ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

 

BYZANTINH AYTOKΡΑΤΟΡΙΑ

02 Μάιος, 2006

BYZANTINH AYTOKΡΑΤΟΡΙΑ

Ιστορία - Η Αγία Σοφία. Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337) και των διαδόχων του άρχισαν να κτίζονται στην Πόλη μεγαλοπρεπείς ναοί, εκ των οποίων πολύ λίγοι έχουν διατηρηθεί ως σήμερα με την αρχική τους μορφή. Του Μενέλαου Μαυρίδη

Βυζαντινοί ναοί στην Πόλη
Η Αγία Σοφία
Ιστορία

Βυζαντινοί ναοί στην Πόλη

Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου (306-337) και των διαδόχων του άρχισαν να κτίζονται στην Πόλη μεγαλοπρεπείς ναοί, εκ των οποίων πολύ λίγοι έχουν διατηρηθεί ως σήμερα με την αρχική τους μορφή. Αναφέρονται ονόματα βασιλικών τον 4ου και 5ου αιώνος όπως: Αγία Ειρήνη, Αγία Σοφία, Ευαγγελιστής Ιωάννης στο Έβδομον, Άγιοι Απόστολοι, Απόστολος Ανδρέας εν Κρίσει, καθολικόν της Χώρας, Άγιοι Πέτρος και Μάρκος, Θεοτόκος των Χαλκοπρατείων, Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος Στουδίου κ.ά.

Τα κύρια χαρακτηριστικά των παλατοχριστιανικών αυτών βασιλικών μονάχα από το ναό της μονής των Στουδίου μπορούν να γίνουν αισθητά. Αίθριο με στεγασμένο περιστύλιο, νάρθηκας που αποτελεί ανοικτό προαύλιο, τρία κλίτη που χωρίζονται από κιονοστοιχίες με επίπεδο επιστύλιο (plate-bande), αψίδα ημικυκλική, η οποία εξωτερικώς έχει σχήμα κανονικού ημιεξαγώνου, υπερώα στα πλάγια κλίτη, στέγη ξυλοσκέπαστη και, ορθογώνιες πύλες.

Παράλληλα με τις βασιλικές εμφανίζονται και περίκεντρες οικοδομές: Αγία Ευφημία του Ιπποδρόμου, Πρόδρομος Ιωάννης στο Έβδομον, που αποτελεί ανακατασκευή προηγούμενου ναού του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Τα ελάχιστα ή και ανύπαρκτα υπολείμματα των πρώτων αυτών περίκεντρων ναών δεν μας επιτρέπουν να έχουμε χειροπιαστές και λεπτομερείς ενδείξεις για τα χαρακτηριστικά τους.

Την εποχή του Ιουστινιανού (527- 565) και γενικά κατά τον 6ον αιώνα κυριαρχεί ποικιλία τύπων και σχεδίων. Εξακολουθούν να οικοδομούνται βασιλικές όπως: Θεοτόκος των Βλαχερνών από τον Ιουστίνο Α' (518-527), Απόστολοι Πέτρος και Παύλος στη συνοικία Ορμίσδου, Θεοτόκος η Ζωοδόχος Πηγή. Η Αγία Ειρήνη μετασκευάζεται σε βασιλική με τρούλο (532) όπως και η Αγία Σοφία. Από τα περίκεντρα οικοδομήματα αναφέρονται το Θησαυροφυλάκιο και το 8-γωνικο Βαπτιστήριο της Αγίας Σοφίας, ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου που χρησίμευσε ως πρότυπο για την ανέγερση του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας και, επί Ιουστίνου Β' {565-578) το Χρυσοτρίκλινον του Ιερού Παλατιού. Τέλος ο ναός των Αγίων Αποστόλων διαμορφώνεται (536-546) σε σταυρικό με 5 τρούλους, που χρησιμεύει κι αυτός ως πρότυπο για το ναό του Αγίου Μάρκου της Βενετίας. Στο τέλος τού 6ον αιώνα ο Μαυρίκιος (582-602) χτίζει το ναό της Μαρίας Διακόνισσας.

Ο τρόπος προσαρμογής του τρούλου στο πολυγωνικό του τύμπανο και ακολούθως η στήριξή του στους κεντρικούς πεσσούς έδωσε γένεση σε δύο τύπους εκκλησιών. Ο πρώτος τύπος πηγάζει από την πολυγωνική διάταξη των πεσσών κυρίως στους 8-γωνικούς ναούς. Η κυκλική βάση τον τρούλου (και το τύμπανο του) προσαρμόζεται στους 8 πεσσούς με την παρεμβολή τεσσάρων δίεδρων γωνιών (ημιχώνια). Έτσι, ο τρόπος αυτός προσφέρει πολλά σημεία στηρίξεως σε μικρότερες αποστάσεις. Το σύστημα αυτό της ισορροπίας σε δίεδρες γωνίες (trompes d' angle) που έχει χρησιμοποιηθεί τόσο στο ναό του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας όσο και, με κάποιες παραλλαγές, στο ναό Σεργίου και Βάκχου, χαρακτηρίζει πολλές σ τ α υ ρ ο ε ι δ ε ί ς εκκλησίες τού 11ου αιώνος (Δαφνί) καθώς και πολλές μεταγενέστερες.

Στον δεύτερο τύπου που αποτελεί σχήμα κιβωρίου (ciborium), η κυκλική βάση του τρούλου είναι στημένη στις τέσσερις κορυφές τεσσάρων μεγάλων τόξων, τα οποία στηρίζονται σε τέσσερις πεσσούς ή σε τέσσερις κίονες, και στα τέσσερα αντεστραμμένα σφαιρικά τρίγωνα (λοφία) που σχηματίζονται ανάμεσα στις κορυφές των τόξων αυτών. Οι κορυφές των λοφίων (pendentifs) στηρίζονται επίσης στους πεσσούς και οι βάσεις τους ταυτίζονται με τα τέσσερα τεταρτημόρια της κυκλικής βάσης του τρούλου. Η διαρρύθμιση αυτή που είναι πιο κομψή και πιο ευρύχωρη, έχει χρησιμοποιηθεί τόσο στις παλαιές βασιλικές με τρούλο (Αγία Σοφία κ.α.), όσο και σε μεταγενέστερους ναούς.

Ο εικονομάχος Θεόφιλος (829-842) χτίζει στο Παλάτι το Τρίκογχον, που θα χρησιμεύσει ως αίθουσα υποδοχής, και που έχει γύρω από τον τρούλο τρία ημιθόλια όπως και ο Αγιος Ανδρέας εν Κρίσει.

Μετά την περίοδο της εικονομαχίας και την παρουσία της Μακεδονικής Δυναστείας στο προσκήνιο της βυζαντινής ιστορίας, εμφανίζεται ανανέωση της Τέχνης και οικοδομική δραστηριότητα ιδίως από τον Βασίλειο Α' (867-886) που μεγαλώνει το Ιερόν Παλάτιον και κτίζει το Καινούργιον. Κατά τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο μονάχα στην Πόλη οικοδομήθηκαν ή ανακαινίστηκαν 43 ναοί κι ανάμεσα σ' αυτούς η λαμπρή και φημισμένη Νέα Εκκλησία που θα χρησιμεύσει ως πρότυπο για άλλους ναούς, και σήμερα έχει τελείως εξαφανισθεί. H Νέα διατηρούσε ένα στοιχείο από τις παλαιές βασιλικές: το αίθριον, ωστόσο δεν είχε τα χαρακτηριστικά της βασιλικής. Το σχέδιο της παρίστανε σταυρό με ίσους βραχίονες εγγεγραμμένο μέσα σε τετράγωνο και στεφανωμένο με πέντε τρούλους. Όμως οι τρούλοι δεν ήταν τοποθετημένοι επάνω στους βραχίονες του σταυρού όπως στους Αγίους Αποστόλους του Ιουστινιανού και στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, παρά γύρω από τον κεντρικό τρούλο υψώνονταν οι τέσσερις δευτερεύοντες στις μασχάλες του. Το σχήμα του σταυρού δεν περιελάμβανε την οικοδομή στο σύνολο της, όπως στις δυο εκκλησίες που προαναφέρθηκαν, παρά διαγράφονταν στην κορυφή των πλευρών τού ναού από την προβολή των υπερυψωμένων θόλων που σχηματίζουν οι ημικύλινδροι των βραχιόνων. Έτσι, η οικοδομή καθιερώνει νέο τύπο εκκλησιών, ο οποίος θα αρχίσει να εμφανίζεται και να χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά μετά τον 9ο αιώνα: τον τύπο του σταυρού με ίσους βραχίονες ε γ γ ε γ ρ α μ μ έ ν ο υ ς σε τετράγωνο.

Από τον 5ον αιώνα άρχισαν να χτίζονται ναοί με το περίγραμμα του σταυρού - μια κοίλη τεθλασμένη γραμμή με 12 κορυφές. Μέσα στο ναό λείπει o χώρος ανάμεσα στους τέσσερις βραχίονες ή συμπληρώνεται εξωτερικώς με πλάγιους νάρθηκες. Στους ναούς με σχήμα σταυρού ο χώρος τεμαχίζεται κατά κάποιον τρόπον και τα αρχιτεκτονικά μέλη δίνουν την εντύπωση πως είναι ανεξάρτητα. Τέτοιες οικοδομές είναι το μαυσωλείο της Gala Placidia στη Ραβέννα και ο Άγιος Μάρκος της Βενετίας, που αναπαράγει το πλάνο των Αγίων Απόστολων του Ιουστινιανού και διατηρεί την παλαιά αυτή διάταξη ως τον llον αιώνα.

Ωστόσο ο ε γ γ ε γ ρ α μ έ ν ο ς σ τ α υ ρ ο ε ι δ ή ς ναός είναι τελείως διαφορετικός. Μέσα σε ενιαίο τετράγωνο οι τέσσερις άντυγες, όπως προαναφέρθηκε, προεκτείνονται ως τους εξωτερικούς τοίχους και ισορροπούν τις ωθήσεις του τρούλου, που υψώνεται στη διασταύρωση των βραχιόνων. Οι ημικυλινδρικοί θόλοι επάνω από τις άντυγες καλύπτονται συνήθως από τριγωνικές στέγες (pignons), οι οποίες προβάλλονται στις τέσσερις όψεις του ναού υπό μορφή τριγωνικών αετωμάτων. Από τον l2ον αιώνα τη θέση των αετωμάτων παίρνουν καμιά φορά ημικυκλικές μετώπες (Ακατάληπτος, Παντεπόπτης).

Από το τέλος του 9ου αιώνος χρονολογείται και η Αγία Θεοδοσία. Οι στοές που υποβαστάζουν τα υπερώα επάνω από τον νάρθηκα και τα πλάγια κλίτη θυμίζουν ακόμη την παλαιά βασιλική με τρούλο, ωστόσο ο σταυρός που αποτελείται από τις τέσσερις ίσες άντυγες (ημικυλίνδρους) είναι εμφανής στην οροφή του ναού. Επάνω από τις στέγες, στις τέσσερις μασχάλες του σταυρού, έχουν τοποθετηθεί τέσσερις χαμηλοί θόλοι που προκαλούν ένα γραφικό κυματισμό μαζί με τον κεντρικό τρούλο.

Η Αγία Θεοδοσία, όπως και άλλοι ναοί της ίδιας περιόδου, ακόμη και προγενέστεροι (Άγιος Ανδρέας εν Κρίσει, 7ος αιών), αποτελούν μεταβατικό σταθμό ανάμεσα στις βασιλικές με τρούλο και στους εγγεγραμμένους σταυροειδείς. Ήδη στην Αγία Ειρήνη του Ιουστινιανού (6ος αιών) οι τοξοστοιχίες δεν επαναλαμβάνονται, όπως στις παλαιές βασιλικές (Άγιος Ιωάννης Στουδίου), στην επάνω ζώνη των υπερώων, αλλά περιορίζονται στο ισόγειο, και το σχήμα τού σταυρού διαγράφεται φανερά πάνω από τα υπερώα.

Σε μιαν εκκλησία που έχει σήμερα εξαφανισθεί, η εξέλιξη, με την οποία προέκυψε ο σταυροειδής από μια βασιλική με τρούλο, φαίνεται πως είχε ήδη πραγματοποιηθεί. Οπως προαναφέρθηκε, για να γίνει αυτή η μετατροπή αρκεί, τα προς Β και Ν τόξα που στηρίζουν τον τρούλο, να καταλήξουν σε άντυγες (berecaux) που θα προεκταθούν ως τους εξωτερικούς τοίχους. Πράγματι, στο ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι, ο Ιουστίνος Β ' (565- 578) προσέθεσε δύο αψίδες προς Β και Ν «ως είναι τούτοv σταυροειδή» (Ζωναράς).

Μια από τις παραλλαγές των σταυροειδών ναών είναι και οι περίστωοι. Το τετράγωνο των πεσσών και κιόνων που υποβαστάζει τον τρούλο, περιβάλλεται στις τρεις πλευρές του από χαμηλά κλίτη (στοές) σκεπασμένα με καμάρες ή σταυροθόλια, όπως στην Αγία Θεοδοσία και στο νότιο ναό της Πανάχραντου.

Καινούργια λάμψη παίρνει η θρησκευτική αρχιτεκτονική κατά την εποχή των Κομνηνών και των Παλαιολόγων. Ήδη από τις αρχές τού llου αιώνα παρεμβάλλεται μεταξύ της οικοδομής και του τρούλου, που είναι τώρα μικρότερος και ελαφρότερος, υψηλό πολυγωνικό τύμπανο με 12 ή 16 πλευρές που φωτίζεται από ισάριθμα παράθυρα. Οι γωνίες των πλευρών είναι διακοσμημένες με λεπτούς κιονίσκους που υποβαστάζουν τα τοξύλια των παραθύρων. 'Ετσι, o τρούλος φαίνεται ανάλαφρος και εξαίρεται επάνω από το κτίριο.

Ταυτόχρονα η εξωτερική όψη των ναών αλλάζει εμφάνιση. Οι αρχιτέκτονες της εποχής εκείνης οικοδομούν εναλλάσσοντας στρώματα από πελεκητές πέτρες και κόκκινα τούβλα, σχεδιάζουν επάνω στους τοίχους ποικίλα γεωμετρικά μοτίβα (κεραμοπλαστικός διάκοσμος), ή δημιουργούν με πλάγια τούβλα προεξοχές όπως τα δόντια του πριονιού. Ο τρόπος αυτός είναι γραφικός αλλά και πιο οικονομικός από την επένδυση μαρμάρων. Τον πολυέξοδο μωσαϊκό διάκοσμο αντικαθιστούν σε μεγάλο βαθμό τα φρέσκα, το αίθριο βαθμηδόν καταργείται - είναι μια πολυτέλεια που την επιτρέπουν πλούσιες εποχές - και τα υπερώα περιορίζονται επάνω από τον εσωνάρθηκα. Οι ναοί είναι τώρα χαριτωμένοι αλλά μικρότεροι. Εκτός από τον μεγάλο ναό στη μονή του Παντοκράτορα που έχει φάρδος 16 μέτρων, ο Παντεπόπτης έχει μόνον 11, το Μυρέλαιον 10 και ο ναός των Αγίων Θεοδώρων 9. Απ' αυτή την εποχή σώζεται η ορθομαρμάρωση του Ακατάληπτου Χριστού, οι αψίδες της Αγίας Θεοδοσίας και ο εξωτερικός και εσωτερικός διάκοσμος του Παρεκκλησίου της Παμμακάριστου.

Μετά το τέλος της κυριαρχίας των Λατίνων οι ναοί ανοικοδομούνται από τις καταστροφές και ανακαινίζονται. Η Θεοδώρα, μητέρα Ανδρόνικου Β' Κομνηνού (1282-1328), χτίζει τον νότιο ναό της Πανάχραντου και ο Μετοχίτης με καινούργια μωσαϊκή εικονογράφηση αλλάζει την εσωτερική όψη του καθολικού της μονής της Χώρας.

Για τον τρόπο της εσωτερικής διακοσμήσεως των ναών της Πόλης μπορούμε να αποκτήσουμε αρκετά σαφή ιδέαν από τα μνημεία που διασώθηκαν καθώς και από τις περιγραφές των χρονικογράφων.

Οι κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων καλύπτονται από επένδυση μαρμάρων, πολλές φορές πολύχρωμων (ορθομαρμάρωση). Έσκιζαν την πλάκα του μαρμάρου και την άνοιγαν σαν βιβλίο, του οποίου οι δύο σελίδες είχαν τα ίδια «νερά». Έτσι, η συμμετρία του σχήματος παρίστανε, με τη βοήθεια της φαντασίας, αγγέλους, ζώα ή και άλλα αφηρημένα σχήματα.

Ακόμη και στο έδαφος του ναού υπήρχε στρώση μαρμάρων λευκών ή εγχρώμων. Ανάμεσα στους συνδυασμούς της πολυχρωμίας φιλοτεχνούσαν παραστάσεις μικρές μυθικών ζώων κ.α. (μαρμαροθετήματα) καμωμένες από μάρμαρον έγκοπτον (opus sectile).

Στις κοίλες επιφάνειες των τοίχων επάνω από την ορθομαρμάρωση υπήρχε μωσαϊκός διάκοσμος από τις γνωστές έγχρωμες και χρυσές ψηφίδες που τις τοποθετούσαν όχι τυχαία για να καλύψουν την επιφάνεια, παρά την μία πίσω από την άλλη σαν ένα σκουλήκι που κουλουριάζεται και απλώνεται (opus vermiculatum). Έτσι, τα ψηφιδωτά είχαν ιδιαίτερη τεχνική, η χαρακτηριστική τους εμφάνιση τα διαστέλλει από τη ζωγραφική με πινέλο. Φυσικά πολλές επιφάνειες καμπύλες αλλά και επίπεδες ήταν ιστορημένες με νωπογραφίες που τις δούλευαν επάνω στο επίχρισμα πριν ακόμη στεγνώσει (φρέσκα).

Ας σημειωθεί ακόμη και ο γλυπτικός διάκοσμος στο εσωτερικό του ναού, τα κιονόκρανα, οι θριγκοί, τα διαζώματα με τις δαντελωτές περιπλοκάδες της άκανθας, τα γέτσα, τα υπέρθυρα, τα θωράκια (παραπέτα)... καθώς και, σε πλούσιες εποχές η ακτινοβολία του επιχρυσωμένου χαλκού, ο άργυρος και η πολυχρωμία των ημιπολύτιμων λίθων.

Στο ερώτημα αν στην εξωτερική όψη των βυζαντινών ναών της Πόλης χρησιμοποιήθηκε επένδυση μαρμάρων, η απάντηση θα πρέπει να είναι καταφατική. Όπως είναι γνωστό, ο χριστιανικός ναός προσφέρει στη λατρεία το εσωτερικό του και αυτό κυρίως έπρεπε να είναι υποβλητικό, λαμπρό και περίτεχνο. Αντίθετα, το εξωτερικό της οικοδομής θα μπορούσε να είναι απλό και ουδέτερο. Σε κανέναν εξάλλου από τους διαφόρους τόπους ναών δεν υπάρχουν γύρω από το κτίριο αντερείσματα και προεξοχές, που κάνουν ανάγλυφη την όψη και δίνουν κίνηση στην οικοδομή (Choisy). Επομένως ο ναός στο βυζάντιο παρουσιάζει μεγάλες επιφάνειες τοίχων γυμνών με εξαιρετικά αυστηρή εμφάνιση. Αυτήν ακριβώς την αυστηρότητα έχει σκοπό να φαιδρύνει ο ποικίλος κεραμοπλαστικός διάκοσμος των τελευταίων αιώνων. Ωστόσο σε εποχές πλουσιότερες φαίνεται πως θα έπρεπε και στο εξωτερικό των εκκλησιών να είχανε χρησιμοποιηθεί μάρμαρα. Ο Άγιος Μάρκος της Βενετίας, που είναι μια επανάληψη των Αγίων Αποστόλων, μάς δίνει το δικαίωμα να το υποθέσουμε.

Ναοί όπως η Νέα Εκκλησία, της οποίας οι στέγες ήτανε σκεπασμένες με πλάκες επιχρυσωμένου χαλκού και οι πέντε τρούλοι λαμποκοπούσαν από χρυσάφι και ξόμπλια που θύμιζαν «έναστρο σύμπαν»... και το έδαφος των εξωτερικών περιστυλίων της ήταν στρωμένο με πλάκες μαρμάρου τόσο έντεχνα προσαρμοσμένε ώστε να δίνουν την εντύπωση μονοκόμματου λίθου (Φώτιος), τέτοιες αυτοκρατορικές οικοδομές δεν ήτανε δυνατόν να αρκεσθούν στον έντεχνο μεν όμως πενιχρό διάκοσμο των πλίνθων. Ακόμη και στην εποχή των Κομνηνών, οι οικοδομές των βασιλέων, όπως η μονή του Παντοκράτορος και της Χώρας, ενισχύουν αυτή την άποψη αν λάβει κανείς υπόψιν την απουσία διάκοσμο στους εξωτερικούς τοίχους, τη θέση του οποίου κατελάμβανε πιθανόν ο πολυτελής και δαπανηρός διάκοσμος των μαρμάρων.

Η απουσία μαρμάρινης επένδυσης που παρατηρείται σήμερα στην εξωτερική επιφάνεια των τοίχων στους ναούς, μπορεί να εξηγηθεί με την συστηματική αφαίρεσή τους όπως άλλωστε έχει γίνει και για την ορθομαρμάρωση του εσωτερικού. Ας σημειωθεί ότι στη δυτική πλευρά της Αγίας Σοφίας σώζεται, προσαρμοσμένη ψηλά στον τοίχο, μαρμάρινη πλάκα, απομεινάρι ίσως παλαιάς επένδυσης.

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, τα αρχιτεκτονικά μέλη μιας οικοδομής έχουν κάποια ελαστικότητα και παραμορφώνονται από το ίδιο τους το βάρος. Το ύψος του τρούλου ελαττώνεται, η περιφέρειά του μεγαλώνει και οι κατακόρυφες δυνάμεις του βάρους αποκτούν συνισταμένες οριζόντιες που αποκλίνουν και διαχέονται προς όλες τις διευθύνσεις.

Από την ανεπαίσθητη αυτή παραμόρφωση οι πεσσοί, επάνω στους οποίους είναι στηριγμένος ο τρούλος, ωθούνται προς τα έξω και τείνουν να απομακρυνθούν από τον κεντρικό κατακόρυφο άξονα.

Για να αποφύγουν οι αρχιτέκτονες την κατάρρευση της οικοδομής πρέπει να, εξισορροπήσουν τις ωθήσεις αυτές με άλλες δυνάμεις αντίθετες κατασκευάζοντας αντερείσματα.

Στη βυζαντινή κατασκευή σπάνια συναντάει κανείς αντερείσματα εξωτερικά, όλα τα, στηρίγματα βρίσκονται στο εσωτερικό του κτιρίου ή ενσωματώνονται στους διαχωριστικούς, απαραίτητους για το κτίριο τοίχους και οπτικώς απαλείφονται (Choisy). Ενώ στον δυτικό τρόπο δόμησης κάθε τμήμα είναι ανεξάρτητο και μεμονωμένα εξασφαλίζει την ισορροπία του, στην ελληνική Ανατολή τα μέλη της οικοδομής είναι οργανικοί αλληλένδετα. Οι θόλοι αλληλεξαρτώνται ώστε να, εξουδετερώνουν τις ωθήσεις που εξασκούν ο ένας επάνω στον άλλον (Ch. Diehl).

Οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες ήτανε βαθύς γνώστες των κανόνων της μηχανικής. Η τέχνη τους είναι σοφή και εκλεπτυσμένη. Τα μνημεία τους αφήνουν μιαν εντύπωση γαλήνης και συγχρόνως δυναμικής ενότητας. Είναι η σαφήνεια και η διαύγεια του ελληνικού πνεύματος (Jean Ebersolt).

[Βυζαντινοί Ναοί στην Πόλη, Αθήνα 1986]

[Έκδοση του Συνδέσμου Αποφοίτων του Ιωακειμείου Παρθεναγωγείου]

http://www.cmkon.org/Naoi.htm

Η Αγία Σοφία

Η Αγία Σοφία είναι κτισμένη επάνω σε διάσελο και σε θέση περίβλεπτη. Είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια σου όταν έρχεσαι από την Προποντίδα και περιπλέεις το ακρωτήριο του Serayburnu. Χάνεται για λίγο και ξαναφαίνεται από τον Κεράτιο. Τη θέση αυτή δεν τη διάλεξαν φυσικά οι Βυζαντινοί, την είχανε προ καιρού επισημάνει οι ειδωλολάτρες όταν έχτιζαν εκεί τους ναούς των.

Ισορροπεί με γαλήνη και μεγαλοπρέπεια, κάθεται σαν πελώρια πεταλίδα στο βράχο, σκαλίστηκε θαρρείς επάνω σε κάποιο εξόγκωμά του.

Η Αγία Σοφία υπήρξε επί οκτώ αιώνες o μεγαλύτερος περίκλειστος χώρος σε όλον τον κόσμο μέχρι της ανέγερσης του Καθεδρικού ναού της Σεβίλλης, και έχει κτισθεί σε μικρό σχετικώς χρονικό διάστημα - ο Καθεδρικός ναός της Σεβίλλης χτίζονταν (από το 1402 - 1509) επί 107 χρόνια. Είναι το πιο ανάλαφρο δαμασμένο κενό. Το σύνολο των στηριγμάτων του τρούλου στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης καταλαμβάνει το μισό, ενώ στην Αγία Σοφία μόλις το ένα δέκατο του ελεύθερου εσωτερικού χώρου. Του τρομακτικού συνάμα και ελκυστικού αυτού χώρου, του γεμάτου μαγεία και απορία, αυτού του χώρου που μιμείται το θολωτό Σύμπαν όπως το δημιούργησε ο Θεός και το περιόρισε ο άνθρωπος.

Η Αγία Σοφία φέρει κατάδηλα τα ίχνη της επαφής των ανθρώπων που δέχτηκε κάτω από τους θόλους της δια μέσου των αιώνων. Οι κίονες της έχουν αυλακωθεί εκεί που ακουμπούσαν τα κορμιά τους οι πιστοί όταν έσκυβαν να παρακολουθήσουν τις ιεροτελεστίες και τις τελετές, οι αγκώνες τους έσκαψαν, αφήσανε τα αποτυπώματα τους πάνω στα γείσα. Και στις παραστάδες της μεσαίας Βασιλικής Πύλης του εσωνάρθηκα τα πόδια των φρουρών βαθούλωσαν το μάρμαρο, σχημάτισαν τεχνητές μικρές γούρνες.

Το μαρμάρινο έδαφος τού κυρίως ναού είναι χωρισμένο σε τέσσερις ζώνες κάθετες στον κατά μήκος άξονα από τέσσερις μουντές γκρίζες ταινίες. Είναι οι τέσσερις ποταμοί τού Υπερπέραν, όπως τους βλέπει ο Κωνσταντίνος Γρίβας, o Γαίων, ο Φύσων, ο Τίγρης και ο Ευφράτης.

Ανάμεσα στους τέσσερις αυτούς «ποταμούς» επαναλαμβάνουν τα συμμετρικά «νερά» τους οι πλάκες των μαρμάρων. Τρεις σειρές από 30 πλάκες η κάθε σειρά ανάμεσα σε δυο ποταμούς, έπειτα άλλες τρεις και άλλες τρεις.

Μπαίνει ο επισκέπτης από τη νότια είσοδο του Εσωνάρθηκα, κάτω από το ψηφιδωτό του Μ. Κωνσταντίνου και τού Ιουστινιανού που προσφέρουν τα δώρα τους στη Θεοτόκο. Δίπλα του, πλαγιασμένα στο έδαφος τα «φύλλα» της μπρούντζινης πόρτας της εισόδου. Ήταν η παλαιότερη - 9ος αιώνας - από τις μνημειακές μπρούντζινες πόρτες. Στις αρχές του l4ου οι Φλωρεντινοί έφεραν από τη Βενετία μαστόρους για να «χύσουν» την πόρτα του Βαπτιστηρίου τους. Προηγουμένως οι Βενετσιάνοι καλούσαν Βυζαντινούς τεχνίτες για τις δικές τους μπρούντζινες πόρτες.

Πάνω από τα μαρμάρινα παραπέτα, βλέπεις σκαλισμένα στο περβάζι, πάνω στο μάρμαρο γράμματα ρωσικά, βυζαντινά, φράγκικα, αραβοπερσικά... Είναι αυτοί που λαχτάρησαν να συνδεθούν με την Ιστορία και αποτύπωσαν τα ίχνη των ανώνυμων ονομάτων τους. Αλλού χαραγμένα εννιάπετρα που έχουνε σκύψει επάνω τους ώρες ολάκερες παίζοντας, ποιοι άραγε; Οι πιστοί κατά τη διάρκεια των ατέλειωτων αγρυπνιών; Ή μήπως οι στρατιώτες, οι σκοποί, οι χασομέρηδες που ήθελαν να διασκεδάσουν την ανία τους και τη μοναξιά τους; Η Α' Αγία Σοφία θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο αλλά οικοδομήθηκε από το γιο του Κωνστάντιο (337-361). Τα εγκαίνιά της έγιναν το 346.

Ο Σωκράτης, που έγραψε την Ιστορία της Εκκλησίας από το 305-439, αναφέρει: «... κατά, τον καιρόν τούτον (επί πατριάρχου Μακεδονίου) ο βασιλεύς την Μεγάλην Εκκλησίαν έκτιζεν, ήτις Σοφία μεν προσαγορεύεται νυν, συνήπται δε τη έπωνύμω Ειρήνη ...» Από τη φράση αυτή του Σωκράτη αλλά και από τις ανασκαφές (Ramaganoglu, 1945) προκύπτει ότι η Α' Αγία Σοφία, που χτίστηκε πάνω στα ερείπια του ναού του Απόλλωνος, είχε άμεση επαφή προς Β με την Αγία Ειρήνη και βρίσκονταν ανάμεσα σ' αυτήν και στη σημερινή Αγία Σοφία.

Η Β' Αγία Σοφία χτίστηκε πάλι από τον Κωνστάντιο προς Ν της πρώτης, στη σημερινή θέση της Αγίας Σοφίας του Ιουστινιανού. Ήταν μια μεγαλόπρεπη βασιλική με τρεις αψίδες και πέντε κλίτη. Στην προς Δ είσοδο της είχε ωραίο πρόπυλο με αέτωμα και κιονοστοιχία. Τα εγκαίνια της Β' Μεγάλης Εκκλησίας έγιναν από τον πατριάρχη Ευδόξιο το 360.

Οι ναοί αυτοί υπέστησαν ζημιές κατά καιρούς, καταστράφηκαν από πυρκαγιές. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου του 381 επί Θεοδοσίου Α' (378-395) πυρπολήθηκαν από τους αρειανούς. Κατά την εξορία του Χρυσοστόμου από τούς οπαδούς του το 404.

Η Γ' Μεγάλη Εκκλησία είναι έργο τού Θεοδοσίου Β' (408-450). Στην πραγματικότητα δεν ήταν ανοικοδόμηση παρά επιδιόρθωση και συνένωση διαφόρων τμημάτων της Α' και Β' Αγίας Σοφίας με ορισμένες προσθέσεις και παραλλαγές. Τα εγκαίνιά της έγιναν το 415.

Κατά τη στάση του Νίκα καταστράφηκαν από πυρκαγιές τόσο η Αγία Ειρήνη όσο και η Γ' Αγία Σοφία του Θεοδοσίου Β'. Μετά την καταστολή της στάσεως ο Ιουστινιανός (527-565) αμέσως απεφάσισε το χτίσιμο της σημερινής Δ' Αγίας Σοφίας επάνω στα ερείπια της βασιλικής του Κωνστάντιου. Έπειτα από 40 μέρες έθεσε τα θεμέλια και μετά πέντε χρόνια, το Δεκέμβριο του 537 έγιναν τα εγκαίνια του Ναού από τον πατριάρχη Μηνά, και είναι γνωστή η φράση: «Δόξα τω Θεώ, τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον έπιτελέσαι. Νενίκηκά σε Σολομών!»


Ως προς τον χρόνο αποπεράτωσης της Δ' Αγίας Σοφίας υπάρχει ωστόσο και άλλη άποψη. Ο Ιουστινιανός, πριν αρχίσει η ανέγερση του ναού, απαλλοτρίωσε τα οικόπεδα και κατεδάφισε όλα τα κτίσματα από τα πέριξ της οικοδομής χώρο. Το 539 (επτά χρόνια μετά τη στάση του Νίκα) ο Ιουστινιανός άρχισε το γκρέμισμα του εσωτερικού της Β' Μεγάλης Εκκλησίας καθώς και ορισμένες μεταρρυθμίσεις, ενώ ταυτοχρόνως συγκέντρωνε υλικό από τα πέρατα της αυτοκρατορίας. Μάρμαρα και πελώριοι μονολιθικοί κίονες φορτωμένοι επάνω σε σχεδίες κατέφθαναν από την Προικόννησο, την Εύβοια, την Αθήνα, τους Δελφούς, τη Θεσσαλία, τη Λακωνία, τη Ρώμη, την Έφεσο, τη Φρυγία, την Αίγυπτο.

Έτσι, η συγκέντρωση του υλικού και το καθάρισμα της παλαιάς βασιλικής του Κωνστάντιου καθώς και η ανέγερση της Αγίας Σοφίας κράτησε συνολικά είκοσι χρόνια και τα εγκαίνια του ναού έγιναν το 552, τον πρώτο χρόνο της πατριαρχείας του Ευτύχιου. Ας σημειωθεί ότι τα ταξίδια από τέτοιες αποστάσεις διαρκούσαν μήνες, και η μεταφορά τεράστιων όγκων είτε δια ξηράς είτε δια θαλάσσης απαιτούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ξεκινώντας για την εν Φλωρεντία ψευδοσύνοδο ο Ιωάννης Η' Παλαιολόγος με τη συνοδεία του, όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στο έργο του «Γεννήθηκα το 1402», για να φθάσουν από την Πόλη στη Βενετία χρειάστηκαν (27 Νοεμβρ. 1437-8 Φεβρ. 1438) 69 ολόκληρες μέρες!

Οι οικοδόμοι της Αγίας Σοφίας ήταν οι μεγαλύτεροι στην ειδικότητα τους επιστήμονες της ελληνικής Ανατολής. Ο «μηχανικός» Ανθέμιος, που ο ιατρός αδελφός του Αλέξανδρος ο Τραλλιανός, από τους οπαδούς της Σχολής του Γαληνού, συνέγραψε σε 12 τόμους περί θεραπείας νοσημάτων «Βιβλίον θεραπευτικόν», και ο αρχιτέκτων Ισίδωρος που μεγάλωσε κάτω από την τεμαχισμένη σκιά του ναού των Διδύμων στη Μίλητο, χρησιμοποίησαν και μεταρρύθμισαν τα «ερείπια» της βασιλικής του Κωνστάντιου και δημιούργησαν απ' αυτή την «αναπροσαρμογή» ένα αριστούργημα φαντασίας και τόλμης. Γκρέμισαν τους τοίχους και τις κιονοστοιχίες που χώριζαν το μεσαίο κλίτος της βασιλικής από τα παράπλευρα και αποκάλυψαν ένα τεράστιο χώρο. Οι κιονοστοιχίες αυτές «μεταφέρθηκαν» δίπλα στις κιονοστοιχίες των ακραίων κλιτών που έμειναν περίπου με το αρχικό τους εύρος. Έτσι, το μεσαίο κλίτος της Αγίας Σοφίας έχει διπλάσιο φάρδος από τα παράπλευρα (18,29 μ. με 38,07 μ., R. Van Nice).

Η βασική δομή της Αγίας Σοφίας έχει σχήμα κιβωρίου (ciborium, baldaquin, πέργολον, κουβούκλιο). Τέσσερις πελώριοι πεσσοί, ο καθένας βάσεως 100 τ.μ. περίπου, στηρίζουν τέσσερα μεγάλα τόξα, στις κορυφές των οποίων καθώς και στα σχηματιζόμενα τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα (λοφία) στηρίζεται ο τρούλος.

Για να εξισορροπηθούν οι πλάγιες ωθήσεις κατασκευάσθηκαν προς Α και Δ δύο μεγάλα ημιθόλια (τεταρτοσφαίρια) που υποβαστάζονται από τρεις μικρότερους θόλους και από χαμηλότερους πεσσούς. Προς Β και Ν δεν υπήρχαν ημιθόλια παρά τα μεγάλα τόξα κατέληγαν σε τύμπανα, η κορυφή των οποίων φωτίζονταν από μεγάλα τρίλοβα παράθυρα. Ο χώρος επομένως γύρω από τον τρούλο υποχωρούσε, τα σφαιρικά τρίγωνα υποχωρούσαν και ο τρούλος φαινόταν αιωρούμενος επάνω στο κενό, περιιπτάμενος.

Αν λάβει κανείς υπόψιν του τον φωτισμό από τα 15 παράθυρα του ανατολικού και του δυτικού ημιθολίου καθώς και από τα παράθυρα των τύμπανων, εκ των οποίων το υψηλότερο, τρίλοβο με δύο κιονίσκους - όπως περίπου το παράθυρο της δυτικής πλευράς - και ακόμη τα 40 παράθυρα της βάσης του τρούλου (ο φωτισμός του ναού ήταν τότε διπλάσιος από τον σημερινό), θα δικαίωνε τη φράση του Προκόπιου: «φαίης αν ουκ έξωθεν καταλάμπεσθαι ηλίω τον χώρον αλλά την αιγλην εν αυτώ φύεσθαι».

Ο βράχος ωστόσο που σήκωσε στη ράχη του τον ειδωλολατρικό ναό του Απόλλωνα επί τόσους αιώνες, στάθηκε αδύναμος να αντέξει κάτω από το συνολικό βάρος της νέας οικοδομής. Παρόλο που οι πεσσοί κατασκευάστηκαν ικανοί να επωμισθούν τα βάρη και τις ωθήσεις του τρούλου, το υπέδαφος των πετρωμάτων, που ανήκαν στη Δεβόνιο περίοδο, υπέστη μια πλαστική παραμόρφωση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η βαθμιαία καθίζηση των θεμελίων της οικοδομής. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς τού θεμελιωτή της Μηχανικής του εδάφους (μιας επιστήμης που ξεκίνησε 1387 χρόνια μετά το χτίσιμο της Αγίας Σοφίας) και καθηγητή της Ροβερτείου Σχολής της Πόλης Karl Terzhagi, η πίεση που εξασκούν οι πεσσοί, τα αντερείσματα, οι θόλοι, οι τοίχοι κ.λ.π. επάνω στο βράχο είναι ίση με 105 τόννους ανά τετραγωνικό μέτρο!

Οι τέσσερις πεσσοί, και κυρίως ο βορειοανατολικός, απόκλιναν από την κατακόρυφο και απομακρύνθηκαν από το κέντρο του τετραγώνου. Έτσι, έπειτα από τους αλλεπάλληλους σεισμούς του Αυγούστου 553,Ιανουαρίου 557 και Μαίου 558, κατέρρευσε το μεγάλο ανατολικό τόξο, η αψίδα και μέρος του τρούλου. Την αποκατάσταση της οικοδομής ανέλαβε, όπως είναι γνωστό, ο ανιψιός του Ισιδώρου, Ισίδωρος ο νεότερος. Η πρώτη αυτή μεγάλη αναστήλωση, όπως παρατηρεί ο Μιχελής στη μελέτη του: Η αισθητική της Αγίας Σοφίας, δεν ήταν μια επιδιόρθωση βλαβών ή και απλή ανοικοδόμηση παρά μια «δεύτερη έκδοση» του αρχιτεκτονικού έργου.

Ο νέος Ισίδωρος ενίσχυσε τα μεγάλα τόξα, ελάττωσε το φωτισμό του ναού περιορίζοντας τον αριθμό των παραθύρων στα μεγάλα ημιθόλια από δεκαπέντε σε πέντε και αντικαθιστώντας το τρίλοβο παράθυρο των τύμπανων με πέντε μικρότερα. Τόνισε ελαφρώς τον κατακόρυφο άξονα του ναού ανακατασκευάζοντας υψηλότερο τον τρούλο - όχι τόσο ώστε να μη γίνεται ορατή η κορυφή του από την μεσαία βασιλική πύλη. Με τις τεχνικές και αισθητικές μεταλλαγές που επέφερε, πρόσθεσε τη δική του άποψη και αναστήλωσε μια νέα Αγία Σοφία ισοδύναμη με την πρώτη και την κληροδότησε στους επόμενους αιώνες. Τα εγκαίνια της Μεγάλης Εκκλησίας έγιναν για δεύτερη φορά, κατά το τριακοστό έκτο έτος τής βασιλείας του Ιουστινιανού, στις 24 Δεκεμβρίου τού 563.

Το εσωτερικό της Αγίας Σοφίας αποκαλύπτει μια πρωτόφαντη θέα, ένα καταπληκτικό κενό αιχμαλωτισμένο από ένα ανάλαφρο κτίσμα. Μια ενότητα χώρου, από τον οποίον απουσιάζει κάθε «πλαστικότητα», κάθε συμπύκνωση όγκου. Η εσωτερική επιφάνεια του ναού τερματίζεται σε επίπεδα «διαφράγματα» διάτρητα από φως, από οπτικά περάσματα, «οι τοίχοι κρέμονται ωσάν παραπετάσματα», απλώνονται παντού μαρμάρινα βήλα.

Το βλέμμα ακολουθώντας τον κατακόρυφο άξονα χάνεται στον απόμακρο τρούλο, ενώ κατά μήκος οδηγείται στο ανατολικό μέρος τού ναού όπου το υποδέχεται η αψίδα του βήματος. Αντίθετα, τα πελώρια τύμπανα και οι κιονοστοιχίες των πλάγιων πλευρών «συστέλλουν», το διάστημα, το κάνουν υποθετικό, το υποψιάζεται η φαντασία πίσω από τα ανοίγματα, από τα ενδιάμεσα των κιόνων, από τη γειτονική παρουσία του τεμαχισμένου φωτισμού. Η Αγία Σοφία είναι δρομικός ναός, είναι βασιλική με τρούλο.

Ένα κύριο μέλημα των αρχιτεκτόνων ήταν να υποκρύψουν και να εξαφανίσουν τα όργανα στηρίξεως. Τα μεγάλα τόξα υποβαστάζουν τον τρούλο ωστόσο είναι αόρατα, οι πεσσοί που υποβαστάζουν τα τόξα έχουν απαλειφθεί. Αυτοί οι γιγαντιαίοι στύλοι, που η περίμετρος της βάσης τους ξεπερνάει τα 40 μέτρα και το εμβαδόν της τα 100 τετρ. μέτρα, έχουν καταστεί οπτικώς ανύπαρκτοι.

Οι πλευρές τους που βλέπουν προς το μεσαίο κλίτος αποτελούν τμήμα των κιονοστοιχιών, συμπληρώνουν, στην αρχή και στο τέλος, τους τέσσερις μεγάλους πράσινους κίονες. Οι προς A και Δ πλευρές τους καμπυλώνονται, συνεχίζουν την κυλινδρική κίνηση που έχουν οι τέσσερις (προς Α και Δ) κόγχες, αποτελούνε και εδώ συμπλήρωμα των δύο μικρών ενδιάμεσων κιόνων της κόγχης. Το φάρδος τους - και επομένως όγκος τους - συγχωνεύεται με τα στενά κλίτη που εμφιλοχωρούν ανάμεσα στο μεσαίο κλίτος και στα παράπλευρα και κάνουν το ναό πεντάκλιτο!

Ακόμη, οι προς Α χαμηλότεροι πεσσοί που επωμίζονται το βάρος των μεγάλων ημιθολίων, ταυτίζονται με την κυλινδρικότητα της αψίδας.

Αντίθετα με την εντύπωση που προκαλεί το απροσμέτρητο κενό του εσωτερικού της Αγίας Σοφίας, όλα τα προσιτά στον άνθρωπο μέλη του ναού, οι κίονες, οι βαθμίδες, τα διαβατικά, οι πύλες, τα γείσα... όλα αυτά είναι καμωμένα στην ανθρώπινη κλίμακα. Ακόμη και οι πλάκες της μαρμάρινης επένδυσης διατεταγμένες κατά ζώνες, οι ταινίες που τις διαχωρίζουν, οι ουρανοί των διαβατικών, ο μωσαϊκός διάκοσμος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ανθρώπινο μέτρο ενισχύει και εξαίρει το υπερμέγεθες της οικοδομής.

Η ίδια οικοδομή ωστόσο, το περικάλυμμα αυτού τού απείρου διαστήματος είναι ενσωματωμένη σε άλλη κλίμακα, μια κλίμακα υπερβατική. Όταν ανεβαίνει κανείς από τον κοχλία στα υπερώα νομίζει πως έφθασε στο ζενίθ. Όμως το ύψος αυτό είναι λιγότερο από το τέταρτο του συνολικού ύψους του ναού από το έδαφος ως την κορυφή του τρούλου. Και οι στέγες ακόμη των παράπλευρων κλιτών βρίσκονται πιο χαμηλά από το μισό του ίδιου ύψους! Όσοι χαρακτηρίζουν την αναλογία αυτή τερατώδη, περιορίστηκαν να διατυπώσουν τη γνώμη τους εξετάζοντας το πλάνο του ναού. Δεν πήραν υπόψη την οπτική εντύπωση - ακόμη και για το θεατή που βρίσκεται στα υπερώα - τις οπτικές «διορθώσεις», των αποστάσεων. Δεν πήραν υπόψη τους πως, οπτικά, οι επιφάνειες όσο απομακρύνονται «μικραίνουν» με το τετράγωνο, και οι χώροι με τον κύβο της αποστάσεως!

Παρόλο που ο κατακόρυφος άξονας έχει ρόλο κυρίαρχο και η κλιμάκωση των θόλων υψώνεται σε ένα εκθαμβωτικό, υπερούσιο κενό, η παρουσία του ορίζοντα δίνει στην Αγία Σοφία ένα τόνο ηρεμίας, γαλήνης και ελληνικότητας. Τρεις κορνίζες οριζόντιες περιτρέχουν τη βάση των υπερώων, τις βάσεις των τύμπανων και των ημιθολίων και τέλος την κρηπίδα του τρούλου. Τα τρία ύψη τους (οι αποστάσεις από το έδαφος) αποτελούν μια συνεχή αvαλoγία (γ:β=β:α=9:5). Το τρίτο ύψος ως προς το δεύτερο και το δεύτερο ως προς το πρώτο έχουν τον ίδιο λόγο (9:5).

Κατά τοyς μετέπειτα βυζαντινούς αιώνες οι διάδοχοι του Ιουστινιανού συντήρησαν και εξωράισαν την Αγία Σοφία. Στο τέλος του 9ου αιώνα ο Βασίλειος Α' επισκεύασε το μεγάλο δυτικό τόξο που υπήρχε κίνδυνος να καταρρεύσει. Το 989 ο τρούλος του ναού κατέπεσε εν μέρει από σεισμό και αναγέρθηκε επί Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου. Επισκευές έγιναν και στις αρχές του 11ου και του l4ου αιώνα και ο Ανδρόνικος Β' στήριξε με αντερείσματα τους ανατολικούς τοίχους τής βασιλικής. Τον Μάιο του 1346 κατέρρευσε το ανατολικό ημιθόλιο και η βλάβη επιδιορθώθηκε επί Άννας της Σαβοΐας, συζύγου του Ανδρόνικου Γ' (1328-1341). Μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου η βασιλομήτωρ Άννα - ο γιος της Ιωάννης Ε' ήταν μόλις 9 ετών - αντιτάχθηκε στον μέγα δομέστικο Ιωάννη Καντακουζηνό, o οποίος διηύθυνε ουσιαστικά το κράτος ζώντος του Ανδρόνικου, και ως φίλος του επιστήθιος θα έπρεπε να αναλάβει την αντιβασιλεία. Για να ανταποκριθεί στα έξοδα του εμφύλιου πολέμου η Άννα της Σαβοΐας έδωσε ενέχυρο στους Βενετούς τα διαμάντια και τα κοσμήματα του στέμματος έναντι 30.000 δουκάτων. Το ποσόν αυτό ουδέποτε επεστράφη και ο θησαυρός του στέμματος παραμένει έκτοτε στο θησαυροφυλάκιο του Αγίου Μάρκου. Το 1350 ο μέγας πρίγκιπας της Μόσχας έστειλε χρηματική βοήθεια για την επιδιόρθωση της Αγίας Σοφίας και, σαν να μην έφθανε η κατάντια της αποδοχής εξωτερικής αρωγής για τέτοιο σκοπό, η ευλαβής προσφορά χρησιμοποιήθηκε για στρατολόγηση Τούρκων μισθοφόρων (Νικ. Γρηγοράς)!

Τα μωσαϊκά της Αγίας Σοφίας παρέμειναν εν μέρει ακάλυπτα μέχρι του 1847, όπως γίνεται φανερό από μαρτυρίες περιηγητών που είδαν εικόνες ψηφιδωτών, άλλες ευδιάκριτες και άλλες αμυδρά ορατές. Ο προσκυνητής Αντώνιος, αρχιεπίσκοπος του Novgorod το 1200, ο Evliya Celebi κατά τον l7ον αιώνα, ο Cornelius Loos από τη Στοκχόλμη κατά το 1710 και πολλοί άλλοι εξέφρασαν κατά καιρούς τη γνώμη τους για τη λαμπρότητα ακόμη και για την καλή ή κακή κατάσταση του εσωτερικού διακόσμου στην περίφημη αυτή εκκλησία της Πόλης.

Γενικά, είναι βέβαιο ότι υπήρχαν αγιογραφίες μωσαϊκών με θέματα από την Καινή Διαθήκη στις ημικυλινδρικές (καμαρωτές) οροφές και στα σταυροθόλια των κατηχουμενίων (υπερώων) του ναού, η ζωή και τα πάθη του Χριστού, ακόμη και πορτραίτα Προφητών, Διδασκάλων, Ιεραρχών κ.α., πράγμα που παρατήρησαν και οι Ελβετοί αρχιτέκτονες αδελφοί Giuseppe και Gaspar Fosatti.

Η πρώτη συστηματική ανακαίνιση του ναού επί Οθωμανών έγινε από τούς προαναφερθέντες αρχιτέκτονες ανάμεσα στα 1847 και 1849 επί σουλτάνου Abdul Mecit, οπότε οι εικόνες σ' όλο το οικοδόμημα επικαλύφθηκαν με ασβέστη, αφού προηγουμένως είχανε καθαρισθεί!

Το 1930 ο Kemal Ataturk επέτρεψε στο Αμερικανικό Βυζαντινολογικό Ινστιτούτο να εξετάσει και να αποκαλύψει τις μωσαϊκές εικόνες της Αγίας Σοφίας. Οι εργασίες άρχισαν το 1932 υπό την επίβλεψη του διευθυντού και ιδρυτού του Ινστιτούτου Θωμά Whittemore με τη μελέτη και φωτογράφηση των τοίχων της οικοδομής και διάρκεσαν ένα έτος.

Πρώτα πρώτα καθαρίστηκαν τα τύμπανα του Εσωνάρθηκα που βρίσκονται επάνω από τις πύλες που οδηγούν στον κυρίως ναό. Εκεί αποκαλύφθηκαν οκτώ μεγάλοι σταυροί, κόκκινοι επάνω σε χρυσό φόντο, δεξιά και αριστερά της μεσαίας βασιλικής πύλης. Ακολούθως μέσα στο ναό καθαρίστηκαν τα επιχρίσματα στους ημικυλινδρικούς ουρανούς των διαβατικών που διασχίζουν τους ελάσσονες δυτικούς πεσσούς. Και στη διακόσμηση μεν της οροφής του νοτιοδυτικού πεσσού αποκαλύφθηκαν χρυσά τετράγωνα σε αργυρό φόντο, στον δε αντίστοιχο βορειοδυτικό χρυσοί κύκλοι μέσα σε τετράγωνα σε βάθος επίσης αργυρό.

Στις 24 Οκτωβρίου 1934 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το επί πέντε αιώνες βακούφιον της Αγίας Σοφίας μετετράπη σε Μουσείο. Εν τω μεταξύ οι εργασίες της αποκαταστάσεως των μωσαϊκών εξακολουθούσαν.

Στο τύμπανο της μεσαίας βασιλικής πύλης έχει αποκαλυφθεί, μέσα σε ημικύκλιο, ωραία παράσταση του Χριστού επάνω σε θρόνο, που κρατάει ευαγγέλιο και ευλογεί με το δεξί του χέρι. Δεξιά και αριστερά, μέσα σε στηθάρια, η Θεοτόκος και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ (κατά τον Whittemore). Στο κάτω αριστερό μέρος της εικόνας είναι ζωγραφισμένος γονυπετής αυτοκράτωρ, φορεμένος χλαμύδα και διβηθήσιον με ταβλία (ετερόχρωμα εμβλήματα), σε στάση μετανοίας και με τα χέρια ανοιχτά να παρακαλούν το Χριστό.Κατά την πάροδο των εργασιών ήρθαν στο φως και πολλές άλλες ψηφιδωτές αναπαραστάσεις, κάποιες σε καλύτερη κατάσταση από άλλες, ανεκτίμητης αξίας, με τα σημερινά δεδομένα.

Ο Θωμάς Whittemore, διευθυντής και ιδρυτής του αμερικανικού Βυζαντινού Ινστιτούτου, πέθανε στις 8 Ιουνίου 1950 στη Washington σε ηλικία 80 ετών. Είχε αφιερώσει τη ζωή του στην αποκάλυψη μωσαϊκών και εξέδωσε 12 τόμους σχετικούς με τις εργασίες του. Η εργασία της αποκαλύψεως του μωσαϊκού της Δεήσεως στα νότια υπερώα (1934-1938) εξεδόθη σε μετά το θάνατο του το 1952, σε ιδιαίτερο τόμο, όπου αναγράφονται οι στίχοι, αναφερόμενοι πιθανώς στην παράσταση της Δεήσεως:

«Ειδ’ εξεκαύθης εις έρωτα τον άνω και τον νοητόν κόσμον εν τύπω βλέπε Χριστος με ούτος, ου Θρόνος λαμπρός πόλος αυτή δε μήτηρ, ης μόνης αγνής τόκος ούτος δε λύχνος, ου λόγος φως και τρόπος.»

Είναι συγκινητική επίσης η επιμνημόσυνη, τρόπον τινά, επίκληση των εκδοτών γραμμένη με ελληνικούς χαρακτήρες:

«Μνήσθητι, Κύριε, των καρποφορούντων και καλλιεργούντων εν ταις αγίαις σου εκκλησίαις».

Όμως, η φράση που έχει συνδεθεί στην ιστορία με την Αγία Σοφία είναι αυτή του Ιουστινιανού: Νενίκηκά σε Σολομών!

[Βυζαντινοί Ναοί στην Πόλη, Αθήνα 1986]

[Έκδοση του Συνδέσμου Αποφοίτων του Ιωακειμείου Παρθεναγωγείου]

http://www.cmkon.org/Naoi.htm

Ιστορία

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ


Κράτος που αναπτύχθηκε και εξελίχτηκε στο χώρο των ανατολικών επαρχιών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,με πολιτικό επίκεντρο την ονομαστή πρωτεύουσα του Κωνσταντινούπολη.Τα σύνορα του την εποχή της μεγαλύτερης εδαφικής επέκτασης του-στα χρόνια του Ιουστιανού,565μ.Χ-άρχιζαν απο την Ισπανία,για να φτάσουν στα βάθη της Μικράς Ασίας και απο τη βόρεια Ιταλία για να περιλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Αιγύπτου.Μια τέτοια εξάπλωση του κράτους έκανε κυριολεκτικά την Μεσόγειο μια βυζαντινή λίμνη. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία στα πρώτα στάδια του βίου της συνεχίζει την προκάτοχο της ρωμαϊκή.Ολόκληρη η πνευματική,κοινωνική και πολιτειακή υποδομή δεν είναι παρά καθαρά ρωμαϊκή κληρονομιά.

Οι διοικητικοί θεσμοί,η κοινωνική οργάνωση,η αντίληψη περί της οικουμενικότητας του κράτους είναι τα ρωμαϊκά εφόδια,με βάση τα οποία αρχίζει να διαμορφώνεται η πολιτική οντότητα που θα αποτελέσει αργότερα η βυζαντινή αυτοκρατορία.

Οπωσδήποτε,και παρά το γεγονός ότι οι βυζαντινοί δεν έπαψαν ποτέ να πιστεύουν πως η αυτοκρατορία τους αποτελούσε φυσική συνέχεια της ρωμαϊκής,η αλήθεια είναι ότι με την πάροδο του χρόνου και με την επενέργεια δύο μοναδικών σε δραστικότητα παραγόντων,του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού,η αυτοκρατορία διαφοροποιήται,για να αποτελέση,κατα την χαρακτηριστική έκφραση του Heisenberg "το εκχριστιανισθέν ρωμαϊκό κράτος του ελληνικού έθνους".

Πραγματικά η Βυζαντινη Αυτοκρατορία,μετά τους πρώτους αιώνες της ζωής της,αποτέλεσε το χώρο εκείνο,μέσα στον οποίο δραστηριοποιήθηκε και δημιούργησε ο μεσαιωνικός Ελληνισμός.Τα κυρίαρχα πνευματικά στοιχεία στα χρόνια της ακμής της είναι η ελληνική γλώσσα,ο ελληνικός πολιτισμός και ο Χριστιανισμός.Απ'αύτη την άποψη μπορούμε να πούμε ότι η ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποτελεί τη συνέχεια της ιστορίας του Ελληνισμού στη διάρκεια του Μεσαίωνα.Είναι ο κρίκος που συνδέει την κλασική αρχαιότητα με το νεότερο Ελληνισμό,δίνοντας έτσι μία ξεκάθαρη εικόνα της αδιάσπαστης συνέχειας,ζωής και δημιουργίας του Ελληνισμού στο χώρο της Μεσογείου,για περισσότερα απο 2.500 χρόνια.

Ονομα

Ο χαρακτηρισμός της Αυτοκρατορίας ως Βυζαντινή είναι δημιούργημα των νεωτέρων χρόνων.Ουδέποτε οι Βυζαντινοί ονόμασαν έτσι το κράτος τους και οι όροι Βυζάντιο,Βυζαντινός κ.τ.λ. είχαν πολύ περιορισμένη σημασία,υποδηλώνοντας την Κωνσταντινούπολη και τους κατοίκους της,μιας και το Βυζάντιο ήταν το αρχαιότερο όνομα της πόλης,στο χώρο της οποίας ιδρύθηκε η Κωνσταντινούπολη.

Ως όρος επιστημονικός για το χαρακτηρισμό της εποχής εισάγεται για πρώτη φορά το 1562 απο τον Wolf,με την έκδοση των Βυζαντινών ιστορικών στη σειρά Corpus Byzantinae Historiae.Ο όρος επικρατεί οριστικά στον ευρωπαικό χώρο το 1680,με την έκδοση της Historia Byzantina του Du Cange,και απο εκεί καθιερώνεται και στην ελληνική ιστοριογραφία.

Είναι αλήθεια ότι τόσο διεθνώς,όσο και στον ελληνικό χώρο,χρησιμοποιήθηκαν και άλλα ονόματα για την υποδήλωση της περιόδου.Ο J.B.Bury και ο E.Stein π.χ μίλησαν για "μεταγενέστερο" η "ανατολικό ρωμαικό κράτος",ενώ ο εθνικός μας ιστορικός Κων.Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να μιλήσει για "Βυζαντινή Αυτοκρατορία" και προτίμησε να προβεί στην εξιστόρηση "των περιπετειών του Ελληνικού έθνους απο της πέμτης μέχρι της δεκάτης τρίτης εκαντοετηρίδος" ενσωματώνοντας έτσι και τυπικά τη βυζαντινή ιστορία στην ιστορία του Ελληνισμού.

Ιστορία

Για τον ιστορικό του Βυζαντίου είναι πολύ προβληματικό το σημείο έναρξης της βυζαντινής ιστορίας.Και τούτο,γιατί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν είναι ένα κράτος που δημιουργείται και αρχίζει την ιστορική του δράση σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο.Στην αρχή δεν είναι παρά η ομαλή συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μόνο μετά την παρέλευση αρκετού καιρού και κάτω απο την επίδραση πολλών και ποικίλων παραγόντων,συντελούνται η διεργασίες εκείνες που θα μας δώσουν τελικά την Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως μία ιδιότυπη και διαφοροποιημένη απο την προκάτοχο της πολιτίκη οντότητα.

Η κτίση της Κωνσταντινούπολης το 324μ.Χ ή τα εγκαίνια της το 330μ.Χ,η οριστική διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό το 395μ.Χ ή η κατάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους το 476μ.Χ είναι μερικά απο τα σημεία,που οι συγκρουόμενες απόψεις των ερευνητών θέλουν ως αφετηρίες της ιστορίας του βυζαντινού κράτους.Περισσότερο ίσως αποδεκτό γίνεται το 395μ.Χ,έτος απο το οποίο το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος,με το δικό του αυτοκράτορα,αρχίζει την ανεξάρτητη και ιδιόμορφη πορεία του,που θα το οδηγήσει στη διαμόρφωση της μεσαιωνικής αυτοκρατορίας του Ελληνισμού.

Οι ιστορικοί του Βυζαντίου διακρίνουν διάφορες φάσεις στην εξέλιξη της ιστορίας του,ο καθένας βέβαια χρησιμοποιόντας τα δικά του κριτήρια.Θα μπορούσαμε, με βάση τον αδρομερή,αλλά απόλυτα σύμφωνο με την ουσιαστική εξέλιξη των πραγμάτων στο Βυζάντιο,χωρισμό του E.Stein,να διακρίνουμε τρεις περιόδους στην εξέλιξη της βυζαντινής ιστορίας.

Βυζαντινή Γραμματεία

Το σύνολο της φιλολογικής παραγωγής του βυζαντινού Ελληνισμού,παραγωγής που καλύπτει μια χρονική περίοδο,όση και η ζωή του βυζαντινού κράτους.Γλώσσα της βυζαντινής φιλολογίας είναι η ελληνική είτε αυτή παρουσιάζεται με τη λόγια είτε με τη δημώδη μορφή της.Δημώδη μπορούμε να πούμε τη συνέχεια στη βυζαντινή εποχή της ελληνιστικής κοινής,ενώ η λόγια χαρακτηρίζεται το αποτέλεσμα της προσπάθειας της μορφωμένης μερίδας του Βυζαντίου να αττικίζει.Η γλώσσα,η διαμόρφωση,το περιεχόμενο και τα είδη που καλλιέργησε η βυζαντινή φιλολογία επηρεάστηκαν και καθορίστηκαν απο ένα σύνολο διαφορετικών και συχνά αντικρουόμενων παραγόντων.Η αρχαία ελληνική και η ελληνιστική παράδοση,ο Χριστιανισμός,το δυτικό και ανατολικό πνευματικό περιεχόμενο υπήρξαν τα βασικά διαμορφωτικά στοιχεία στη βυζαντινή γραμματεία. Σε γενικές γραμμές την εξέλιξη της βυζαντινής γραμματείας μπορούμε να την παρακολουθήσουμε σε τρείς περιόδους:

1. Την προβυζαντινή η χριστιανική: που καλύπτει το χρονικό διάστημα ως τον 6ο μ.Χ αιώνα.
2. Την κυρίως βυζαντινή:απο τον Ιουστιανό ως την λατινική κατάκτηση το 1204μ.Χ.
3. Την υστεροβυζαντινή η Παλαιολογεία:που φτάνει ως την τουρκική κατάκτηση το 1453μ.Χ.


1. Προβυζαντινή ή Χριστιανικη

Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται απο την έντονη προσπάθεια για το συνταίριασμα του ελληνικού με το χριστιανικό πνεύμα.Εξέχουσες πνευματικές μορφές της περιόδου αποτέλεσαν οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας Βασίλειος ο Μέγας,Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός,Γρηγόριος ο Νύσσης και λίγο αργότερα ο Ιωάννης ο Χρισόστομος,των οποίων τα έργα,λόγοι και επιστολές κυρίως,αποτελούν τα σημαντικότερα μνημεία της εποχής.Σ'αυτή την περίοδο καλλιεργείται επίσης σημαντικά η εκκλησιαστική ιστορία-κάτι που βέβαια δεν έλειψε και αργότερα-με κυριότερο εκπρόσωπο τον επίσκοπο Καισάρειας Ευσέβιο (260-338 μ.Χ),ο οποίος έγραψε εκκλησιαστική ιστορία ως το 324 μ.Χ.

2. Κυρίως Βυζαντινή

Απο τον Ιουστιανό ως το 1204 έχουμε την καθαυτό βυζαντινή περίοδο στη φιλολογική παραγωγή.Με εξαίρεση τα χρόνια της εικονομαχίας,η πνευματική δραστηριότητα ειναι ιδιαίτερα έντονη και πέρα απο την θεολογική φιλολογία καλλιεργείται η εκκλησιαστική ποίηση,η ιστοριογραφία,η χρονογραφία,αλλά και η γενικότερη πάνω σε θέματα,επιστημονικά κ.λ.π. φιλολογία. Στον χώρο της ιστοριογραφίας απο τους πρώτους και σημαντικότερους εκπροσώπους είναι ο Προκόπιος.Το βασικό ιστορικό του έργο "Ιστορικόν εν βιβλίοις οκτώ" εξιστορεί τους πολέμους του Ιουστιανού εναντίον των Περσών,των Βανδάλων και των Γότθων.Άλλοι σημαντικοί ιστορικοί της περιόδου ειναι ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης (6ος-7ος μ.Χ. αι.),ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος (905-959),ο Λέοντας ο Διάκονος (10ος αι.),ο Μιχαήλ Ατταλειάτης (11ος αι.), ο Νικηφόρος Βρυέννιος (1062-1137 μ.Χ.),η Άννα Κομνηνή (1083-1148) με την "Αλεξιάδα" της κ.α.Στο χώρο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας τέλος έχουμε τον Ευάγριο (τέλη 6ου αι.)

Ιδιαίτερη άνθηση είχε αυτά τα χρόνια-και κυρίως τον 9ο αι.-η χρονογραφία.Η χρονογραφία είναι ένα είδος ιστοριογραφίας με ιδιαίτερη επίδοση στο Βυζάντιο. Βασικά δεν έχει ιδιαίτερα αυστηρές ιστορικές απαιτήσεις και αποτελεί κυρίως ένα άκριτο συμπίλημα ουσιωδών και επουσιωδών γεγονότων,με έντονο τονισμό των σημείων εκείνων που ενδιαφέρουν το ευρύ λαϊκό κοινό.Θέμα της είναι γενικά η εξιστόρηση των γεγονότων της παγκόσμιας ιστορίας,μια εξιστόρηση που συνήθως αρχίζει απο την κτίση του κόσμου.Τα χρονικά αυτά γράφονται και απευθύνονται κυρίως σε άτομα περιορισμένης μόρφωσης,συνήθως απο τον κύκλο των κατώτερων κληρικών και μοναχών.Ο παλαιότερος Βυζαντινός χρονογράφος που σώζεται είναι ο Ιωάννης Μαλάλας (491-578 μ.Χ.).Σημαντικό στο χώρο αυτά υπήρξε επίσης το έργο του Θεοφάνη του Ομολογητή (8ος αι.),όπως και του Ιωάννη του Σκυλίτση (11ος αι.). Ο Ρωμανός ο Μελωδός (5ος-6ος αι.) και ο Γεώργιος Πισίδης (7ος αι.) εκπροσωπούν την βυζαντινή ποιήση της περιόδου,ενώ ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αι.) αποτελεί το σημαντικότερο εκπρόσωπο της θεολογικής φιλολογίας.Ιδιαίτερα αξιόλογες πνευματικές προσωπικότητες της εποχής αναδείχτηκαν οπωσδήποτε ο πατριάρχης Φώτιος και ο Μιχαήλ Ψελλός,εκπροσωπούμενοι και οι δυο απο ένα πολύπλευρο έργο.

3.Υστεροβυζαντινή ή Παλαιολογεία

Η τρίτη και τελευταία περίοδος στη βυζαντινή φιλολογία χαρακτηρίζεται απο μια έντονη στροφή προς τις ελληνικές σπουδές.Αν και πολιτικά και στρατιωτικά το Βυζάντιο οδεύει προς την δύση του,η εποχή αυτή αποτελεί περίοδο έντονης πνευματικής ακτινοβολίας.Η απασχόληση με τα αρχαία ελληνικά γράμματα,την αρχαία ελληνική φιλοσοφία-ιδιαίτερα με τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα-είναι διαρκής.Χαρακτηριστική είναι στο χώρο αυτό η δραστηριότητα του Γεωργίου Γεμιστού η Πλήθωνα.Η ιστοριογραφία εξακολουθεί να ακμάζει και να αναδείχνη σημαντικούς συγγραφείς,όπως ο Παχυμέρης,ο Νικηφόρος Γρηγοράς-ο μεγαλύτερος ιστορικός των δυο τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου κατά τον Krumbacher-ή οι συγγραφείς της ιστορίας των γεγονότων της άλωσης Φραντζής,Δούκας,Λαονίκος Χαλκοκονδύλης και Κριτόβουλος.Η θεολογική φιλοσοφία βρίσκει άξιους εκπροσώπους στο πρόσωπο του Δημητρίου Κυδώνη και του Γενναδίου Σχολάριου.Στα χρόνια αυτά αναπτύσσονται τέλος και οι φιλολογικές μελέτες.Το έργο του Μάξιμου Πλανούδη,του Μανουήλ Μοσχόπουλου,αλλά και το πολύ ευρύτερο του Θεοδώρου Μετοχίτη χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το χώρο αυτό.

Βυζαντινή Τέχνη

Η ιδιότυπη καί ιδιαίτερα αξιόλογη τέχνη πού ανέπτυξε ο βυζαντινός Ελληνισμός.Ο όρος βυζαντινή τέχνη υποδηλώνει την τέχνη που αναπτύχτηκε και καλλιεργήθηκε τόσο στα εδαφικά πλαίσια της Βυζαντινής Αυτοκτατορίας,όσο και σε χώρους έξω απο αυτή,πάντοτε όμως κάτω απο την επίδρασή της. Η βυζαντινή τέχνη όπως διαμορφώθηκε και αναπτύχτηκε μέσα και έξω απο το Βυζάντιο,υπήρξε το αποτέλεσμα του συνδυασμού και της αλληλεπίδρασης τριών κυρίαρχων παραγόντων:

Της αρχαίας ελληνικής παράδοσης

Της ανατολικής επίδρασης

Της συγκεκριμένης, καθαρά θρησκευτικής αποστολής της,μια και η βυζαντινή τέχνη είναι τέχνη καθαρά θρησκευτική,με μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση του δόγματος και την έκφραση και τον τονισμό των θείων αληθειών.

Κατά συνέπεια η βυζαντινή τέχνη σιγά σιγά απομακρύνεται απο την πλαστικότητα και τείνει προς χρώμα,εγκαταλείπει το ενδιαφέρον για την εξωτερική απόδοση της μορφής,το κάλλος και την αρμονία και στρέφεται στην αναζήτηση ενός εσωτερικού, πνευματικού περιεχομένου.Μ'αυτόν τον τρόπο παύει να αναζητά την ποικιλία και στρέφεται στην συντήρηση των παραδομένων μορφών,μορφών που σιγά σιγά καλύπτουν και καθορίζουν το σύνολο των δυνατοτήτων έκφρασης του καλλιτέχνη.

Την όλη εξέλιξη της τέχνης του Βυζαντίου μπορούμε γενικά να διακρίνουμε σε τρείς μεγάλες περιόδους:

α) Την παλαιοχριστιανική τέχνη (4ος-6ος αι.)

β) Την πρωτοβυζαντινή τέχνη (7ος-9ος αι.)

γ) Την κυρίως βυζαντινή τέχνη (10ος-15ος αι.)


α) Παλαιοχριστιανική τέχνη (4ος-6ος αι.)

Η πρώτη περίοδος της βυζαντινής τέχνης είναι,όπως είναι φυσικό,περίοδος διαμόρφωσης.Τα βασικά συνθετικά στοιχεία συγχωνεύονται για να δημιουργήσουν με την πάροδο του χρόνου τη γνήσια βυζαντινή τέχνη κατα την εποχή του Ιουστιανού.

Οι λειτουργικές ανάγκες της νέας λατρείας οδηγούν τους πρώτους χριστιανούς αρχιτέκτονες στη διαμόρφωση,με βάση τα δεδομένα της παράδοσης,νέου τύπου ναού,της βασιλικής.Η αρχιτεκτονική αυτή μορφή,με διάφορες τοπικές παραλαγές, εξαπλώθηκε σ'όλο τον περίγυρο της Μεσογείου και αποτέλεσε τη χαρακτιριστικότερη έκφραση της παλαιοχριστιανικής τέχνης.Στα χρόνια του Ιουστιανού παρουσιάζεται ο ρυθμός της βασιλικής με τρούλο,ρυθμός που αποβλέπει στο να συνδυάσει τα πλεονεκτήματα της βασιλικής και του τρούλου,και στο να ενισχύσει ακόμα περισσότερο το θείο συμβολισμό του βυζαντινού ναού.

Η ζωγραφική συνεχίζει αρχικά την ελληνιστική θεματογραφική παράδοση (τοπία,συμβολικές παραστάσεις κ.λπ.) λίγο λίγο όμως και ειδικότερα στις ανατολικές επαρχίες του κράτους τείνει να παρουσιάζει,σε μορφές αυστηρής οργάνωσης και συμμετρίας,πρόσωπα και σκηνές ολόκληρες απο το θρησκευτικό θεματολόγιο.Χαρακτηριστικό δείγμα της μεγάλης ζωγραφικής της εποχής αποτελούν τα ψιφιδωτά σύνολα της Ρώμης (Μαυσωλείο της Κωσταντίας-Βασιλική Αγίας Μαρίας της Μείζονος κ.λπ.) της Νάπολι,του Μιλάνου,της Ραβέννα (Μαυσωλείο Γάλλας Πλακιδίας,Βασιλική Αγίου Βιταλίου κ.λπ.) και της Θεσσαλονίκης (Άγιος Δημήτριος κ.λπ.).Παράπλευρα προς τη μεγάλη ζωγραφική καλλιεργείται και η τέχνη της μικρογραφίας,ζωγραφική δηλαδή περιορισμένων διαστάσεων πάνω σε θρησκευτικά ή κοσμικά χειρόγραφα.Μικρή οπωσδήποτε είναι η ανάπτυξη της πλαστικής τέχνης.

β) Πρωτοβυζαντινή τέχνη (7ος-9ος αι.)

Η πρωτοβυζαντινή περίοδος μετά απο μια εποχή κάμψης στα χρόνια της εικονομαχίας,οδηγεί την τέχνη στη μεγαλύτερη της ακμή στα χρόνια των Μακεδόνων.Στην αρχιτεκτονική επικρατεί ο σταυροειδής με τρούλο ναός,χωρίς όμως να πάψει η χρησιμοποίηση της βασιλικής.Το βυζαντινό ναό διακρίνει τώρα ιδιαίτερη εξωτερική και εσωτερική κομψότητα.Οι αναλογίες και η διαμόρφωση των χώρων είναι μελετημένες τόσο εξώτερικα,όσο και κυρίως εσωτερικά δημιουργούν στον πιστό μια έντονη πνευματική ανάταση.Αποτελεί,θα μπορούσαμε να πούμε,αυτός ο τύπος ναού την ιδανικότερη έκφραση του πνευματικού περιεχομένου της θρησκείας με τη χρησιμοποίηση των τεχνικών δεδομένων.Εξωτερικά δεν υπάρχει επίχρισμα,αλλά η πλινθοπερίβλητη τοιχοδομία και ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος δημιουργούν ένα έντονο αισηθητικό αποτέλεσμα.

γ) Κυρίως βυζαντινή τέχνη (10ος-15ος αι.)

Η περίοδος της κυρίως βυζαντινής τέχνης που ακολουθεί έχει το απόγειο της στα χρόνια των Παλαιολόγων,χρόνια που χαρακτηρίζει η περίεργη αντίφαση της πολιτικοστρατιωτικής παρακμής και της πολιτιστικής αναγέννησης.Σύμφωνα με το γενικότερο πνευματικό περιεχόμενο της εποχής,αντλεί και η τέχνη σε μεγάλο βαθμό απο την αρχαιότητα.Την αρχιτεκτονική χαρακτηρίζει μια μεγαλύτερη εκλέπτυνση, ενώ στη ζωγραφική διαπιστώνουμε τη σύγκρουση του νεωτερισμού και της συντηριτικότητας.Η πρώτη αντιπροσοπεύεται απο τη Μακεδονική σχολή ζωγραφικής,ενώ η δεύτερη απο την Κρητική.

Μετά την άλωση,η βυζαντινή τέχνη εξακολουθεί να καλλιεργείται,με τοπικές παραλλαγές ως και το 19ο αι.Το σύνολο αυτό της δημιουργίας στο χώρο της τέχνης μετά την άλωση ονομάζουμε μεταβυζαντινή τέχνη.

Πρώιμη Περίοδος - Ιουστιανός

Η πρώτη μεγάλη περίοδος της βυζαντινής ιστορίας είναι χαρακτηριστικά η περίοδος μετάβασης απο τη Ρώμη στο Βυζάντιο.Ενώ στην αρχά συνεχίζεται ατόφια η ρωμαϊκή παράδοση,σιγά σιγά,με την πάροδο του χρόνου,τα βασικά ρωμαϊκά στοιχεία αδυναίζουν και νέοι σφριγηλοί παράγοντες αρχίζουν να επηρεάζουν τα πράγματα και τις καταστάσεις.Η ειδωλολατρεία εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει ενας ολοζώντανος Χριστιανισμός,ενώ απο την άλλη το κράτος προχωρεί ομαλά και βαθμιαία προς τον εξελληνισμό του.

Απο τον Αρκάδιο (395μ.Χ) ως τον Ηράκλειο (610μ.Χ) δυο αυτοκρατορικές δυναστείες κυβερνούν το Βυζάντιο:η δυναστεία του Θεοδοσίου και η δυναστεία του Ιουστιανού.

Στα 250 περιπού χρόνια αυτής της περιόδου δύο κυρίως αυτοκρατορικές μορφές ξεχωρίζουν:του Ιουστιανού(527-565μ.Χ) και του Ηράκλειου(610-641μ.Χ).Η βασιλεία του Ιουστιανού υπήρξε μία απο τις μακροβιότερες στο Βυζάντιο,και αν σκεφτούμε πως αυτός ήταν ο πραγματικός κυβερνήτης στα χρόνια της βασιλείας του θείου του Ιουστινού Α'(518-527μ.Χ),η ουσιαστική βασιλεία του αποδεικνείεται πολύ πιο εκτεταμένη.

Τα χρόνια του Ιουστιανού χαρακτηρίζει ένα σύνολο απο πολύπλευρες δραστηριότητες στο στρατιωτικό,διοικητικό,νομοθετικό και πολιτιστικό χώρο.Στον τομέα των στρατιωτικών επιδιώξεων κυριαρχεί η επιθυμία του Ιουστιανού για ανασύσταση της παγκόσμιας ρωμαικής κυριαρχίας.Αναλαμβάνει έτσι μακροχρόνιους πολέμους εναντίον των Βανδάλων στην Αφρική(533-534μ.Χ),εναντίον των Οστρογότθων στην Ιταλία(535-554μ.Χ),αλλά και εναντίον των Περσών(527-562μ.Χ).

Οι πολέμοι αυτοί,αν και διεύρυναν τα σύνορα του κράτους σε μεγάλο βαθμό,επικρίθηκαν όμως και απο τους σύγχρονους,αλλά και απο μεταγενέστερους και γιατί καταπόνησαν υπερβολικά το κράτος,αλλά και γιατί έδωσαν το προβάδισμα του ενδοιαφέροντος στη Δύση,χώρο χωρίς μέλλον για την αυτοκρατορϊα,ενω αδιαφόρησαν για το ζωτικότατο χώρο της ανατολής.

Πολύ σπουδαιότερο υπήρξε το νομοθετικό έργο του Ιουστιανού.Η ευρεία κωδικοποίηση του Δικαίου,γνωστή με το όνομα Coprus Juris Civilis-περιελάμβανε τις Εισηγήσεις(Institutiones),τους Πανδέκτες(Digesta),τον Ιουστιάνειο Κώδικα (Codex Justinianus) και τις Νεαρές(Novellae Constitutiones)-υπήρξε τεράστιας σημασίας προσφορά,όχι μόνο για τη διευθέτηση των δικαιοπρακτικών υποθέσεων αλλά και για τη διαμόρφωση του νομικού καθεστώτος των Ευρωπαϊκών κρατών ως την εποχή μας.

Σημαντική υπήρξε επίσης η διοικητική,αλλά και η οικοδομική δραστηριότητα του Αυτοκράτορα.Χαρακτηριστικό δείγμα της τελευταίας υπήρξε ο ονομαστός ναός της Αγιάς Σοφιάς Κωσταντινούπολης.

Ηράκλειος

Το ίδιο περίπου μακροχρόνια (610-641μ.Χ),αλλά και ανάλογα σημαντική,υπήρξε η βασιλεία του δεύτερου αξιόλογου αυτοκράτορα της εποχής,του Ηράκλειου.Οι πόλεμοι με τους Πέρσες και η αιφνίδια και μεγάλη εξάπλωση του Ισλαμισμού ήταν τα γεγονότα που σημάδεψαν τα χράνια της βασιλείας του.

Με την άνοδο στο θρόνο του Ηράκλειου άρχισε η επιθετική δραστηριότητα του Πέρση βασιλιά Χοσρόη Β',δραστηριότητα που σε λίγο οδήγησε στην υποταγή της Συρίας,Παλαιστίνης,Αιγύπτου και Λιβύης.Το 614μ.Χ ο Χοσρόης Β' καταλαμβάνει τα Ιεροσόλυμα και μεταφέρει τον Τίμιο Σταυρό στην Κτησιφώντα.Η αντεπίθεση του Ηράκλειου αρχίζει το 622,για να οδηγήσει μέσα σε 6 χρόνια(628μ.Χ) στη διάλυση της Περσικής δυνάμεως και στην ανακατάλυψη των περσικών κατακτήσεων.

Τα εδάφη αυτά όμως δεν επρόκειτο δυστηχώς να παραμείνουν για πολύ στα χέρια των Βυζαντινών.Ένας νέος εχθρός,οι Άραβες,εμπνεόμενοι απο τη θρησκεία του Μωάμεθ,κυρίαρχο θεσμό της οποίας αποτέλεσε ο "ιερός πόλεμος",και εκμεταλλευόμενοι τη διάλυση του περσικού κράτους,αλλά και την αδυναμία και τα εσωτερικά προβλήματα του Βυζαντίου,αρχίζουν το 629 να δραστηριοποιούνται επιθετικά,για να καταλάβουν ως το 642 ολόκληρη την Παλαιστίνη,τη Συρία και την Αίγυπτο.Χώρες,όπου για αιώνες είχε ανθήσει και δημιουργήσει ο Ελληνισμός,χάνονται πια οριστικά. Η βυζαντινή Ισπανία είχε ήδη χαθεί απο το 624.Το δημιούργημα του Ιουστιανού,η "βυζαντινή λίμνη" της Μεσογείου,καταστρέφεται πια οριστικά.Το κράτος περιορίζεται στις γύρω απο το Αιγαίο χώρες,χώρες καθαρά Ελληνικές. Χάνει οποσδήποτε σε έκταση,κερδίζει όμως με την πάροδο του χρόνου σε Ελληνισμό.

Μέση Περίοδος

Η περίοδος που διαρκεί απο το τέλος της βασιλείας του Ηράκλειου,ως την μάχη του Ματζικέρτ το 1071μ.Χ. αποτελεί την περίοδο της μεγαλύτερης ακμής για το Βυζάντιο.Το κράτος εξελληνίζεται πλήρως και αναδείχνεται ως η σημαντικότερη πολιτική οντότητα στο χώρο της Μεσογείου.Τέσσερις δυναστείες βασιλεύουν στο Βυζάντιο αυτά τα χρόνια:η δυναστεία των Ισαύρων,που δημιουργεί την αναγέννηση της βυζαντινής κοινωνίας και προετοιμάζει την ακμή,η δυναστεία του Αμορίου και η δυναστεία των Μακεδόνων,που αποτελεί και την πολιτική και πολιτιστική κορύφωση του μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Η περίοδος της βασιλείας των διαδόχων του Ηράκλειου δεν ανέδειξε καμία σημαντική αυτοκρατορικη μορφή.Είναι μια περίοδος αρκετά ταραγμένη με διαδοχική άνοδο και κάθοδο διαφόρων προσώπων στο θρόνο,κυρίως έπειτα απο στρατιωτικές στάσεις.Στον εξωτερικό χώρο την εποχή χαρακτηρίζει η διεύρυνση του ανταγωνισμού Αράβων και Βυζαντινών,ανταγωνισμού που τώρα καλύπτει και ξήρα και θάλασσα,η εγκατάσταση σλαβικών πληθυσμών στο χώρο της Βαλκανικής και η ίδρυση του βουλγαρικού κράτους απο τον Ασπαρούχο το 681μ.Χ.

Η άνοδος στο θρόνο του Λέοντα Γ' του Ίσαυρου το 717μ.Χ τοποθετεί στην ηγεσία του Βυζαντίου τη δυναστεία των Ισαύρων.Τη βασιλεία του Λέοντα Γ' (717-741μ.Χ),του διαδόχου Κωνσταντίνου Ε' (741-775μ.Χ),αλλά και όλης της δυναστείας των Ισαύρων και του Αμορίου,δυο βασικά πράγματα χαρακτηρίζουν:ο έντονος και συνεχής αγώνας και η απόκρουση των Αράβων απο τη μία και η εικονομαχία απο την άλλη.Ήδη με την άνοδο του Λέοντα Γ' στον αυτοκρατορικό θρόνο,η Κωνσταντινούπολη πολιορκείται απο ξηρά και απο θάλασσα απο τους Άραβες υπο τον Maslamah.Μετά ένα χρόνο πολιορκείας(718μ.Χ)οι αραβικές δυνάμεις αποδεκατίζονται,ο στόλος καταστρέφεται και ο εχθρός εγκαταλείπει την πολιορκία της πόλης.Στο εξής η αραβική προσπάθεια στη θάλασσα ανακόπτεται και οι αραβικές επιχειρήσεις περιορίζονται στην Μικρά Ασία.Εντελώς ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε απο τους ιστορικούς του Βυζαντίου στη νίκη αυτή του Λέοντα Γ'.Θεωρήθηκε κυριολεκτικά ως νίκη που έσωσε οριστικά την Ευρώπη απο την ανατολική διείσδυση των Αράβων,νίκη αντίστοιχη σε σημασία με εκείνη του Καρόλου Μαρτέλλου το 732μ.Χ στο Poitiers,που ανέκοψε την προσπάθεια των Αράβων για εισβολή τους στην Δυτική Ευρώπη.Στη συνέχεια και έπειτα απο δυναστικές μεταβολές στο Αραβικό κράτος ο πόλεμος Βυζαντίου και Αράβων παρατείνεται σε διάρκεια χωρίς ιδιαιτέρας σημασίας γεγονότα,αλλά έχοντας μάλλον τη μορφή πολέμου φθοράς.

Τα μετά την εικονομαχία χρόνια αποτελούν ένα έντονο πνευματικό ξύπνημα για το Βυζάντιο. Χρονογράφοι, θεολόγοι, μαθηματικοί παρουσιάζουν μια έντονη πνευματική δημιουργία, χαρακτηριστικό προμήνυμα της ακμής που θα επακολουθήσει.Τα χρόνια αυτά πραγματοποιήτε και ένα απο τα σημαντικότερα πολιτικά και πολιτιστικά επιτεύματα του Βυζαντίου,ο εκχριστιανισμός δηλ. των Σλάβων και των Βουλγάρων και η δημιουργία του σλαβικού αλφαβήτου και της γλώσσας,έργα των δυο ακαταπόνητων μοναχών,του Κύριλλου και του Μεθόδιου.

Το 867μ.Χ ο Μιχαήλ Γ',τελευταίος εκπρόσωπος της δυναστείας του Αμορίου,δολοφονείται και ο θρόνος περιέρχεται στον Βασίλειο Α' Μακεδόνα,ιδρυτή της ομώνυμης δυναστείας.Η περίοδος παραμονής της μακεδονικής δυναστείας στο θρόνο είναι η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής για το Βυζάντιο.Η στρατιωτική ακτινοβολία συνδυάζεται με την πνευματική δυμιουργία,το νομοθετικό έργο με τη διοικητική και κοινωνική αναμόρφωση.Η δυναστεία ανέδειξε πολλούς σημαντικούς αυτοκράτορες,όπως τον Λέοντα ΣΤ' τον Σοφό,τον Κωνσταντίνο Ζ' τον Πορφυρογέννητο,το Νικηφόρο Φωκά,τον Ιωάννη Τσιμισκή,το Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο κ.α.

Στο στρατιωτικό τομέα το Βυζάντιο επιβλήθηκε σε ενα πλήθος απο εχθρούς.Μετά απο περίοδο ύφεσης ο αγώνας εναντίον των Αράβων στη θάλασσα οξύνεται.Τα ελληνικά παράλια υποφέρουν απο επιδρομές και πολλές πόλεις-μεταξύ αυτών και η Θεσσαλονίκη-κυριεύονται και λεηλατούνται.Ο αγώνας περνά απο πολλές φάσεις για να καταλήξουμε στην εξουδέτερωση του αραβικού κινδύνου,πράγμα που επισφραγίζεται με την κατάληψη της Κρήτης το 961μ.Χ απο τον Νικηφόρο Φωκά και της Κύπρου το 965μ.Χ απο τον Νικήτα Χαλκουτζή.Μεγάλη διάρκεια και εναλλασσόμενες φάσεις είχαν επίσης οι αγώνες του Βυζαντίου εναντίων των Βουλγάρων,αγώνες που τελικά κατέληξαν το 1018 στην κατάλυση του Βουλγαρικού κράτους απο τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο και στην προσάρτηση της Βουλγαρίας.Σημαντικότατο ρόλο για μια τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων έπαιξε η μεγάλη ήττα του Σαμουήλ απο τον Βουλγαροκτόνο στη μάχη του Κλειδιού το 1014.

Στον πνευματικό βίο η ακμή είναι ολοφάνερη.Εξαιρετικές πνευματικές προσωπικότητες αναδείχνονται ο πατριάρχης Φώτιος και ο Καισάρειας Αρέθας.Η έντονη προσπάθεια για αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης και η στροφή προς την επιστήμη χαρακτηρίζουν την εποχή.Σημαντικό υπήρξε επίσης το νομοθετικό και διοικητικό έργο των Μακεδόνων,αποτελούνται απο 60 βιβλία και αναφέρονται στους κυριότερους τομείς του Δικαίου,Δημόσιο,Ποινικό,Αστικό και Εκκλησιαστικό.Μαζί με το Corpus Juris Civilis αποτελούν τις δυο μεγαλύτερες κωδικοποιήσεις νόμων των Βυζαντινών χρόνων.Το ίδιο αποδοτική υπήρξε η προσπάθεια της μακεδονικής δυναστείας και στο χώρο της διοίκησης και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ.Ζακυνθηνός "η περίοδος της μακεδονικής δυναστείας αποτελεί τον χρυσούν αιώνα των διοικητικών θεσμών".

Η άνοδος στο θρόνο του Ισαάκιου Α' Κομνηνού το 1057 σημειώνει το τέλος της μακεδονικής δυναστείας και την αρχή της δυναστείας των Δούκων και των Κομνηνών.Τα τελευταία χρόνια των Μακεδόνων άρχισαν να οδηγούν τα πράγματα σε παρακμή.Στο προσκήνιο εμφανίζονται νέοι εχθροί,οι Νορμανδοί στην Δύση και οι Σελτζούκοι Τούρκοι στην Ανατολή.Οι τελευταίοι ιδρύουν ισχυρό κράτος,αναθερμαίνουν το θρησκευτικό φαντισμό και το 1071 στη μάχη του Ματζικέρτ καταφέρνουν,κάτω απο την ηγεσία του Alp-Arslan,να νικήσουν τους Βυζαντινούς και να συλλάβουν αιχμάλωτο τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ' Διογένη.

Υστεροβυζαντινή Περίοδος

Αποτελεί για το Βυζάντιο την πορεία προς το τέλος.Προωθητικό ρόλο στο χώρο αυτό έπαιξε η υποταγή του κράτους στους σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας (1204μ.Χ).Μετά τη λατινική κατάκτηση παρουσιάζονται στα εδάφη της πρώην αυτοκρατορίας διάφορες πολιτικές οντότητες.Πέρα απο τη Λατινική Αυτοκρατορία,έχουμε την ελληνική αυτοκρατορία της Νίκαιας,το Δεσποτάτο της Ηπείρου κ.α.Η λατινική αυτοκρατορία καταλύεται και επανιδρύεται το βυζαντινό κράτος απο τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο το 1261μ.Χ.

Η τελευταία αυτοκρατορική δυναστεία του Βυζαντίου,η δυναστεία των Παλαιολόγων,αγωνίζεται απελπισμένα για την επιβίωση του κράτους,νέος όμως και ο χειρότερος εχθρός έχει κάνει ήδη την εμφάνισή του.Οι Οθωμανοί Τούρκοι,μετά την ολοκληρωτική κατάληψη της Μικράς Ασίας,αποχτούν το 1354 μόνιμη βάση στην Ευρώπη και αρχίζουν να απειλούν θανάσιμα την Αυτοκρατορία.Τα εκκλησιαστικά πρωτεία,που το Βυζάντιο προσφέρει στον αρχηγό της Δυτικής Εκκλησίας δεν αποφέρουν την αποτελεσματική βοήθεια που περιμένει η Αυτοκρατορία.Στις 29 Μαίου του 1453 ο Μωάμεθ Β' γίνεται κύριος της Κωνσταντινούπολης,βάζοντας έτσι τέλος στην υπερχιλιετή ιστορία της πολιτικής και πολιτιστικής έκφρασής του μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Share |

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2020. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital