά πολύ τολμηρή λύση και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που εν τέλει δεν πραγματοποιήθηκε.

 

Πρόταση του Α. Ζάχου για τον Αγ. Νίκωνα Σπάρτης
A. Zachos' design for St. Nicon in Sparta
Πηγή/Source: Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ. 146

 

Ο Ζάχος μετά από χρόνια στην Ελλάδα, στην δεκαετία του '30 πλέον, εμφανίζεται ότι "του ήταν αδιανόητο πλέον να μετακινηθεί από τις νεοβυζαντινές αναζητήσεις του"20. Με συνολικά 5 έργα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής (εκ των οποίων τα 3 στο Βόλο) μένει πιστός "στο πρότυπο που τόσο αγάπησε, τον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης"21. Με παράδειγμα τον Άγιο Κωνσταντίνο Βόλου (1933) μπορούμε να αναφερθούμε στην αφομοίωση του τύπου της βασιλικής, αλλά και στην φροντίδα του για ένα περιποιημένο εξωτερικό και ένα λιτό και υποβλητικό εσωτερικό. Ήταν ουσιαστικά από τους λίγους που ασχολήθηκε με δημιουργικό τρόπο με την ναοδομία, αν και περιορίστηκε σε μία επεξεργασία του νεοβυζαντινού λεξιλογίου 22.

Ο Άγ. Κωνσταντίνος Βόλου, του Α. Ζάχου (1933)
St. Constantine in Volos, by A. Zachos (1933)
Πηγή/Source: Δ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, Μέλισσα, Αθήνα 1984, σελ. 206

 

Όταν το 1940 η Ελλάδα ενεπλάκη στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα συνέβαινε στην ναοδομία με την λήξη του πολέμου. Κάνοντας ένα άμεσο παραλληλισμό με την περίοδο του Όθωνα, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική υιοθέτησε και πάλι ένα πολύ συγκεκριμένο ρυθμό, μόνο που αυτή τη φορά η διαδικασία αναζήτησης και διαφοροποίησης μειώθηκε στο ελάχιστο. Είναι γνωστό ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος επηρέασε αρχιτεκτονικά όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι εκτεταμένες καταστροφές στις ευρωπαϊκές πόλεις απαιτούσαν γρήγορη ανοικοδόμηση και η ίδια κατάσταση υπήρχε και στην Ελλάδα. Μαζί με τα κοσμικά κτίρια καταστράφηκαν και πολλές εκκλησίες, ωστόσο η ανοικοδόμησή τους πρέπει να επηρεάστηκε με μια νέα έξαρση εθνικής υπερηφάνειας. Τα νεοβυζαντινά έργα του Ζάχου, τα οποία εκφράζουν μία υποταγή στην παράδοση διατηρώντας παράλληλα και κάποια ζωντάνια, μέσα στο μεταπολεμικό περιβάλλον λειτούργησαν σαν παραδείγματα για την μεταπολεμική ναοδομία, ωστόσο αυτοί που επιχείρησαν να τον μιμηθούν "δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν αυτό το επίπεδο, αλλά έπαιξαν με εξωτερικές διακοσμητικότητες"23. Το κακό είχε γίνει. Η ελληνορθόδοξη ναοδομία παρέφθειρε το Νεοβυζαντινό Ρυθμό και εγκλώβισε τον εαυτό της στον Νεοβυζαντινισμό, τον "εμπλούτισε" και συνεχίζει να τον διατηρεί ως τις μέρες μας, συνεχίζοντας να επιβεβαιώνει ότι "η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική είναι σε όλη τη διάρκεια της πορείας της, η αχίλλειος πτέρνα της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής"24.

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη ιστορική αναδρομή στην νεότερη εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, θα γίνει μια προσπάθεια στα επόμενα κεφάλαια να οριστούν με ακρίβεια οι εκφάνσεις του Νεοβυζαντινισμού, στο οποίο θα προτιμήσουμε να αναφερόμαστε περισσότερο σαν φαινόμενο, παρά σαν ρυθμό ή στυλ, καθώς και να εντοπιστούν τα αίτια που στην εποχή μας συνεχίζουν να το συντηρούν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
08. Δημήτρης Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική, σελ. 61
09. ομοίως, σελ. 93
10. ομοίως, σελ. 93
11. ομοίως, σελ. 93
13. ομοίως, σελ. 94
14. ομοίως, σελ. 61
15. ομοίως, σελ. 97 (από Λύσ. Καυταντζόγλου, Λόγος εις την θεμελίωσιν του ιερού ναού του Αγίου Kωνσταντίνου, σελ. 16-17)
16. ομοίως, σελ. 97 (από Λύσ. Καυταντζόγλου, Λόγος εις την θεμελίωσιν του ιερού ναού του Αγίου Kωνσταντίνου, σελ. 18)
17. ομοίως, σελ. 140
18. Ανδ. Γιακουμακάτος, Η αρχιτεκτονική και η κριτική, σελ. 363
19. ομοίως, σελ.130
20. Δημ. Φιλιππίδης , Νεοελληνική αρχιτεκτονική, σελ. 205
21. ομοίως
22. Ανδ. Γιακουμακάτος, ό.π., σελ. 115
23. Δημ. Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική, σελ. 205
24. ομοίως, σελ.93

03.Ο συμβολισμός στον ορθόδοξο ναό

Πριν προχωρήσουμε για να αναλύσουμε διεξοδικά το πρόβλημα της σύγχρονης ναοδομίας θα πρέπει να γίνει και μία προσπάθεια να οριστούν τα στοιχεία εκείνα που η θέση τους έχει παγιωθεί στον ορθόδοξο ναό λόγω δόγματος ή συμβολισμού και τα οποία δεν θα ήταν δυνατόν να αφαιρεθούν και ίσως έτσι να εντοπιστούν οι λόγοι για τους οποίους αυτά τα στοιχεία επικράτησαν εξ' αρχής.

Καλώς ή κακώς, στον ορθόδοξο ναό υπάρχουν στοιχεία αναντικατάστατα τα οποία απέκτησαν συμβολικό χαρακτήρα που εκφράζουν και βασικές δογματικές αλήθειες25. Σίγουρα το στοιχείο του συμβολισμού είναι άκρως απαραίτητο για ένα θρησκευτικό κτίριο, ίσως και σημαντικότερο από την ίδια την λειτουργικότητα του. Και αυτό διότι η εκκλησία δεν είναι ένα απλό κτιριακό κέλυφος που καλείται να στεγάσει κάποιες λειτουργίες, αλλά σύμφωνα με τον Π. Μιχελή "Εκκλησία εστίν επίγειος ουρανός εν η ο Θεός ενοικεί και εμπεριπατεί."26. Και σαν Οίκος Θεού δεν μπορεί παρά να διέπεται έντονα από το στοιχείο της θρησκευτικότητας και της κατάνυξης και σίγουρα η διαφοροποίησή του από ένα κοσμικό κτίριο πρέπει να είναι έντονη και ξεκάθαρη.

Έτσι από νωρίς, κάποια στοιχεία, δομικά ή μη, χρησιμοποιήθηκαν με συμβολικό χαρακτήρα ενώ άλλα απέκτησαν συμβολικό νόημα με τον καιρό και τη διαρκή τους χρήση. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι την εποχή του βυζαντίου "που ο κοινός άνθρωπος στρεφόταν κυρίως στις τέχνες για να αντλήσει τις εικόνες που δομούσαν τις αντιλήψεις του ο συμβολισμός ήταν κάτι το δεδομένο"27. Με τον συμβολισμό άλλωστε, κατάφερναν να μετατρέψουν το εκκλησιαστικό κτίριο σε οίκο Θεού αλλά και να μεταφέρουν το νόημα του δόγματος τους στους πιστούς οι οποίοι εκείνες τις εποχές ήταν οι περισσότεροι αναλφάβητοι. Βέβαια αυτό επιτυχαινόταν κυρίως από τις αγιογραφικές παραστάσεις άλλα και από συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές μορφές. Όπως αναφέρει και ο Krautheimer: "κάθε μεσαιωνικό κτίριο επεδίωκε να μεταβιβάσει ένα νόημα που υπερέβαινε την ορατή μορφή της κατασκευής του"28. Άλλωστε ενώ στοιχεία όπως η γεωμετρική ακρίβεια ήταν τότε αδιάφορη για τους χριστιανούς η εμμονή και επιμονή τους σε συγκεκριμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία και μορφές σαφώς αποκαλύπτει μία σταθερή ιδεολογική πρόθεση. "Η εκτίμηση του αρχιτεκτονικού έργου πολλές φορές σχετιζόταν τότε περισσότερο με τους συμβολισμούς παρά με την αισθητική του"29.

Το κυριότερο ίσως όλων δομικό στοιχείο που έχει αποκτήσει συμβολική σημασία είναι η οροφή του ναού. Η ερμηνεία του είναι απλή και λογική, χωρίς να χρειάζεται μεγάλη εμβάθυνση σε θεολογικές έννοιες. Ο πιστός κοιτώντας την οροφή, στρέφει το βλέμμα του προς τα πάνω, προς τον ουρανό, προς την κατοικία του Θεού.

Τρούλος από την Μονή της Χώρας (Καριγιέ Τζαμί), Κωνσταντινούπολη
A dome from the Monastery of the Chora (Kariye Camii), Constantinople
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Αν και ο συμβολισμός αυτός υπάρχει σε όλους τους ναούς, ανεξαρτήτως ρυθμού, δεν θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα με το θόλο - τρούλο (σαν άμεση πια αναφορά στις πεποιθήσεις της εποχής περί ουρανίου θόλου) ιδίως μετά τις μεθόδους που ήρθαν από την ανατολή και τελειοποιήθηκαν κατά τα βυζαντινά χρόνια. Πράγματι όταν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν ελαφρύτερα υλικά ώστε να ελαφρύνουν τον τρούλο και να μπορέσουν να ανοίξουν παράθυρα στο τύμπανο του κατάφεραν να δώσουν την εντύπωση εξαΰλωσης του χώρου και αποδέσμευσης του τρούλου από τα επίγεια στηρίγματα του. Ο συνδυασμός της μορφής αυτού του δομικού στοιχείου και του φυσικού φωτός, το οποίο υποτάχθηκε στις ανάγκες τους, τους επέτρεψε να δημιουργήσουν μια απαράμιλλη ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του ναού. Αυτή, μάλιστα, γίνεται εντονότερη με την αγιογράφηση στο κέντρο του τρούλου (και συνεπώς του ουρανού) της μορφής του Παντοκράτορα.
Αν και ο συμβολισμός αυτός υπάρχει σε όλους τους ναούς, ανεξαρτήτως ρυθμού, δεν θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα με το θόλο - τρούλο (σαν άμεση πια αναφορά στις πεποιθήσεις της εποχής περί ουρανίου θόλου) ιδίως μετά τις μεθόδους που ήρθαν από την ανατολή και τελειοποιήθηκαν κατά τα βυζαντινά χρόνια. Πράγματι όταν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν ελαφρύτερα υλικά ώστε να ελαφρύνουν τον τρούλο και να μπορέσουν να ανοίξουν παράθυρα στο τύμπανο του κατάφεραν να δώσουν την εντύπωση εξαΰλωσης του χώρου και αποδέσμευσης του τρούλου από τα επίγεια στηρίγματα του. Ο συνδυασμός της μορφής αυτού του δομικού στοιχείου και του φυσικού φωτός, το οποίο υποτάχθηκε στις ανάγκες τους, τους επέτρεψε να δημιουργήσουν μια απαράμιλλη ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του ναού. Αυτή, μάλιστα, γίνεται εντονότερη με την αγιογράφηση στο κέντρο του τρούλου (και συνεπώς του ουρανού) της μορφής του Παντοκράτορα.

Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης (το εσωτερικό τις μεσημβρινές ώρες)
Hagia Sofia in Constantinople (the interior around noon)
Πηγή: Αρχείο Συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Δεν είναι τυχαία πάντως η χρήση του τρούλου αφού η τοποθέτηση του φτάνει για να δημιουργήσει κάτω από αυτόν ένα κέντρο. Ο συμβολικός ρόλος του, σύμφωνα πάντα με τον Προκοπίου, είναι πολύ σημαντικός αφού το κέντρο υποδηλώνει ότι κάτι υπάρχει γύρω από αυτό, και συνεπώς είναι μία αρχή και "ως Αρχή το Κέντρο είναι το Όν. Ο χώρος που δημιουργεί η ακτινοβολία του είναι ο Κόσμος"30. Ο πιο εύκολος τρόπος για να υποδηλώσεις ένα κέντρο είναι σίγουρα ο κύκλος ή το σχήμα του σταυρού. Και αυτό ακριβώς έκαναν οι χριστιανοί των περασμένων αιώνων. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσον κατανοούσαν συνειδητά αυτές τις ιδέες, ωστόσο είναι γεγονός ότι έδειχναν μια προτίμηση στα περίκεντρα κτίρια και επειδή, όπως αναφέραμε, δεν μπορούσαν να τα μεγαλώσουν αρκετά, κατέφυγαν στον συνδυασμό αυτών με τις βασιλικές. Προέκυπταν κατ' αυτόν τον τρόπο χώροι κάτω από τον τρούλο περίκεντροι ή σχήματος σταυρού. Μάλιστα, ο σταυρός έχει διπλή σημασία αφού εκτός από το συμβολισμό του κέντρου, είναι για τους χριστιανούς και σύμβολο πίστης.

Ακόμη, θα πρέπει να αναφερθεί ότι σημαντικό ρόλο παίζει και το ύψος στο εσωτερικό του ναού, αφού ένας ναός με μεγάλο ύψος πετυχαίνει να γεμίσει τον επισκέπτη με αισθήματα δέους ενώ παράλληλα εκφράζει και μία πνευματική άνοδο στον πιστό. Μία τέτοια λύση, αλλά ελλιπής, ήταν η υπερύψωση του κεντρικού κλίτους στις βασιλικές, μα τονίζεται καλύτερα όταν σε αυτό προσαρμοστεί ο τρούλος. Όμως, για να γίνει κάτι τέτοιο σωστά θα πρέπει να προσεχθεί η αναλογία των μερών του ναού ώστε να μπορεί μεν να εμπνέει δέος και ταπεινοφροσύνη στον πιστό, αλλά μην να του δημιουργεί αίσθημα εκμηδενισμού διότι φυσικά κάτι τέτοιο δεν συμβαδίζει με τις ορθόδοξες αντιλήψεις.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να τονιστεί ότι αν και ο τύπος της τρουλαίας βασιλικής έχει επικρατήσει σαν ο κυριότερος ρυθμός της σύγχρονης ναοδομίας με αποτέλεσμα πολλοί σύγχρονοι να θεωρούν τον τρούλο ένα στοιχείο αναπόσπαστο για μία εκκλησία ενώ στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο δεν είναι σωστό αφού οι ναοί χωρίς τρούλο είναι αρκετοί και εξ' ίσου σημαντικό τμήμα της ναοδομίας μας. Ωστόσο επειδή ο τρούλος έχει, πέραν της μορφολογικής, εκλάβει και σημασία συμβολική, ενώ σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί στοιχείο δεσμευτικό για τον σύγχρονο ναοδόμο καλό θα είναι να μην λείπει από τα σύγχρονα ορθόδοξα ευκτήρια.

Εξ' ίσου σημαντικό στοιχείο με τον θόλο, και προγενέστερό του, είναι η κόγχη του ιερού. Αν και δεν είναι γνωστό αν η μορφή της είχε να κάνει με μίμηση πρωτοχριστιανικών μορφών, ωστόσο από λειτουργικής απόψεως μεγαλώνει το χώρο γύρω από την Αγία Τράπεζα. Ο συμβολικός χαρακτήρας της δε είναι πολύ σημαντικός αφού δομικά ενώνει την οροφή με το πάτωμα του ναού και συνεπώς είναι το μεταβατικό στοιχείο μεταξύ ουρανού(=οροφή, τρούλος) και γης(=πάτωμα στο οποίο στέκεται ο πιστός). Το κοίλο της μορφής της λειτουργεί σαν στοιχείο υποδοχής, αγκαλιάζοντας τρόπον τινά τα βλέμματα των πιστών πάνω από το τέμπλο. Άλλωστε, με ένα τελετουργικό που γίνεται, ως επί το πλείστον, πίσω από το τέμπλο και μακριά από τα μάτια των πιστών, η μορφή της Πλατυτέρας βοηθά στο να τραβά το βλέμμα του πιστού κατά τη διάρκεια της Θείας Ευχαριστίας από τα εγκόσμια. Επιπλέον, με την τοποθέτηση της Πλατυτέρας31, η κόγχη του ιερού αποκτά και δογματική σημασία, αφού όπως η κόγχη ενώνει τον ουρανό με τη γη, έτσι και η Παναγία ήταν αυτή που ένωσε το Θείο με τον Άνθρωπο, το επουράνιο με το επίγειο.

Η κόγχη του Ιερού στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης
The apse of the sanctuary of Hagia Sofia, Contantinople
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Πέραν από την συμβολική σημασία κάποιων δομικών στοιχείων, συμβολικός είναι και ο αριθμός τους. Αρκετά από αυτά επαναλαμβάνονται 3, 4 και σπανιότερα 12 φορές (σαν σύμβολα της Αγ. Τριάδας, των Ευαγγελιστών και των Αποστόλων αντίστοιχα), συνήθως σαν τρεις αψίδες στο Ιερό, τρεις πόρτες εισόδου, δώδεκα κίονες που στηρίζουν το υπερώο και άλλα. Μα ακόμη, και τα τρίλοβα παράθυρα ή ο τριμερής χωρισμός του ναού (σε νάρθηκα, κυρίως ναό, ιερό) φαίνεται να πηγάζουν από την ίδια αρχή. Αν και κάτι τέτοιο είναι αναμφισβήτητα σημαντικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεσμευτικό, καθώς μονάχα η τριμερής διαίρεση του ιερού φέρεται να εξυπηρετεί λατρευτικές ανάγκες. Έτσι, η χρήση αυτών και άλλων περαιτέρω συμβολικών στοιχείων πρέπει να επαφίεται στην κρίση και φαντασία του αρχιτέκτονα.

Τέλος, ίσως θα πρέπει να γίνει και μία αναφορά στην συμμετρία που παρουσιάζουν οι χριστιανικοί ναοί. Αν και ουσιαστικά είναι ένα στοιχείο που μπορεί, ευκόλως, να αναχθεί στην συμμετρία των αρχαιοελληνικών ναών και των ρωμαϊκών βασιλικών στα οποία βασίστηκε ο χριστιανικός ναός, ωστόσο η συμμετρία σύμφωνα με τις τότε αντιλήψεις, εκφράζει καλύτερα μία αρτιότητα και μία τελειότητα. Τούτη η πεποίθηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία απόπειρα εκφράσεως της τελειότητας, πράγμα το οποίο δεν θα γινόταν με ένα μη συμμετρικό κτίριο. Μάλιστα, για να επιτευχθεί η απόλυτη συμμετρία, και όχι μόνο στο εσωτερικό του ναού, πολλές είναι οι περιπτώσεις όπου τοποθετούνταν δύο πυργίσκοι κωδωνοστασίων, κάτι το οποίο, άλλωστε, συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Έχοντας παγιώσει τα σημαντικότερα στοιχεία που ο ορθόδοξος ναός χρειάζεται για να λειτουργήσει σε δογματικό και συναισθηματικό επίπεδο, μπορούμε να περάσουμε σε μία πιο πρακτική ανάλυση της λειτουργίας του ναού και να τον δούμε πλέον σαν ένα κτίριο που πρέπει να εξυπηρετεί τις ανθρώπινες λειτουργίες κατά τον καλύτερο τρόπο.

Άγιος Χαράλαμπος Λαρίσης.
Με την προσθήκη και δεύτερου κωδωνοστασίου επιτυγχάνεται η πλήρης συμμετρία στην όψη
St. Charalambos of Larissa.
The addition of a second bell-tower preserves the symmetry of the facade.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive


04.Οι ανάγκες του ναού σήμερα

"Το να σχεδιάζεις μία εκκλησία
είναι λιγάκι σαν να επανασχεδιάζεις την θρησκεία,
σαν να επαναπροσδιορίζεις την ουσία της."
Gio Ponti

Προτού να επιχειρήσουμε οποιαδήποτε κριτική στους σύγχρονους ορθόδοξους ναούς απαραίτητο είναι να εντοπιστούν οι λειτουργικές και τελετουργικές ανάγκες αυτών σήμερα.

Δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αγνοηθεί ότι ο ναός είναι πάνω από όλα ένα θρησκευτικό κτίριο και ως τέτοιο θα πρέπει να εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο συγκεκριμένες θρησκευτικές λειτουργίες.

Ως γνωστόν, ανεξαρτήτως σχήματος, ο ορθόδοξος ναός χωρίζεται σε δύο βασικά τμήματα, τον κυρίως ναό και το ιερό, που χωρίζονται μεταξύ τους με το τέμπλο. Αν και ο βυζαντινός ναός χωρίζεται σε τρία τμήματα και όχι σε δύο (αφού περιλαμβάνει επιπλέον και το νάρθηκα), ωστόσο ο νάρθηκας σήμερα, με τη βυζαντινή έννοια και χρήση έχει εξαλειφθεί.

Απαραίτητη στη διαρρύθμιση του ιερού κρίνεται ο τριμερής χωρισμός του σε Πρόθεση, Διακονικό και Αγία Τράπεζα, αφού αυτό επιβάλλεται από το τελετουργικό της Θείας Ευχαριστίας. Αυτό είναι και το μόνο μυστήριο που ορίζει με σαφήνεια το χώρο στον οποίο τελείται, καθώς με το πέρασμα του χρόνου, το τελετουργικό της Θείας Ευχαριστίας και ο χώρος της τέλεσης του θα πρέπει να εξελίχθηκαν παράλληλα.

Τα υπόλοιπα μυστήρια, αν και έχουν σαφώς ορισμένο τελετουργικό, ωστόσο φαίνεται να μην έχουν σταθερή θέση τέλεσης μέσα στο ναό. Εκτός από τη Μετάνοια (Εξομολόγηση), η οποία γίνεται συνήθως πιο απομονωμένο χώρο από τον υπόλοιπο ναό, ο συνήθης χώρος τέλεσης των υπολοίπων μυστηρίων είναι το κέντρο του ναού ή ο σολέας. Ίσως η τέλεση γάμων και βαπτίσεων να απαιτούν τελικά μια διαμόρφωση εντός του ναού για την παγίωσή της θέσης τους, ακόμα και αν αυτή θα διαφοροποιείται από ναό σε ναό.

Σαφώς, μια από τις σημαντικότερες ανάγκες που έχει ένας ναός είναι να φιλοξενήσει στο εσωτερικό του και έναν αριθμό πιστών. Η παραδοσιακή τοποθέτηση των καθισμάτων για τους πιστούς γίνεται στο κεντρικό κλίτος της εκκλησίας, αφήνοντας ένα κεντρικό διάδρομο που χωρίζει τις θέσεις των ανδρών και των γυναικών. Αν και αυτή η πρακτική διαχωρισμού των φύλων είναι πλέον ξεπερασμένη στις μέρες μας και μάλλον περιττή (αφού οι ίδοι οι πιστοί την καταστρατηγούν), ωστόσο δεν είναι σαφές αν η διαμόρφωση αυτή έχει γίνει για να εξυπηρετεί την Μεγάλη και Μικρή Είσοδο ή αν η κίνηση αυτή του ιερέα προσαρμόστηκε σε αυτή την ανάγκη διαχωρισμού των πιστών. Και στις δύο περιπτώσεις πάντως, μια οποιαδήποτε αλλαγή στη διαρρύθμιση των καθισμάτων θα πρέπει να λαμβάνει υπ'όψιν μια δίοδο από την είσοδο προς την Ωραία Πύλη.

Επιπλέον μια εκκλησία δεν παύει να είναι ένα δημόσιο κτίριο, αν και ανήκει σε ειδική κατηγορία, και σαν τέτοιο έχει ανάγκη από μια πληθώρα βοηθητικών χώρων και ειδικότερα χώρους αποθηκευτικούς, χώρους μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, γραφεία για τους ιερείς, παγκάρια κ.ά. και έτσι καθίσταται σαφές το ότι θα πρέπει να γίνεται κατά τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό πρόβλεψη για την σωστή τοποθέτηση των παραπάνω χώρων, αφού η εκ των υστέρων τοποθέτηση τους οδηγεί σε ελαττωματικές, αν όχι ακαλαίσθητες, λύσεις. Φυσικά, σαν δημόσιο κτίριο θα πρέπει να ακολουθεί αν όχι όλους, τουλάχιστον τους βασικότερους κανόνες ασφαλείας που προβλέπονται από το Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή είναι ο ναός της Μεταμορφώσεως και Γεννήσεως του Σωτήρος στην οδο Δελφών όπου όλες οι πόρτες εξόδου, ανοίγουν προς τα μέσα.(!)

Παναγία η Δεξιά, Θεσσαλονική. Η απόληξη του αεραγωγού “πλαισιώθηκε” στην αγιογράφιση
Virgin Mary the Dexia in Thessaloniki. The air duct was incorporated in the paintings.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Ι.Ν. Μεταμορφώσεως και Γεννήσεως του Σωτήρος (1986), Θεσσαλονίκη.
Οι εξωτερικές πόρτες ανοίγουν προς τα μέσα (!)
The temple of the Transfiguration and Nativity of the Saviour (1986), Thessaloniki.
The doors open inwards (!)
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

Τέλος, επειδή η λειτουργία του ναού δεν περιορίζεται στο εσωτερικό του, συνεπάγεται ότι η εκκλησία έχει ανάγκη και από έναν ελεύθερο χώρο στο εξωτερικό του, διαμορφωμένο για να ικανοποιεί τόσο καθαρά θρησκευτικές λειτουργίες (όπως είναι τα παρεκλήσια στον περίβολο της εκκλησίας και διαμορφωμένος χώρος για τη δυνατότητα υπαίθριας τέλεσης ακολουθιών), όσο και τις πιο καθημερινές ανάγκες που έχει ένα δημόσιο κτίριο (όπως είναι ένας χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, προσβάσεις για οχήματα όλων των μεγεθών κ.ά.)

 

05.Το πρόβλημα της ελληνορθόδοξης ναοδομίας

Στον αιώνα μας, στην Ελλάδα, τον κύριο διεκδικητή του ρόλου του πολιτιστικού και θρησκευτικού απογόνου του Βυζαντίου, αρκετά θέματα έχουν απασχολήσει την Εκκλησία, τόσο σαν θεσμό, όσο και σαν επίσημη αρχή, αλλά και τον αρχιτεκτονικό κόσμο. Ωστόσο, ένα από τα θέματα που φαίνεται ότι δεν έχει τεθεί σοβαρά επί τάπητος είναι η τυπολογία και η μορφολογία του σύγχρονου ορθόδοξου ναού και το μέλλον του.

Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηριχθεί ότι ο ορθόδοξος ναός δεν παρουσιάζει κανένα σημάδι ανανέωσης, παρά μόνο μια διαρκή στασιμότητα, σε κάτι που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μεταβάλλεται ανάλογα με τις απαιτήσεις των καιρών και τις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες, όπως άλλωστε γινόταν επί τόσους αιώνες στην ιστορία του βυζαντινού ναού. Άλλωστε, "αν η κατοικία του ανθρώπου υιοθετεί άπειρες χωρικές μορφές γιατί η κατοικία του ορθόδοξου Θεού πρέπει να αποκρυσταλλώνεται σε μια χωρική λύση αμετάβλητη και ανελαστική"32. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν έγκειται τόσο στην στείρα αναπαραγωγή προτύπων του παρελθόντος, όσο στον τρόπο με τον οποίο συντελείται η αναπαραγωγή αυτή την στιγμή που θέλουμε να θεωρούμε ότι ο χριστιανισμός είναι μία ζωντανή θρησκεία.

Και ενώ όλα τα είδη κτιρίων στην Ελλάδα παρουσιάζουν με το πέρασμα του χρόνου μια κάποια εξέλιξη και έναν εναρμονισμό με τις συνθήκες που επικρατούν στην εποχή τους, άλλα λιγότερο, αλλά περισσότερο, η Ορθόδοξη εκκλησία εμμένει να παράγει κακέκτυπα εκκλησιών που κάποτε πρόβαλλαν αυτήν και τις αξίες της. Δεν είναι τυχαίο, που στον αρχιτεκτονικό κόσμο η Αγία Σοφία αποτελεί ένα πρωτότυπο έργο, ένα κτίσμα που προκαλεί δέος ακόμα και σήμερα κι ακόμα και σε αλλόθρησκους, τόσο για την μεγαλοπρέπεια του όσο και για τις τεχνολογικές καινοτομίες που χρησιμοποιήθηκαν. Ωστόσο, στον Ελλαδικό χώρο θεωρείται όχι πρωτότυπο, αλλά πρότυπο. Και γενικότερα, ναοί που αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού, όχι μόνο για την αισθητική τους τελειότητα αλλά και για τις καινοτόμες τεχνολογικές και κατασκευαστικές λύσεις που πρότειναν, σήμερα αποτελούν όχι πρότυπο για να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε, αλλά απλώς έτοιμες αρχιτεκτονικές λύσεις που θα πρέπει να αντιγράψουμε. "Η σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία […] καλείται παρ' όλα αυτά να εκφράσει ένα κόσμο χριστιανών διαφοροποιημένο ή θεμελιακά αλλαγμένο στο κοσμοθεωρητικό, στο τεχνολογικό, στο κοινωνικό και στο βιωματικό επίπεδο"33.

Το πιο τρανταχτό δείγμα τυπολογικών ασυναρτησιών που εμφανίζεται στους σύγχρονους ναούς είναι η αντιγραφή τμημάτων που έχουν χάσει πια την αρχική χρήση τους, και πιο συγκεκριμένα ο νάρθηκας και ο γυναικωνίτης.

Ο νάρθηκας, χώρος από τον οποίο παρακολουθούσαν το πρώτο τμήμα της Θείας Λειτουργίας οι κατηχούμενοι, διατηρείται σε πολλές σύγχρονες εκκλησίες. Βέβαια, ο νηπιοβαπτισμός έχει εξαλείψει την ανάγκη ύπαρξης νάρθηκα, ο οποίος εκφυλίζεται σε χώρο που γίνεται η πώληση κεριών και τοποθετούνται προσκυνήματα για εκείνους που δεν θέλουν να μπουν στον Κυρίως Ναό. Αυτό σίγουρα βοηθά στην ομαλότερη κυκλοφορία λειτουργώντας σαν ένα foyer εντός του ναού και τον αποσυμφορεί σε μέρες μεγάλης προσέλευσης εκκλησιάσματος, ωστόσο δε δικαιολογεί γιατί θα πρέπει να εμφανίζεται με το συγκεκριμένο ορθογώνιο σχήμα μπροστά από την είσοδο του ναού.

Παρομοίως και ο γυναικωνίτης έχει χάσει το ρόλο του να φιλοξενεί τις γυναίκες κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας. Για την ακρίβεια συχνά δε χρησιμοποιείται από τους πιστούς γενικότερα και καταλήγει να χρησιμεύει σαν μια ανοιχτή αποθήκη σχήματος Π πάνω από το "νάρθηκα" και τα πλάγια κλίτη του ναού. Άλλωστε θα χρειαζόταν επιπλέον προσωπικό για να ελεγχθούν οι πιστοί εκεί επάνω και παρουσιάζεται συχνά το φαινόμενο μια εκκλησία να έχει εξώστη και να μην επιτρέπεται στους πιστούς να παρακολουθήσουν τη Λειτουργία από εκεί.

Είναι φανερό ότι οι χώροι αυτοί βρίσκουν και σήμερα χρησιμότητα. Γιατί όμως, αφού η αρχική τους χρήση έχει αλλάξει ριζικά, θεωρείται αδιανόητο να μεταβληθεί και η μορφολογία τους την στιγμή που στο βυζάντιο υπήρχαν χώροι που αποβλήθηκαν ή μετεξελίχθηκαν, όπως τα παστοφόρια που έδωσαν την θέση τους στην πρόθεση και το διακονικό35. Με βάση αυτό θα πρέπει να αναρωτηθεί, ακόμα, γιατί πολλά στοιχεία έχουν μια παγιωμένη τυπολογία στους ναούς του σήμερα. Σε έναν σύγχρονο ναό είναι αναμενόμενο η κύρια είσοδος να απαντάται στην δυτική πλευρά. Ένας τέτοιος σχεδιασμός φαίνεται να είναι επιβαλλόμενος όχι μόνο για την τήρηση της συμμετρίας αλλά και επειδή αυτό είναι το σύνηθες. Ωστόσο, υπάρχουν παραδείγματα ναών στον ελλαδικό χώρο που φέρουν την κύρια είσοδο στον νότο όμοια με τις εκκλησιές της Συρίας, όπως η Καπνικαρέα στην Αθήνα. Κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να αγνοείται, ειδικά στην περίπτωση που η ένταξη μίας εκκλησίας στον αστικό ιστό με τοποθέτηση της εισόδου δυτικά οδηγεί σε λειτουργικά προβληματικές λύσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ι.Ν. Μεταμορφώσεως και Γεννήσεως του Σωτήρος στην οδό Δελφών της Θεσσαλονίκης, όπου το ιερό είναι μετωπικά στο δρόμο και η κύρια είσοδος βρίσκεται σε ένα στενό παράδρομο. Είναι απλά παράλογο να μην αναζητείται κατά τον σχεδιασμό, η σωστή θέση για την είσοδο της εκκλησίας αντίστοιχα με ένα οποιοδήποτε άλλο κτίριο.

Η Καπνικαρέα στην Αθήνα. Όψη από την δυτική πλευρά
The Capnicarea in Athes. Western facade.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Άλλο ένα πρόβλημα που εμφανίζουν οι σύγχρονοι ναοί στη μεγάλη πλειοψηφία τους είναι η απώλεια του μέτρου. Οι βυζαντινοί ναοί παρουσίαζαν, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί, μια αίσθηση του "απόλυτου μέτρου"35, δηλαδή με λίγα λόγια, ο τύπος και οι αναλογίες ενός μεγάλου ναού δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε μια περίπτωση ενός μικρού παρεκκλησίου και αντιστρόφως. Όμως δεν είναι και λίγες οι εικόνες που έχουμε "μικρών εκκλησιών" που ουσιαστικά είναι σμικρύνσεις μεγάλων ναών και μερικές φορές και το αντίστροφο, ενώ πολλές φορές οι αναλογίες είναι και τελείως αυθαίρετες. Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι συχνά άσχημο, οι εξωτερικές αναλογίες του ναού παραμορφώνονται στα όρια του ακαλαίσθητου, ενώ η "εσωτερική κλίμακα" του ναού έχει χαθεί τελείως οδηγώντας σε έλλειψη αρμονίας και μέτρου "γιατί δεν λαμβάνεται υπ' όψη ότι κάθε καλό και ωραίο πράγμα είναι και στα μ έ τ ρ α τ ο υ, και όταν μεγεθυνθεί τότε, ως εκτός μέτρου γίνεται απαράδεκτο"36.

Κλείνοντας με τα αρχιτεκτονικά γνωρίσματα των σύγχρονων ναών, θα πρέπει να αναφερθούμε και στις μεθόδους κατασκευής τους.

Όπως προαναφέρθηκε, οι βυζαντινές εκκλησίες προκαλούσαν και συνεχίζουν να προκαλούν το θαυμασμό όχι μόνο για το παραγόμενο αισθητικό αποτέλεσμα, αλλά και γιατί επάνω τους εφαρμόζονταν νέες οικοδομικές τεχνικές, που πολλές φορές ήταν πρωτοποριακές για την εποχή τους αφού ήταν σε συνεχή "διάλογο" με την κοσμική αρχιτεκτονική. Και εδώ εντοπίζεται ένα παράδοξο.

Στην Ελλάδα το υλικό που προτιμάται ως επί το πλείστον στην οικοδομική είναι το οπλισμένο σκυρόδεμα, ένα υλικό που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον τα τελευταία 60 χρόνια (από τη δεκαετία του '50). Με μια τόσο μακρόχρονη εμπειρία στη χρήση του μπετόν, θα υπέθετε κανείς ότι ο Έλληνας αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός θα έχει εξοικειωθεί με τη χρήση του και με την αξιοποίησή των δυνατοτήτων του στο έπακρο. Και όντως, στα κοσμικά κτίρια κάτι τέτοιο συμβαίνει. Παρά ταύτα, ενώ και οι εκκλησίες κατασκευάζονται με οπλισμένο σκυρόδεμα, εκεί οι σχεδιαστές φαίνεται να ξεχνούν όλη αυτή τη συσσωρευμένη γνώση. "Τα νέα δομικά υλικά […] και οι κατασκευαστικές μέθοδοι και δυνατότητες έχουν διανύσει τεράστια άλματα που δημιουργούν νέες παραμέτρους δύσκολα συμβιβαζόμενες με την νομοτέλεια του τούβλου, της πέτρας και του ξύλου, των κυρίων δηλαδή παραδοσιακών υλικών της παλαιότερης ορθόδοξης ναοδομίας"37.

Πράγματι, οι νεότεροι ναοί είναι κατά κύριο λόγο απλούστατες κατασκευές (αποκλειστικά) από σκυρόδεμα στα οποία προσαρμόζονται επενδύσεις από πέτρα ή διακοσμητικό τούβλο (πολλές φορές ,μάλιστα, και με ιδίως άσχημα αποτελέσματα αφού η μίμηση της τοιχοποιίας θυμίζει περισσότερο κατακόρυφη πλακόστρωση). Κάτι τέτοιο είναι, βέβαια, αντίστοιχο με την πρακτική των βυζαντινών, στις περιοχές που δεν υπήρχε η ελληνιστική παράδοση της επεξεργασίας του ίδιου του υλικού δομής στην εξωτερική επιφάνεια, όπου δηλαδή, έντυναν την όψη με ορθομαρμαρώσεις και επενδύσεις38. Έτσι, δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως πρόβλημα με αυτή την πρακτική, αν φυσικά, δεν αναλογιστούμε ότι στους αιώνες που μεσολάβησαν οι κατασκευαστικές αντιλήψεις δεν είναι και δεν θα μπορούσαν να είναι ίδιες. Πού είναι λοιπόν η ειλικρίνεια στο να κατασκευάζεται κάτι από ένα υλικό και να το καλύπτεται κατόπιν από ένα δεύτερο. Και μάλιστα όχι επειδή αυτό απαιτείται από στατικής απόψεως, αλλά μόνο και μόνο για λόγους "καλλωπισμού".

Άγιος Παντελεήμωνας Καλαμαριάς. Ολόσωμος φορέας από σκυρόδεμα
St. Pantelehemon in Kalamaria, Thessaloniki. Solid concrete construction.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Άγιος Παντελεήμωνας Καλαμαριάς. Οι “φέροντες” κιονίσκοι θα τοποθετηθούν μετά
St. Pantelehemon in Kalamaria, Thessaloniki. The "supporting" columns will be added later on.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Είναι γεγονός ότι κάποτε, ένας ναός αποτελούσε το σημαντικότερο κτίριο μιας περιοχής, της οποίας οι κάτοικοι ποθούσαν να το κάνουν όλο και πιο τέλειο. Ήταν τέτοιος ο τρόπος σκέψης τους που προτιμούσαν να φροντίσουν το κοινόχρηστο δημόσιο κτίριο περισσότερο από τις δικές τους ιδιωτικές κατοικίες. Λογικά λοιπόν το κτίριο αυτό ξεχώριζε αμέσως από τα υπόλοιπα με τον όγκο του και την αισθητική του τελειότητα. Πράγματι, για τον ίδιο λόγο το κτίριο αυτό είχε ένα πλούσιο διάκοσμο στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό όπου συνηθέστερα γίνονταν επενδύσεις με πολυτελή υλικά.

Σήμερα, αυτό δεν είναι ικανό να ξεχωρίσει μια εκκλησία από τα κτίρια που την γειτνιάζουν αφού αυτά είναι ογκωδέστερα της και πολύ πιο προσεγμένα από αυτήν. Στις περισσότερες περιπτώσεις δε, που ο ναός είναι τελείως αποκομμένος από τα υπόλοιπα κτίρια, καταλαμβάνοντας από μόνος του ένα οικοδομικό τετράγωνο, μια τέτοια διαδικασία είναι περιττή. Όλο αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο αν σκεφτεί κανείς ότι οι νέοι ναοί κατασκευάζονται σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό τον προτύπων τους. Πρέπει να ενταχθούν σε ένα διαφορετικό αστικό ιστό και να συνυπάρξουν με ογκώδη νέα κτίρια, κατασκευασμένα με άλλες αντιλήψεις από αυτά, πράγμα που τα κάνει να φαίνονται μετέωρα. "Μοιάζουν με "νεκραναστημένους" σ' ένα άσχετο και αταίριαστο κόσμο, που δεν μπορούν να συγκινήσουν το σημερινό επισκέπτη τους αφού δεν έχουν ούτε την ιστορικότητα και την γνησιότητα της αντεγραμμένης μορφής του προτύπου τους, ούτε αποτελούν έργα αξιόλογα από καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική μορφή (σαν αντίγραφα που είναι)"39.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν αναλογιστεί κανείς ότι σύγχρονες εκκλησίες δίνεται στο υλικό πληρώσεως η μορφή που θα είχε αν ήταν υλικό δομής. Βλέπουμε εκκλησίες να στηρίζονται σε τόξα από τούβλα κάτω από τα οποία κρύβεται ένα ευθύ δοκάρι από σκυρόδεμα. Θα έλεγε κανείς πως το "form follows function" του Louis H. Sullivan40 που τόσο επηρέασε το Μοντέρνο Κίνημα και οι διακηρύξεις των μεταγενέστερων του για ειλικρίνεια της μορφής, άφησαν παγερά αδιάφορους τους Έλληνες ναοδόμους ή αυτοί πρόλαβαν να το επεξεργαστούν και να το απορρίψουν τόσο γρήγορα που δεν άφησαν αξιόλογα δείγματα εφαρμογής του.

Και ενώ οι βυζαντινοί αγωνίζονταν να βρουν τρόπους να ελαφρύνουν την όλη κατασκευή δοκιμάζοντας νέους τρόπους στήριξης των τρούλων και νέα δομικά υλικά ώστε να μπορέσουν να δημιουργήσουν μικρούς φέροντες τοίχους και μεγαλύτερες αφόρτιστες επιφάνειες για ανοίγματα, το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί με τα τεχνικά μέσα που διαθέτουμε σήμερα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Σε τι εξυπηρετούν οι κιονοστοιχίες εκεί που θα μπορούσε να υπάρχει ένας πρόβολος και για ποιο λόγο ένα κτίσμα που θα ήταν άρτιο στατικά με ένα συγκεκριμένο αριθμό υποστυλωμάτων και δοκών, γίνεται εξ ολοκλήρου από μπετόν.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η οργάνωση του εσωτερικού χώρου ενός βυζαντινού ναού, οφείλεται μέχρι ένα βαθμό και στους τεχνικούς περιορισμούς της εποχής. Ο βυζαντινός τεχνίτης δεν ήταν σε θέση ούτε να στεγάσει ένα ναό, ούτε να δημιουργήσει έναν εξώστη χωρίς κιονοστοιχίες και για αυτό και κατέφυγε στην δημιουργία κλιτών, αλλά ο σύγχρονος χτίστης μπορεί και μάλιστα χωρίς μεγάλη δυσκολία. Γιατί λοιπόν να συνεχίζεται η κατασκευή των εκκλησιών με αυτό τον τρόπο, καταλήγοντας σχεδόν πάντα σε χώρους άκαμπτους στους οποίους εξαιτίας π.χ. των κιονοστοιχιών εμποδίζεται η θέαση της Αγ. Τράπεζας που είναι ουσιαστικά και το σημείο εστίασης στην Θεία Λειτουργία, όταν χάρη στα νέα υλικά και σύμφωνα με νεότερες τάσεις η αρχιτεκτονική στρέφεται σε ολοένα και πιο ελεύθερες κατόψεις.

"With crosses, relics, crucifixes,
beads, pictures, rosaries and pixes,
the tools of working out salvation,
by mere mechanic operation."
Samuel Butler
"Hudibras"

Λιγότερο ευδιάκριτο, αλλά εξίσου σημαντικό είναι το πρόβλημα του φωτισμού και της εσωτερικής διακόσμησης των σύγχρονων ναών. Είναι γεγονός ότι παρατηρείται μια προσπάθεια στο εσωτερικό των ναών να επικρατεί ημίφως συνοδευόμενο από κεριά και ογκώδεις πολυελαίους. Αυτό ίσως να ήταν θεμιτό αν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί, που οι σύγχρονοι ναοδόμοι τόσο συστηματικά αντιγράφουν, δεν επεδίωκαν να φέρουν όσο το δυνατόν περισσότερο φως μέσα στην εκκλησία, αν και ποτέ δεν κατάφεραν να το τελειοποιήσουν λόγω τεχνικών δυσκολιών. Γνωστά παραδείγματα αυτού του γεγονότος είναι τόσο η Αγία Σοφία με τα πάρα πολλά ανοίγματα στους τοίχους της, αλλά και ο Άγιος Δημήτριος της Θεσσαλονίκης στον οποίο γίνεται "μια έξοχη χρήση του φυσικού φωτός και επιτυγχάνεται μια κλιμάκωση του φωτισμού των χώρων ανάλογα με την σπουδαιότητα τους"41.

Το εσωτερικό του Αγίου Δημητρίου, Θεσσαλονίκη
St. Demetrius, Thessaloniki. View of the interior.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Ο ύμνος "Ουρανός πολύφωτος η εκκλησία ανεδείχθη, άπαντας φωταγωγούσα τους πιστούς"42 αποδεικνύεται τελικά τόσο κυριολεκτικός όσο και μεταφορικός αφού το φως είναι ένα υλικό που μπορεί να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να δώσει στην μάζα του κτιρίου ένα υπερβατικό περιεχόμενο43. Το ημίφως στις σημερινές εκκλησίες ίσως αποτελεί τουλάχιστον κακή ερμηνεία των αρχιτεκτόνων τους οι οποίοι θα είχαν σίγουρα στον νου τους μικρούς ναΐσκους στους οποίους λόγοι στατικής επέβαλαν μικρά ανοίγματα. Προβληματική φαίνεται και η εμμονή ο τεχνητός φωτισμός των ναών να εντοπίζεται στο κέντρο με τη μορφή ενός ή περισσοτέρων ογκωδών πολυελαίων των οποίων η στήριξη συχνά διαπερνά τις αγιογραφίες, εμποδίζοντας την θέαση αυτών, και μάλιστα στους οποίους τοποθετούνται λαμπτήρες που μιμούνται κεριά, ειδικά όταν τα σύγχρονα μέσα μπορούν να παρέχουν το ίδιο έντονο φωτισμό με πιο διακριτικό και ίσως λιγότερο επισφαλή τρόπο. Αλλά εμμονή φαίνεται να υπάρχει και στην κάλυψη σχεδόν όλου του εσωτερικού του ναού με αγιογραφίες, πράγμα για το οποίο θα πρέπει να αναρωτηθεί κανείς. Πλέον, η αγιογράφηση δεν έχει σε καμία περίπτωση την διδακτική σκοπιμότητα που είχε στο βυζάντιο. Να μεταδώσει, δηλαδή, με εικόνες τις ιδέες της χριστιανικής πίστης στους αγράμματους πιστούς. Σε ένα κόσμο όπου όλοι οι πιστοί γνωρίζουν, λίγο ή πολύ, το περιεχόμενο του χριστιανισμού (ή μπορούν να διαβάσουν για αυτό), το να αγιογραφείται κάθε εκατοστό επιφανείας είναι στην καλύτερη περίπτωση υπερβολικό και άντ' αυτού θα έπρεπε οι αγιογραφικές παραστάσεις να είναι οι απολύτως απαραίτητες (ίσως στην κόγχη του ιερού, στον τρούλο και σε κάποια άλλα σημεία). "Οι βαρυφορτωμένες επιφάνειες, αληθινό horror vacui, που δεν αποτελούν παρά μιμήσεις χωρίς άμεση σχέση με το εικαστικό τουλάχιστον αίσθημα της εποχής μας κουράζουν τον πιστό και τον απομακρύνουν"44.

Και αφήνοντας κατά μέρος την αγιογράφηση του ναού, που δεν άπτεται άμεσα του θέματος μας (αν και ο χαρακτήρας του Ορθόδοξου ναού βασίζεται σ' αυτήν) δε θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε και στην υπερβολική, και πολλές φορές πομπώδη και εντελώς περιττή, διακόσμηση του εσωτερικού του, που αν μη τι άλλο, σίγουρα δεν συμβαδίζει με τα ιδεώδη λιτότητας του Χριστιανισμού. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Ισιδώρου του Πηλιουσιώτη, που κατά τον 4ο αιώνα (δύο αιώνες πριν χτιστεί η Αγία Σοφία) γράφει σε μια επιστολή του προς κάποιον επίσκοπο Θεοδόσιο:
"Ότε η Εκκλησία εκόμα χαρίσμασι πνευματικοίς, έβρυε δε πολιτεία λαμπρά, εκκλησιαστήρια ουκ ην... εγώ γουν, είγε αίρεσις μοι προύκειτο, ειλόμην αν εν τοις καιροίς εκείνοιςγεγενήσθαι, εν οις εκκλησιαστήρια μεν ουν κεκοσμημένα ουκ ην, Εκκλησία δε θείοις και ουρανίοις χαρίσμασιν εστεμμένη, ή εν τούτοις, εν οις τα μεν εκκλησιαστήρια παντίοις κεκαλλώπισται μαρμάροις, η δεν Εκκλησία των πνευματικών χαρισμάτων εκείνων έρημη και γυμνή καθέστηκε"45.

Πόσο ειρωνική φαντάζει η σημερινή κατάσταση όταν από τόσο παλιά ο περιττός καλλωπισμός θεωρείται ότι αφαιρεί την πνευματικότητα από ένα ναό. Μπορούμε να δούμε εκκλησίες που ουσιαστικά πρόκειται για προχειροφτιαγμένα κτίσματα, επενδυμένα με "πολυτελή" υλικά, όχι μόνο στο εξωτερικό τους κέλυφος, αλλά και στο εσωτερικό. Ψεύτικοι γύψινοι κίονες και κιονόκρανα, βαμμένα "σκαλιστά" γύψινα κοσμήματα, "επιχρυσωμένα" κιγκλιδώματα και άλλα ευτελή υλικά βαμμένα και σκαλισμένα ώστε να δώσουν την ψευδή εντύπωση του πολυτελούς. Ιδίως αφού στην σύγχρονη αρχιτεκτονική έχουμε διακόσμηση που δίνεται από τα ίδια τα στοιχεία της κατασκευής.

Ι.Ν. Μεταμορφώσεως και Γεννήσεως του Σωτήρος στην οδό Δελφών.
Οι ζωγραφιστές “επιμαρμαρώσεις”
The temple of the Transfiguration and Nativity of the Saviour, Thessaloniki.
Paintings creating the illusion of marble slates.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Ας μην ξεχνάμε, ότι τα κιονόκρανα ήταν πέτρινα ή μαρμάρινα και το κάθε ένα ήταν διαφορετικό από το άλλο αφού ήταν σκαλισμένο από ένα τεχνίτη με πιθανότητα λαθών, είτε προερχόταν από προγενέστερο ναό, με επαναχρησιμοποίηση μελών (spolia). Σαν αποτέλεσμα έχουμε ένα "δυναμισμό σύνθεσης"46 και μια "ζωντάνια" που όχι μόνο δεν πείραζε αλλά και την επιζητούσαν. Σήμερα αν και ουσιαστικά δεν χρειάζονται τα κιονόκρανα παρ' όλα αυτά τοποθετούνται και ας είναι ουσιαστικά χυτά από γύψο ή άσπρο σκυρόδεμα σε τυποποιημένα καλούπια, πολλές φορές κακοφτιαγμένα, στερώντας κάτι από τη συνολική σύνθεση. Σίγουρα όμως η τυποποίηση είναι καλή όταν πασχίζεις να μειώσεις το κόστος αλλά είναι ζήτημα το κατά πόσον βοηθά την σύγχρονη ναοδομία στο να παράγει ναούς που θα είναι ταυτόχρονα και έργα τέχνης όπως οι παλιότερες εκκλησίες.

Είναι θεμιτό αυτή να χρησιμοποιείται για να προσφέρει στους ανθρώπους φθηνότερες κατοικίες και άλλα κοινωφελή κτίρια. Αλλά επειδή ακριβώς το θρησκευτικό κτίριο δεν δύναται να υπόκειται σε αυτή την κατηγορία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως τέτοιο αφού θα πρέπει να ξεχωρίζει από αυτά. Μπορεί να είναι δημόσιο κτίριο, αλλά όχι με την τυπική έννοια και επομένως δεν χρειάζεται μόνο να είναι λειτουργικό, αφού σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη πρέπει να είναι "Οίκος Θεού" και όχι ένας απλός χώρος συνάθροισης ανθρώπων.

Τέλος, οι ορθόδοξοι ναοί στην Ελλάδα φαίνεται να παρουσιάζουν μια αμηχανία στην εξυπηρέτηση των πρακτικών αναγκών τους και των αναγκών του εκκλησιαστικού προσωπικού. Είναι μια αμηχανία που πηγάζει, ως επί το πλείστον, όχι από την αδυναμία αναγνώρισης των αναγκών αυτών, αλλά από την άρνηση να προσαρμοστεί ο ναός σ'αυτές. Τα μεγαλύτερα σφάλματα παρουσιάζονται στην προσπάθεια ένταξης των ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων στο εσωτερικό και εξωτερικό του ναού. Είναι συχνό θέαμα σε μια εκκλησία η προσεκτική αγιογράφηση ή η περιποιημένη εξωτερική επιφάνεια των τοίχων να διακόπτεται από εξόδους αεραγωγών ή σώματα κλιματισμού . και το φαινόμενο αυτό δεν εμφανίζεται μόνο σε παλιούς ναούς στους οποίους προστέθηκαν οι νέες αυτές τεχνολογίες, αλλά και σε νεόδμητες εκκλησίες. Αυτές οι ακαλαίσθητες προσθήκες στους ναούς δημιουργούν μια πραγματική αντίφαση ανάμεσα στην πρόθεση διακόσμησης του ναού και την τοποθέτηση στοιχείων που πραγματικά καταστρέφουν την πρόθεση αυτή.

Άγιος Παντελεήμωνας Καλαμαριάς
Δε φαίνεται να θεωρήθηκε σημαντικό το πού και πώς θα τοποθετηθούν τα κλιματιστικά.
St. Pantelehemon, Kalamaria, Thessaloniki
The placement of the A/C units was deemed unimportant.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Είναι αδιανόητο να σκεφτεί κανείς ότι δεν είναι αντιληπτό το πόσο αντιαισθητική είναι η δίχως πρόβλεψη τοποθέτηση συσκευών και εγκαταστάσεων στους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους μιας εκκλησίας. Δημιουργείται πραγματικά η εντύπωση ότι προκειμένου η εκκλησία να διατηρήσει μια συγκεκριμένη "βυζαντινή" μορφολογία, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, η ενσωμάτωση του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού στο κτίριο περνάει σε δεύτερη μοίρα και μάλιστα πραγματοποιείται με ένα χειρισμό που θυμίζει εξυγίανση παλαιού κτίσματος. Αυτό φέρνει στην επιφάνεια και τη νοοτροπία με την οποία χτίζονται οι εκκλησίες στις μέρες μας. Φαίνεται ότι δεν αντιμετωπίζονται σαν σύγχρονα κτίρια, στα οποία πρέπει να γίνει πρόβλεψη για να καλυφθούν οι ανάγκες του σύγχρονου τρόπου ζωής, αλλά σαν παλιά κτίσματα που τελικά πρέπει να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις αυτές.

Σ'αυτή την νοοτροπία μοιάζει να οφείλεται και το γεγονός ότι οι εκκλησίες, αν και είναι δημόσια κτίρια, δεν χτίζονται με αυτή τη λογική. Σίγουρα μια εκκλησία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί όπως ένα δημαρχείο ή ένα υπουργείο, αλλά θα έπρεπε να ακολουθούνται τουλάχιστον κάποιοι βασικοί κανόνες που προβλέπει ο οικοδομικός κανονισμός για όλα τα δημόσια κτίρια. Ήδη αναφερθήκαμε στο παράδειγμα του Ι.Ν. Μεταμορφώσεως και Γεννήσεως του Σωτήρος όπου όλες οι πόρτες ανοίγουν προς τα μέσα αντίθετα με τις διατάξεις του Γ.Ο.Κ.

Όπως είναι φυσικό στο παραπάνω κεφάλαιο δεν ήταν δυνατόν να καλυφθούν όλοι οι τομείς στους οποίους οι σύγχρονοι ορθόδοξοι ναοί χωλαίνουν αρχιτεκτονικά, ωστόσο είναι απαραίτητο το πρόβλημα να εντοπιστεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια αν είναι να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν τα αίτια που το συντηρούν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
32. Ανδ. Γιακουμακάτος, Η Αρχιτεκτονική και η κριτική, σελ. 110-115
33. Γ. Λάββας, Σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία και παράδοση, σελ. 262
34. Χαρ. Mπούρας, Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, Τόμος Β', σελ. 49
35. ομοίως, σελ. 208
36. Κ. Καλοκύρης - Η ναοδομία και η σύγχρονη τέχνη, σελ.59
37. Γ. Λάββας, Σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία και παράδοση, σελ. 262
38. Χ. Mπούρας, ό.π., σελ. 61
39. Γ. Λάββας - ό.π., σελ. 263
40. Γ. Λάββας - 19ος -20ος αιώνας Σύντομη Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, σελ. 88-91
41. Χ. Μπούρας, ό.π., σελ. 84
42. Κ. Καλοκύρης - Η ναοδομία και η σύγχρονη τέχνη, σελ. 141
43. Γ. Λάββας - Σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία και παράδοση, σελ. 265
44. ομοίως, σελ. 269
45. Ισίδωρος ο Πηλιουσιώτης, Επιστολή 246 Θεοδοσίω Επισκόπω, PG 78,685
46. Χαρ. Μπούρας, Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, Τόμος Β', σελ. 33

06.Νεοβυζαντινισμός... τις πταίει;

Ήδη, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο, στην κυρίαρχη τάση που επικρατεί στην ελληνική ναοδομία μέχρι και σήμερα έχει προσδοθεί το όνομα "Νεοβυζαντινισμός", καθώς ο χαρακτήρας αυτής είναι περισσότερο η αναπαραγωγή βυζαντινών μορφολογικών στοιχείων. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς (έστω και λίγο παρακινδυνευμένα), ότι μετά από τόσα χρόνια συνέχισης αυτού του φαινομένου, ο όρος τείνει να εκλάβει έναν πιο αρνητικό χαρακτήρα. Ήδη αναφερθήκαμε ότι το κύριο γενεσιουργό αίτιο του Νεοβυζαντινισμού θα πρέπει να εντοπιστεί στα χρόνια μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ωστόσο σήμερα, 60 χρόνια μετά, θα πρέπει να γίνει πλέον λόγος σε αίτια που συντηρούν και συνεχίζουν να τροφοδοτούν το φαινόμενο στην εποχή μας. Αυτά θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε στο παρόν κεφάλαιο.

Μια από τις τυπικές δικαιολογίες που αρθρώνονται κατά καιρούς είναι ότι οι εκκλησίες κτίζονται έτσι επειδή αυτό επιβάλλουν οι λατρευτικές ανάγκες και οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας. Το δεύτερο είναι εντελώς αβάσιμο, αφού ποτέ οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν έχουν ασχοληθεί (ούτε και υπήρχε λόγος) σε βάθος με τη ναοδομία. Το πρώτο όμως χρήζει περαιτέρω ανάλυσης.

Αναμφισβήτητα, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική επηρεάστηκε και διαμορφώθηκε με βάση το τελετουργικό της Ορθοδοξίας, αφού άλλωστε αυτός ήταν ο ουσιαστικός ρόλος της· να στεγάσει τις λειτουργικές ανάγκες των πιστών. Προέκυψε λοιπόν ένα τυπικό αντίστοιχο ενός κτιριοδομικού προγράμματος για την εποχή που οδηγούσε τους αρχιτέκτονες-πρωτομάστορες να κατασκευάσουν ένα κτίριο που να ικανοποιεί τις τελετουργικές ανάγκες της εκκλησίας47. Το να υποστηρίζει όμως κανείς ότι οι ανάγκες των πιστών και οι συνθήκες είναι οι ίδιες μετά από τόσους αιώνες είναι το λιγότερο κοντόφθαλμο, αφού και η ίδια η Βυζαντινή ναοδομία εξελισσόταν κι αυτή παράλληλα με τις πρακτικές ανάγκες της Εκκλησίας και του εκκλησιάσματος. Άλλωστε, είναι λογικό κάθε εποχή να μην διέπεται από τα ίδια χαρακτηριστικά και να μην έχει τις ίδιες επικρατούσες άξιες με την προηγούμενη και οι άνθρωποι να μην διακρίνονται από την ίδια νοοτροπία. Δεν είναι δυνατόν η εκκλησία να μένει αμέτοχη, αμετάβλητη και ανεξάρτητη από τις ανάγκες κάθε εποχής αφού το λειτουργικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις κοινωνικές συνθήκες και δεν είναι μονάχα μία σειρά στείρων τελετουργικών διαδικασιών. Γεγονός, πάντως, είναι ότι έχει επικρατήσει η ταύτιση της Εκκλησίας με μία συγκεκριμένη εικόνα, με ένα παγιωμένο μορφολογικά κτίριο, τόσο οπτικά (αν όχι αισθητικά) όσο και λειτουργικά. Και είναι αυτή η ταύτιση που έχει προκαλέσει και τις προαναφερθείσες λειτουργικές ασυνέπειες όπως στις περιπτώσεις του νάρθηκα, του γυναικωνίτη και άλλων. Όμως, αν η Εκκλησία δεν μπορεί ή δεν είναι δυνατόν να προσαρμόζει το λειτουργικό της, μήπως γίνεται να προσαρμόσει τα κτίρια της στις νέες αντιλήψεις;

Βέβαια, κάποια στοιχεία στον ορθόδοξο ναό έχουν μείνει αμετάβλητα στο πέρασμα των αιώνων και αυτό είναι λογικό αφού αποκρυσταλλώνουν μέσα τους πνευματικούς συμβολισμούς και δογματικές αλήθειες, όπως η κόγχη του Ιερού ή ο μερισμός του τοίχου του Ιερού σε τρεις κόγχες. Τέτοια στοιχεία του ναού ίσως να μην είναι δυνατόν να αλλάξουν, αλλά εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένα ενδιαφέρον ερώτημα· γνωρίζουν οι ναοδόμοι με βεβαιότητα ποιο δομικό στοιχείο του ναού πράγματι εμπεριέχει κάποιο πνευματικό νόημα; Και αν όχι, υπάρχει κάποιος επίσημος φορέας που θα τους ενημερώσει;

Το 1965, η Καθολική Εκκλησία, στην οικουμενική σύνοδο του Βατικανού, όρισε ένα πλαίσιο αμετάβλητων θεόπνευστων λειτουργικών κανόνων και εντοπίστηκαν τα τμήματα του ναού που μπορούν να δεχθούν αλλαγές και να προσεγγιστούν με διαφορετικές μεθόδους, παρέχοντας έτσι μεγαλύτερη ελευθερία στο αρχιτεκτονικό έργο48. Ήδη παλιότερα είχαν γίνει παρόμοιες απόπειρες από τη Γερμανική Λειτουργική Επιτροπή το 1947 (βλ. παράρτημα) και τη Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή του Superior στο Wisconsin το 1957. Ακόμη και η ίδια η Ιταλική Επισκοπική Σύνοδος έχει αναλάβει την πρωτοβουλία διεξαγωγής ενός ικανοποιητικού αριθμού αρχιτεκτονικών διαγωνισμών ο οποίος παρήγαγε πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ήταν μια κίνηση που ασφαλώς είχε σαν στόχο την διάνοιξη νέων οριζόντων για την ναοδομία των Καθολικών και μία συμπεριφορά πραγματικά εντυπωσιακή από το δόγμα που θεωρείται από πολλούς ως το πλέον συντηρητικό των χριστιανικών.

Στον ίδιο τομέα, η Εκκλησία της Ελλάδος αλλά και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που έχουν δείξει εδώ και χρόνια τις φιλελεύθερες τάσεις τους, στο συγκεκριμένο ζήτημα εμφανίζονται ανελαστικοί, αν όχι εντελώς αδιάφοροι. "…Δεν επιτρέπεται καμία αλλαγή και διαφοροποίηση, αφού στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν έχουν αρχίσει ακόμα οι αντίστοιχες διεργασίες θεολογικού χαρακτήρα"49. Σήμερα η Εκκλησία της Ελλάδος έχει αρκεστεί στο να θέσει τις νομικές και τυπικές απαιτήσεις για την έγκριση της οικοδόμησης μιας εκκλησίας50. Είναι βέβαιο ότι οι κατά τόπους μητροπολίτες, που έχουν και το τελικό λόγο για την ανέγερση ενός ναού, όσο μορφωμένοι και να είναι, δεν είναι σε θέση να κάνουν κριτική για αρχιτεκτονικά έργα που τολμούν να διαφοροποιηθούν από το κυρίαρχο ρεύμα του Νεοβυζαντινισμού. Μια θεσμική ενέργεια αντίστοιχη αυτής της Συνόδου του Βατικανού θα ήταν σίγουρα πολύ ευεργετική για την Ορθόδοξη ναοδομία, ώστε να μπορέσει να οριστεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορεί να κινείται ο σύγχρονος ναοδόμος και να παράγει το έργο του με περισσότερη ελευθερία.

Αν και είναι ορατή η ευθύνη της Εκκλησίας, αυτό δε σημαίνει ότι είναι η μόνη υπόλογη. Σημαντική ευθύνη βαρύνει και την εκπαιδευτική διαδικασία. Αν αναλογιστούμε το αποτέλεσμα που παρήγαγαν οι αρχιτέκτονες του Βυζαντίου, που σίγουρα δεν είχαν τη σημερινή τεχνική και θεωρητική κατάρτιση, κανείς δε μπορεί παρά να απορεί με τους σημερινούς ναούς. Όταν αναφερόμαστε στον αρχιτέκτονα ενός βυζαντινού ναού ουσιαστικά εννοούμε τον πρωτομάστορα ο οποίος είχε και την ευθύνη του σχεδιασμού της εκκλησίας πέραν από το κτίσιμο της. Για την παιδεία τους γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα, υποθέτουμε όμως ότι θα μαθήτευαν δίπλα σε έναν παλιότερο αρχιμάστορα από τον οποίο θα μάθαιναν και την τέχνη51. Ο κάθε ένας από αυτούς θα είχε λογικά τους εργάτες του κατά έναν τρόπο ανάλογο με τα σινάφια του 19ου αιώνα. Πάντως αν και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο αρχιμάστορας και οι βοηθοί του δούλευαν με μεράκι την κάθε εκκλησία, ουσιαστικά τα δείγματα που έχουμε σήμερα είτε δεν παρουσιάζουν έντονα λάθη γιατί ο πρωτομάστορας φρόντισε να καλυφθούν είτε απλώς δεν τα προσέχουμε γιατί φρόντισε να μας ελκύουν άλλα πράγματα στην κατασκευή. Σήμερα θα ήταν λίγο παράλογο να κάνει κανείς λόγο για έλλειψη ικανών νέων αρχιτεκτόνων αφού υπάρχουν ίσως περισσότεροι από όσους χρειάζεται η χώρα, αλλά το γεγονός είναι πως οι περισσότερες νέες εκκλησίες υστερούν.

Σ' αυτό σίγουρα φταίει και το ότι τα περισσότερα συνεργεία που υπάρχουν είναι ουσιαστικά ομάδες ανειδίκευτων εργατών ή εργάτες που δεν δουλεύουν με το απαιτούμενο πάθος και προσοχή για να παράγουν ένα καλό αποτέλεσμα έχοντας σαν μόνο σκοπό το εύκολο κέρδος. Για να γίνει κάτι τέτοιο ευκόλως κατανοητό δεν έχει κανείς παρά να φέρει στο νου του ένα κτίριο με γυμνό σκυρόδεμα στο οποίο φαίνονται τα σανιδώματα του ξυλότυπου και άλλα στοιχεία που υποδηλώνουν σαφέστατα ότι δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή. Ωστόσο, αποκλειστικός υπεύθυνος για την πορεία ενός κτιρίου και το τελικό αποτέλεσμα που αυτό θα έχει, είναι ο αρχιτέκτονας. Και αναμενόμενο είναι, ότι όσο ταλαντούχος και να είναι, αν δεν έχει ασχοληθεί σε βάθος με τη ναοδομία, όταν θα κληθεί να σχεδιάσει μια εκκλησία δε θα μπορέσει να αποφύγει κάποια ατοπήματα αφού "το θέμα είναι από τα πιο απαιτητικά για τον σύγχρονο αρχιτέκτονα από τον οποίο απαιτείται ικανότητα υπέρβασης και αναμέτρησης με την ίδια την ιστορία και με μία μακραίωνη ισχυρότατη παράδοση"52. Και ενώ στις αρχιτεκτονικές σχολές της χώρας υπάρχουν μαθήματα εργαστηριακού τύπου, εργαστήρια ναοδομίας δεν υπάρχουν διότι ίσως να θεωρούνται εξειδικευμένα.

Ίσως είναι τελικά αναπόφευκτο οι νέοι ναοδόμοι να καταφεύγουν σε επαναλήψεις και αντιγραφές ήδη έτοιμων λύσεων ή να παράγουν μη ικανοποιητικές λύσεις αφού δεν ενασχολήθηκαν ποτέ με εκκλησίες κατά το παρελθόν· άλλωστε η αντιγραφή είναι, συνήθως, η πιο ασφαλής μέθοδος αποφυγής λαθών (βέβαια είναι και ο χειρότερος εχθρός της καλλιτεχνικής δημιουργίας αλλά μάλλον αυτό δε φαίνεται να απασχολεί). Και είναι τέτοια η απαξία που παρουσιάζεται, ώστε τώρα σύμφωνα με την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης ο πιο γνωστός ναοδόμος της πόλης είναι ένας πολιτικός μηχανικός. Χωρίς να υπάρχει πρόθεση να μειώσουμε το έργο του, είναι σίγουρο πως το μεράκι και το πάθος δεν είναι αρκετά για να καλύψουν την θεωρητική κατάρτιση γύρω από ένα γνωστικό αντικείμενο. Και είναι η έλλειψη κατάρτισης στην οποία εν μέρει βασίζεται και ο φόβος ότι οι απόπειρες εκμοντερνισμού μιας εκκλησίας θα καταλήξουν σε απώλεια του βαθύτερου συμβολισμού της, αν και αυτό δε θα πρέπει να αποτελεί δικαιολογία για το αντίθετο.

History has many cunning passages,
contrived corridors and issues,
deceives with whispering ambitions,
guides us by vanities.
T. S. Eliot
"Gerontion"

Ένα φαινόμενο που σίγουρα δυσχεραίνει την κατάσταση και είναι ανάμεσα στα γενεσιουργά της αίτια είναι η διαστρεβλωμένη έννοια της παράδοσης που έχει ο Έλληνας και η τάση προσκόλλησης του σε αυτή. Η άρνηση κάθε τι νέου και η επίμονη διατήρηση της παράδοσης μπορεί να αποτελεί πολλές φορές και σημάδι ματαιοδοξίας. Είναι αλήθεια πως ιδιαίτερα στην Ελλάδα, εξ αιτίας του γεγονότος πως είμαστε "καταδικασμένοι" να ζούμε σε μια χώρα με ιστορία, που παρήγαγε πολιτισμό κατά το παρελθόν και κατά πολλούς σήμερα έχει ξεπέσει, προβάλλουμε συνεχώς την ιστορία μας αγνοώντας, χωρίς ουσιαστικό λόγο, το πώς εξελίσσονται τα πράγματα στο παρόν. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή η προσήλωση καλλιεργείται στον Έλληνα από τα σχολικά του χρόνια και δεν είναι παράδοξο να παρουσιάζει αυτή την θρησκευτική, θα μπορούσε να πει κανείς, προσκόλληση σε μορφές και σύμβολα που ανέδειξαν τον πολιτισμό αυτής της χώρας.

Πολύ χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από φύλλο της εφημερίδας "Εκκλησιαστικός Αγών" του 1968, όταν ανεγειρόταν στο Χολαργό η εκκλησία της Αναστάσεως με φανερά δάνεια από τη μοντέρνα αρχιτεκτονική: "Το σχέδιον του δε συμφωνεί προς την ορθόδοξο παράδοσιν. Υπενθυμίζει τους ναούς μοντέρνων ρυθμών ξένων δογμάτων. Ούτε εξωτερικώς ούτε εσωτερικώς δεικνύει ορθόδοξον ναόν. Πληροφορούμεθα ότι πολλοί των ενοριτών έχουν διαμαρτυρηθεί δια το σχέδιον του ναού… Δε νομίζομεν ότι η αρχιτεκτονική των ορθοδόξων ναών έχει ανάγκη εκμοντερνισμού. Δεν είναι ανάγκη να μιμηθώμεν και εις το σημείο αυτό τους ξένους"53.

Η Εκκλησία της Αναστάσεως (των έξι) στο Χολαργό (1968)
The temple of the Ascension (of the six) in Holargos, Athens (1968)
Πηγή / Source: Π. Παπαευαγγέλου, “Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην αρχιτεκτονική των εκκλησιών”
Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Τόμος 28ος, Παράρτημα 41, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 142

 

Το παραπάνω απόσπασμα φέρνει στο προσκήνιο ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Έγινε ήδη λόγος για την σύνδεση ορθόδοξης πίστης και μορφολογίας, μα τώρα επιχειρείται μία ταύτιση των ξένων δογμάτων με την πιθανή αλλοτρίωση που οι σύγχρονες τάσεις που επικρατούν σε αυτά θα επιφέρουν στην εκκλησία μας. Κανείς μπορεί να διακρίνει μία τέτοια τάση γενικότερα στην σύγχρονη Ελλάδα και όχι μόνο στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Δηλαδή μία "επίθεση κατά του "άλλου", του διαφορετικού, του δυτικού εν γένει που δαιμονοποιείται γιατί δήθεν δεν είναι σε θέση να κατανοήσει εκείνη την πνευματική ουσία της οποίας μόνο οι Έλληνες είναι θεματοφύλακες"54. Και αντιπαρατίθεται η διατήρηση της παραδόσεως σαν το όπλο απέναντι στο ξένο που έχει αποκλειστικό σκοπό την αλλοίωση της ταυτότητας μας. Αν οι "ξένοι" , οι ετερόδοξοι, οι εξ' ορισμού "αιρετικοί", προβαίνουν σε ένα συγκεκριμένο χειρισμό της ναοδομίας, τότε σίγουρα το "ορθό" δόγμα θα ήταν αδιανόητο να ακολουθήσει μία παρόμοια τακτική. Αν και οι παραπάνω απόψεις που προβάλλονται κατά καιρούς, είναι προφανή ad hominem λογικά ατοπήματα, ωστόσο εκφράζουν σαφώς το φόβο ότι μία μορφολογική "απελευθέρωση" των ορθοδόξων θα διαβρώσει και τις πνευματικές αξίες που η ορθοδοξία πρεσβεύει.

Με την Εκκλησία να διαδραματίζει το ρόλο του φύλακα-αγγέλου των παραδόσεων στη χώρα μας, δεν είναι διόλου παράδοξο που η προγονολατρεία αυτή έχει επηρεάσει τόσο έντονα τη ναοδομία. Σε συνδυασμό μάλιστα με τη λανθασμένη αντίληψη ότι οι Βυζαντινοί ήταν αυτοί που εισήγαγαν τη στασιμότητα στη μορφολογία του ορθόδοξου ναού (αν και αυτό ήδη είδαμε ότι δεν είναι αληθές διότι στην πραγματικότητα η παράδοση δεν ήταν ποτέ κάτι το στατικό αλλά εξελισσόταν), η σύγχρονη ναοδομία φαντάζει να πατά σε "ακλόνητα" θεμέλια. Το πρότυπο του βυζαντινού ναού συνεχίζει να επαναλαμβάνεται επειδή είναι παραδοσιακό και επειδή "έτσι γινόταν πάντα". Και σε αυτό εδώ το σημείο είναι που παρουσιάζεται ένα άτοπο. Διότι οι ναοδόμοι δεν προσπάθησαν να κατανοήσουν το πώς οι βυζαντινοί κατέληξαν σε αυτές τις μορφές ώστε να τις αναλύσουν και να πραγματώσουν τη σύγχρονη έκφανσή τους, αλλά απλά τις αντέγραψαν όπως τις είδαν και θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η απλή αντιγραφή δεν αποτελεί από μόνη της στοιχείο που θα μπορέσει να επαναλάβει το μεγαλειώδες του παρελθόντος αλλά απλά μία κακή εντύπωση του. Φυσικά, αυτό όχι μόνο σε ένα Νέο-βυζαντινό στυλ δεν οδηγεί, αλλά αντιθέτως αποτελεί μια απλή και, ως επί το πλείστον, κακή αντιγραφή του παρελθόντος. "Γεγονός πάντως είναι ότι, στο αναγεννώμενο μετά το 1830 έθνος, το βυζαντινό παρελθόν δεν αποτελούσε την παράδοση, όπως δεν την αποτελεί και για μας. Κάτω από ριζικά διαφορετικές συνθήκες, και μετά από την νόθευση του λαϊκού αισθήματος από τον κλασικισμό και τον νεοβυζαντινισμό, το πρόβλημα της ναοδομίας μένει ακόμη ανοικτό, ύστερα από 140 χρόνια ελεύθερου βίου"55.

Τα προλεγόμενα σε καμιά περίπτωση δεν έχουν στόχο να δαιμονοποιήσουν την παράδοση, ούτε και να προτείνουν την εγκατάλειψή της, μα απλώς το ότι αυτή δεν θα πρέπει να αποτελεί δέσμευση. Άλλωστε αυτή η ίδια η παράδοση ήταν που κράτησε ζωντανό το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων στην τουρκοκρατία και των αποδήμων Ελλήνων στην ξενιτιά. Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες στο εξωτερικό είναι απολύτως λογικό να κατασκευάζουν ναούς με πρότυπο έναν ναό της πατρίδας τους ώστε να έχουν μία εικόνα και μία θύμηση αυτής κοντά τους αλλά και για να ξεχωρίζει από τα τυχόν κοντινά σε αυτόν ετερόδοξα ή αλλόθρησκα θρησκευτικά κτίρια και να καταστήσει σαφή τον χαρακτήρα του κτιρίου.

Παρ' όλα αυτά, οι Έλληνες της Διασποράς όμως έχουν αποδειχθεί αρκετά πιο ανοιχτόμυαλοι και προοδευτικοί, από την επίσημη Ελλαδική Εκκλησία. Είτε αυτό οφείλεται στην απομάκρυνσή τους από το συντηρητικό κλίμα στον Ελλαδικό χώρο, είτε στην επαφή τους με τα άλλα δόγματα στο εξωτερικό, αυτό δεν έχει τόση σημασία, όσο το αποτέλεσμα· και φαίνεται ότι στο εξωτερικό έχουν αντιληφθεί τη ματαιότητα της αντιγραφής μορφολογικών και τυπολογικών προτύπων. Η Αμερική και η Αυστραλία έχουν πάρα πολλά παραδείγματα Ορθοδόξων ναών, των οποίων οι αρχιτέκτονες αρνήθηκαν το Νεοβυζαντινισμό, αρκετά από τα οποία και θα δούμε σε επόμενες σελίδες.

Δυστυχώς, μια σημαντική παράμετρος του προβλήματος αυτής της κακώς εννοούμενης προσκολήσης στην παράδοση είναι ότι δεν έχει παγιωθεί μόνο στη συνείδηση των ναοδόμων, αλλά και του εκκλησιάσματος γενικότερα. Είναι γεγονός ότι ο Έλληνας θα αντιδράσει αρνητικά, τουλάχιστον στην αρχή, όταν η εκκλησία της ενορίας του δε θα ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη μορφολογική ενότητα που έχει συνδέσει με την έννοια "εκκλησία" και δείχνει έτσι η πίστη να έχει σχέση με την εικόνα της εκκλησίας αφού υπάρχει μια "βαθιά σύγχυση ανάμεσα στην ουσία και την μορφή του κτίσματος"56. Είναι απολύτως φυσιολογικό ο σύγχρονος Έλληνας ναοδόμος να διστάζει να πειραματιστεί σε νέες μορφές και τυπολογίες φοβούμενος ότι δεν θα γίνει αποδεκτό από τους χρήστες για τους οποίους προορίζεται. Δεν είναι άλλωστε και λίγες οι περιπτώσεις στην συντηρητική κοινωνία μας που κάτι απέκτησε αμέσως πολέμιους μόνο και μόνο επειδή ήταν διαφορετικό από το σύνηθες ή ξενόφερτο.

Όπως γίνεται, όμως, σε κάθε καινοτομία, έτσι και σε αυτή την περίπτωση, υπάρχουν ένα συντηρητικό και ένα πιο προοδευτικό ρεύμα. Οι συντηρητικοί φοβούνται ενδεχομένως την έντονη εκκοσμίκευση που θα επιφέρει στην ναοδομία η αποδοχή μεθόδων και ύφους της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, αλλά και μια πιθανή απώλεια του πνευματικού της χαρακτήρα. Ακόμη ίσως να φοβούνται ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική θα οδηγήσει σε ένα διεθνές στυλ που θα εξαφανίσει κάθε τι ελληνικό ή βυζαντινό. Εν μέρει αυτός ο φόβος είναι δικαιολογημένος, αφού δε σημαίνει ότι κάθε μοντέρνος αρχιτέκτονας είναι αυτομάτως και ένας ικανός ναοδόμος. Αν και οι επιφυλάξεις αυτές δεν είναι παράλογες, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν αιτία στασιμότητας και οπισθοδρόμησης. Διότι, "αλλαγή" δεν σημαίνει απαραίτητα και "αλλοίωση" αλλά μπορεί υπό προϋποθέσεις να σημαίνει και βελτίωση.

Άλλωστε, η χριστιανική τέχνη και ιδίως η Ορθόδοξη δεν αγνόησε ποτέ στο παρελθόν τις εξελίξεις, τα μέσα και τις τεχνικές της κοσμικής αρχιτεκτονικής57. Όπως προαναφέρθηκε πάντα δανειζόταν στοιχεία από αυτήν, αλλά και από άλλους πολιτισμούς58, αφομοιώνοντας και προσαρμόζοντας τα στις ανάγκες της και δίνοντας τους μια ανώτερη σύλληψη τέχνης, κατορθώνοντας να εκφράσει το Άγιο και να προκαλέσει δέος στον πιστό.

Από την άλλη, είναι αδιανόητο να σχεδιάσει κανείς επί παραδείγματι μια αποθήκη, να της βάλει στην στέγη ένα σταυρό και να έχει την απαίτηση να προσέλθουν σε αυτήν πιστοί αν δεν της προσθέσει πρώτα και αλλά γνωρίσματα που θα την καταστήσουν "Ιερό Ναό". Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν σε ελληνορθόδοξες κοινότητες του εξωτερικού που δεν είχαν την οικονομική ευρωστία να κατασκευάσουν εκ νέου εκκλησία και αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσουν άλλα κτίρια, μα τούτο δεν ήταν παρά μία λύση ανάγκης.

Ο φόβος να εφαρμοστούν οι αρχές της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, αν και δεν είναι τελείως αβάσιμος, παρ' όλα αυτά θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με απλά τεχνάσματα. Σαφώς και ένας "μοντέρνος" ναός θα θεωρούταν εξ' αρχής ακαλαίσθητος και ξένος από μια μεγάλη μάζα ανθρώπων. Όμως το ζητούμενο εν τη αύτη περιπτώσει δεν είναι αυτό, αφού θα μπορούσαν να είχαν υπάρξει παραδείγματα μιας πορείας εξέλιξης παράλληλης ίσως με την σύγχρονη αρχιτεκτονική ή μικρά βήματα εφαρμογής νέων μορφολογικών και τυπολογικών στοιχείων χωρίς ουσιαστικά να επαναπροσδιορίζεται όλη η τυπολογία. Για το ζήτημα αυτό όμως θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω.

Και παράλληλα με όλα αυτά, δε θα πρέπει να αγνοηθεί και η γενικότερη τάση παθητικής συγκατάθεσης που διέπει την ελληνική κοινωνία, τον γνωστό "ωχαδερφισμό" που δεν θα πρέπει να παραληφθεί σαν πιθανό αίτιο αφού δε θα ήταν δυνατόν να μην επηρεάσει και αυτόν τον κλάδο της δημιουργικής διαδικασίας, εφόσον υπάρχει ένα πρότυπο ναού που εξυπηρετεί και ικανοποιεί το ευρύ κοινό. Άλλωστε, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη αφού κάτι "δουλεύει" ως έχει, δεν υπάρχει λόγος να αλλαχθεί.

Άμεση συνάφεια με την λατρεία της παράδοσης και το φόβο του "καινούριου" είναι και η ψευδαίσθηση της τελειότητας· ο ισχυρισμός ορισμένων ότι η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική έχει παγιωθεί σε μια ορισμένη μορφολογία και τυπολογία γιατί μπόρεσε μετά από πολλούς αιώνες και αρκετές προσπάθειες να βρει το δρόμο της καταλήγοντας σε συγκεκριμένες μορφές που αγγίζουν την τελειότητα και εξυπηρετούν κατά τον καλύτερο τρόπο τις λατρευτικές ανάγκες. Και ίσως με αυτή την σταθερότητα σε αυτές τις μορφές να εκφράζεται ακριβώς ο φόβος ότι δηλαδή νέοι πειραματισμοί ίσως να οδηγήσουν σε μη επιθυμητά ή λανθασμένα παραδείγματα.

Όμως ακόμα και αν η εκκλησιαστική τέχνη ήταν μονάχα τέχνη και τίποτα περισσότερο, ο ενδοιασμός αυτός θα ήταν τελείως αβάσιμος αφού ποτέ και με κανένα τρόπο δεν μπορείς σε μια οποιαδήποτε τέχνη, να φτάσεις σε μία αντικειμενική τελειότητα. Αυτό που σίγουρα περιπλέκει τα πράγματα είναι ότι η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική εμπεριέχει μέσα της και το στοιχείο της λειτουργικότητας (όπως άλλωστε όλα τα κτίρια). Όμως, όπως ήδη αναλύθηκε, δεν μπορεί να έχει έναν σταθερό και αμετάβλητο χαρακτήρα αφού πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή του και να επαναπροσδιορίζεται με βάση της αξίες αυτής. Συνεπώς δεν γίνεται ποτέ να πετύχεις μια αισθητική ικανή να εφαρμοστεί στις εκκλησίες και να είναι ανεξάρτητη από την αισθητική της εποχής της. Άλλωστε όπως αναφέραμε και κατά το βυζάντιο οι θρησκευτικές αισθητικές αξίες αλληλεπιδρούσαν με την κοσμική αισθητική και παρήγαγαν διαφορετικά αποτελέσματα.

Τέλος, λιγότερο σημαντική, αλλά αξιοσημείωτη, ωστόσο, αιτία διατήρησης του φαινομένου είναι και τα οικονομικά συμφέροντα διαφόρων. Ήδη υπάρχουν συνεργεία εξειδικευμένα στο να κατασκευάζουν εκκλησίες με το συγκεκριμένο τρόπο, ενώ μια μεγάλη βιομηχανία έχει δημιουργηθεί στο να καλύψει τις ανάγκες των νεόδμητων ναών με γύψινες διακοσμήσεις (όπως ψευδοκιονόκρανα), "περίτεχνες" μεταλλικές κατασκευές (για κιγκλιδώματα, πολυελαίους κ.ά.), και εκκλησιαστικά έπιπλα (τέμπλα, παγκάρια, στασίδια) τα οποία παράγονται μαζικά σε μεγάλη κλίμακα. Αυτού του είδους η παραεκκλησιαστική βιομηχανία έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε με έκπληξη μπορεί να παρακολουθήσει κάποιος στον τηλεοπτικό σταθμό της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης (ονόματι "4Ε") διαφημιστικά μήνυμα εταιριών που παρασκευάζουν "παραδοσιακά βυζαντινά εκκλησάκια"(!), πλήρη με τρουλίσκο, αψιδωτά παράθυρα με τουβλάκι και εξώστη με κιονίσκους. Άλλωστε, είναι αυτή η έτοιμη βιομηχανία τυποποίησης που καθιστά την κατασκευή νεοβυζαντινών εκκλησιών φθηνότερη (ή να θεωρείται φθηνότερη) από τις "αντισυμβατικές". Η επιρροή των οικονομικών συμφερόντων δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί. Μια ριζική αλλαγή της σημερινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής θα έπληττε το μεγαλύτερο τμήμα της βιομηχανίας αυτής, αφού τα προϊόντα τους είναι προσαρμοσμένα στο τρέχον "στυλ" και οπωσδήποτε αυτό θα αποτελέσει τροχοπέδη σε οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του status quo.

Συμπερασματικά σε τούτο το κεφάλαιο θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι η συντριπτική πλειοψηφία των γενεσιουργών αιτιών που συντηρούν το φαινόμενο του "Νεοβυζαντινισμού" βασίζονται σε λανθασμένες πεποιθήσεις και ψυχολογικούς λόγους. Είναι "προφάσεις εν αμαρτίαις". Ένας έμμεσος τρόπος για να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι σε έναν ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, ο ορθόδοξος (ή μη) έλληνας αρνείται πολλές φορές να δει τα πράγματα ως έχουν με τον φόβο ότι θα χάσει ένα από τα λίγα σταθερά σημεία αναφοράς της ζωής του.

Διαφημίσεις για “παραδοσιακά “ εκκλησάκια στο κανάλι της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης 4Ε
Commercials for "traditional" chapels on "4E", the TV station of the Metropolis of Thessaloniki.
Πηγή: Αρχείο συγγραφέων / Source: Authors' Archive

 

Για να δείτε το B ΜΕΡΟΣ της έρευνας πατήστε εδώ



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
47. Ανδ. Γιακουμακάτος, Η Αρχιτεκτονική και η κριτική, σελ. 111
48. ομοίως, σελ. 111
49. Γ. Λάββας - Σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία και παράδοση, σελ. 261
50. Εγκύκλιο Σημείωμα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος της 7ης Αυγούστου 2001, στο οποίο αναφέρονται μονο τα δικαιολογητικά που πρέπει να συμπεριληφθούν σε μία μελέτη
51. Χ. Μπούρας - Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, Β' Τόμος, σελ. 191
52. Ανδ. Γιακουμακάτος, Η Αρχιτεκτονική και η κριτική, σελ. 111
53. Εκκλησιαστικός Αγών, Αρ. φύλλου 31-32, Ιούλιος - Αύγουστος 1968 Βλ. και Παν. Παπαευαγγέλου, Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην αρχιτεκτονική των εκκλησιών, σελ. 126
54. Ανδ. Γιακουμακάτος, Η Αρχιτεκτονική και η κριτική, σελ. 71
55. Χαρ. Μπούρας, Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα μετά την Άλωση, Αρχιτεκτονικά Θέματα 1969, σελ. 172
56. Γ. Λάββας - Σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία και παράδοση, σελ. 263
57. Αξίζει να επαναληφθεί ότι η παλαιοχριστιανική βασιλική, σύμφωνα πάντα με την επικρατέστερη θεωρία, ακολούθησε τη μορφολογία της κοσμικής βασιλικής (βλ. κεφάλαιο 1)
58. Π.χ. ο δανεισμός τεχνικών επιμέρους στοιχείων όπως τα κυκλικά ημιχώνια από τους άραβες.

 

Share |

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2020. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital