ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ

 

ΤΟ ΚΙΤΣ ΩΣ ΑΡΝΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ : Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΧΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ *

16 Αύγουστος, 2007

ΤΟ ΚΙΤΣ ΩΣ ΑΡΝΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ : Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΧΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ *

Πολλοί και διάφοροι που μιλάνε για την «αειφορία» των φυσικών πόρων,παραλείπουν να δηλώσουν ότι και το τοπίο το ίδιο είναι «φυσικός πόρος».Πολλοί που υπεραμύνονται της αισθητικής σε «μικροκλίμακες» όπως είναι αυτή του ανθρώπινου σώματος, του δωματίου, της κατοικίας, της γειτονιάς, της συνοικίας, παραλείπουν να αναφέρουν ότι άξια υπεράσπισης είναι και η αισθητική του δημόσιου χώρου. Αυτή η αισθητική του δημόσιου χώρου και μάλιστα της υπαίθρου, δεν καθορίζεται μόνο από τις παραγωγικές χρήσεις , αλλά επί πλέον καθορίζεται και από την εξοχική κατοικία.

Του Γιάννη Σχίζα

Δείτε επίσης ένα φωτογραφικό αφιέρωμα με θέμα : Όργιο αυθαιρεσιών στην Βαράσοβα    


        Ο πολιτισμός δεν είναι απλά και μόνο πολιτιστικός πρωταθλητισμός, δεν είναι  μόνο οι  εκφράσεις των κορυφαίων παραγόντων της τέχνης και του λόγου, αλλά είναι επίσης και δραστηριότητες μαζικής κλίμακας. Είναι  οι εξωτερικεύσεις  των μεγάλων ομάδων του πληθυσμού ,  που εκπέμπουν  υπαρξιακά νοήματα και αισθητικές αντιλήψεις, που θωπεύουν ή αντίθετα  τραυματίζουν τον  συλλογικό ψυχισμό. Είναι εκφράσεις  σε διάφορους τομείς , που τελούν σε κατάσταση συγκοινωνούντων δοχείων, που καθορίζουν τη δημόσια αισθητική και τους «μέσους όρους» του κοινωνικού πολιτισμού. Μια τέτοια δραστηριότητα με πολιτιστική σημασία είναι η   διαχείριση των κτιριακών μορφών και των κτιριακών όγκων  στον ευρύτερο χώρο της υπαίθρου. Διαχείριση  στην οποία  περιλαμβάνεται και η συσχέτιση  αυτών των μορφών και όγκων  με το περιβάλλον,  ανθρωπογενές ή   φυσικό.

         Εάν ισχύει αυτό που εισήγαγαν διάφοροι   οικολογίζοντες  ψυχαναλυτές ή οικολόγοι επιδιδόμενοι  στην ψυχανάλυση ,  δηλαδή ότι η  πόλη  εκτός από όλα τα άλλα  είναι   και ψυχότοπος , τότε η  ίδια ιδιότητα  ανήκει και στο ευρύτερο  τοπίο. Το τοπίο  είναι ενδιαίτημα του ψυχισμού μας, είναι ικανό να  τον αναπλάθει και να  τον εμπλουτίζει με υπαρξιακές σκέψεις,  ή   αντίθετα  να τον καθηλώνει  σε  μια κατάσταση  συμβατική,  υποκινητικότητας ιδεών και αισθημάτων. Το τοπίο μπορεί να συμβολίζει, να υπογραμμίζει ,να συνοψίζει,  να  είναι «ψυχαγωγός» - να  «άγει την ψυχή» στο «αλλού» -  και μέσω αυτής της «περιαγωγής» να καταργεί  περιορισμούς και  να κάνει την ύπαρξη πλουσιότερη. Όπως ένας πίνακας ερεθίζει το βλέμμα και το μεταφέρει από τη μια στην άλλη λεπτομέρεια στον «μικροχώρο» εντός του κάδρου, έτσι και το τοπίο  μπορεί να προκαλεί    ένα είδος «παθητικού ταξιδιού» για τον παρατηρητή, επιτρέποντάς του μια «ψυχοκίνηση»  παρά την  σωματική ακινησία του. Αν  ισχύει αυτό που υποστηρίζει τουλάχιστον η συγγραφέας Κάτια Αντωνοπούλου(1), ότι δηλαδή το ταξίδι είναι η αναζήτηση άλλων εαυτών, τότε  αυτή η «ψυχοκίνηση» εν όψει του τοπίου συνιστά  έναν  πολλαπλασιασμό  της ίδιας   της ζωής. Δια μέσου του τοπίου ζούμε τη ζωή εντονότερα, ή  για την ακρίβεια ζούμε πολλές ζωές   μέσα στη «συσκευασία»  μιας.... 
   
         Το τοπίο είναι  «δημόσια υπόθεση»,  η δε  συμμετοχικότητα  των πολιτών  στις δημόσιες υποθέσεις θεωρείται σαν κάτι γενικώς καλό. Όμως συχνά  η συμμετοχή που αναφέρεται στη διαχείριση των κτιριακών μορφών και όγκων  έχει «αρνητικό πρόσημο», παράγει έναν στείρο εντυπωσιασμό, αναμειγνύει ασύμβατες «μορφογεύσεις». Και το ερώτημα που μπαίνει είναι το εάν και κατά πόσο χρειάζεται  να  συμφιλιωθούμε  με  τις  μορφικές προχειρότητες και αστοχίες της κοινωνίας των πολιτών, καταξιώνοντας εν τέλει  μιαν  «άλλη , εκ των ενόντων αρχιτεκτονική», σύμφωνα με τον  τίτλο ενός  βιβλίου του Γιάννη Χατζηγώγα. (2)  Ή μήπως χρειάζεται  να προχωρήσουμε “στην εκλογή ενός άλλου λαού”(!)   – κατά το πνεύμα γνωστού ποιήματος του Μπέρτολτ Μπρέχτ(3) -  που θα είναι υποταγμένος   σε μια  αρχιτεκτονική υπό την αποκλειστική ευθύνη των «ειδικών»;
      Στη πράξη οι οδεύσεις του  λαϊκισμού  αλλά και του ελιτισμού , συνδυάζονται με  την υπολειτουργία  της κριτικής σκέψης.  Αντίθετα  προς τις δύο αυτές διαδρομές, και  μάλιστα χωρίς  σιωπηλή «παράκαμψη»  των εκδηλώσεων του «αρνητικού πολιτισμού»,  μπορούμε να υποστηρίζουμε  μια κριτική δίχως όρια. . Που  θα επιδρά   στο γενικότερο πολιτιστικό περιβάλλον, ανεβάζοντας    τον «πήχυ» των  συνολικών πολιτιστικών δρώμενων....


     Η ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ

 Στη περίοδο 1953-63  αρχιτέκτονες και λόγιοι όπως ο Γαβριήλ Βαγιανός, ο Δημήτρης Πικιώνης , ο Αριστομένης Προβελέγγιος , θα  αναδείξουν   τα μεγάλα ζητήματα της αισθητικής του δημόσιου χώρου ,  θα προκαλέσουν το «Πρώτο ψήφισμα Προστασίας του Ελληνικού Τοπίου»(1954) και θα δημιουργήσουν την «Επιτροπή Προστασίας του Εθνικού Τοπίου». (4)Όμως αυτή η ενδιαφέρουσα  κίνηση δεν θα έχει ιδιαίτερη διάρκεια : Σύντομα η μεταπολεμική Ελλάδα της ακάθεκτης ανοικοδόμησης, της χρησιμοποίησης των κατασκευών για αποταμιευτικούς σκοπούς και της πάση θυσία διαμόρφωσης εξοχικής κατοικίας, θα προσπεράσει τους αισθητικούς ενδοιασμούς  και τη νοσταλγία αρχιτεκτόνων και διανοουμένων. Η  προβληματική για τις αισθητικές αξίες και απαξίες   θα παραγκωνισθεί από τη χρησιμοθηρική λογιστική των εργολάβων, ενώ τα ζητήματα  του χώρου θα προσεγγισθούν κυρίως από τη σκοπιά της ιδιωτικής ή/και  περιβαλλοντικής λειτουργικότητας.   Βεβαίως στην όλη αυτή πορεία δεν θα απουσιάσουν   αξιοσημείωτες  νότες:    Μία τέτοια  ήταν και  η δραστηριότητα  του περιοδικού ΑΝΤΙ στη δεκαετία του 1980, που εμπεριείχε  σειρά  αναφορών στο διαταξικό κιτς. Ανάλογες στοχεύσεις είχαν  και οι ελεύθερες βολές διαφόρων στοχαστών όπως του Γιάννη Τσαρούχη, που ήθελε να τονίσει  τη συνευθύνη του λαϊκού  παράγοντα  στην αισθητική αλλοίωση .  Μέσα  από τη  φράση «η ασχήμια της Αττικής είναι λαϊκό αίτημα», ο διαπρεπής  λόγιος  ήθελε να δηλώσει  την αντιπαλότητά  του   με τον λαϊκισμό της περιόδου των αυθαιρέτων και της αντιπαροχής, καθώς επίσης  και  το ζήτημα  της δημόσιας αισθητικής, που  παρέμενε ως   «υποσημείωση»   της κυρίαρχης πολιτικής.
   
                Το κιτς αποτελεί περίπτωση αρνητικού πολιτισμού,  που αμβλύνει τις αισθητικές αναζητήσεις και διαχέει μια  ταπεινωτική συγκατάβαση απέναντι στις κορυφαίες πολιτιστικές ποιότητες. Το κιτς προκαλεί εθισμό απέναντι στο «κακό», εμμέσως πλην σαφώς αποδυναμώνοντας την καταξίωση του «ποιοτικού» . Συμβαίνει ό,τι και στην περίπτωση της βιβλιοκριτικής :   Όπου η συγκατάβαση απέναντι στην προχειρότητα και ασημαντότητα κάποιων έργων  δεν επιτρέπει την ανάδειξη αυτών που έχουν γραφτεί  «με λογισμό και όνειρο».(5)
        Σήμερα  το κιτς εμφανίζεται κάποτε  ως έκφραση ελευθεριότητας,  ως  οπτική των πραγμάτων  απελευθερωμένη από τις «νόρμες¨».  Κατά βάθος όμως  είναι θρασύ και  επιθετικό,   ικανό να  αξιοποιεί  την  υποταγή των διανοουμένων στον παραγοντισμό, τη μετατροπή  κάποιων  σε  αβλαβείς γατούλες   στην αγκαλιά  των   δοκτόρων Νο της εξουσίας -  σύμφωνα με το γνωστό στερεότυπο του Ίαν Φλέμινγκ στα έργα του Τζαίημς  Μποντ.   Το κιτς  διαθέτει ισχύ, πλην όμως  δεν επαναπαύεται σ’ αυτήν, αλλά βουλημικά επιδιώκει την κατάκτηση  κριτικής ασυλίας.


            Η ΑΣΧΗΜΙΑ ΠΟΝΑΕΙ....

             Στις αρχές του 20ου  αιώνα ο Γερμανικός Καλλιτεχνικός Σύνδεσμος  έβλεπε με αποτροπιασμό το αστικό γερμανικό τοπίο και υποστήριζε ότι η ασχήμια, όπως και η σωματική αρρώστια, θα έπρεπε να προκαλεί σωματικούς πόνους.(6) Έναν αιώνα αργότερα, αυτή η  αντίδραση δεν θα ήταν υπερβολική απέναντι σε στοιχεία του μείζονος ελληνικού τοπίου.  Η οδοποιϊα στην ύπαιθρο χώρα  που κατακερματίζει  δάση ή λιβάδια ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται στον λόγο των διοικητικών παραγόντων ως  γεγονός άνευ σημασίας, οι γραμμές μεταφοράς ρεύματος υψηλής τάσης σε ευαίσθητα τοπία, οι κεραίες της κινητής τηλεφωνίας  σε κορυφαία σημεία του χώρου, οι ανεμογεννήτριες  που αλλοιώνουν το χώρο και εξαλείφουν τη δυνατότητα βίωσης της ερημικότητας,  όλα αυτά ,  στο βαθμό που είναι ερριμένα ατάκτως ή κατ’ ευφημισμόν χωροθετημένα, με βάση αιτιολογίες επείγουσας ανάγκης και στόχο  την επίτευξη  εύκολου κέρδους,  δημιουργούν αισθητικούς  αχταρμάδες . Δημιουργούν αυτό που η παραδοσιακή σκέψη προσδιόρισε με το σημαίνον «τραγέλαφος» - δηλαδή σύμμιξη τράγου και ελαφιού. ........
       Πολλοί και διάφοροι που μιλάνε για την  «αειφορία» των φυσικών πόρων,παραλείπουν  να δηλώσουν ότι  και το τοπίο το ίδιο είναι «φυσικός πόρος».Πολλοί  που υπεραμύνονται της αισθητικής σε   «μικροκλίμακες» όπως είναι αυτή του ανθρώπινου  σώματος, του δωματίου, της κατοικίας, της γειτονιάς, της συνοικίας, παραλείπουν να αναφέρουν  ότι άξια υπεράσπισης είναι και η αισθητική του δημόσιου χώρου. Αυτή  η αισθητική του δημόσιου χώρου και μάλιστα της υπαίθρου, δεν καθορίζεται μόνο από τις παραγωγικές   χρήσεις , αλλά επί πλέον  καθορίζεται και  από την εξοχική κατοικία.

         ΚΥΜΑ ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΟΥ ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΥ  

       Στη δεκαετία του 1980 ο Γλέζος αναφερόταν στο νεοελληνικό ιδεώδες της απόκτησης τριών τουλάχιστον εξοχικών  σε διαφορετικά σκηνικά της υπαίθρου – στη παραλία, στο βουνό, στο οπουδήποτε. Προφανώς δεν είχε συνυπολογίσει την καλπάζουσα ζήτηση εξοχικής κατοικίας  από τους βορειοευρωπαίους, που προοιωνίζεται έναν μεγάλο εποικισμό της ελληνικής και γενικότερα της μεσογειακής υπαίθρου. Οι τελευταίες δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρονται σε 1.000.000 υποψήφιους χρήστες της ελληνικής υπαίθρου, στα πλαίσια ενός γενικότερου ψυχαγωγικού εποικισμού της Μεσογείου από τους Βορειοευρωπαίους.(7) Και το μεγάλο θέμα έγκειται στο κατά πόσο οι προωθούμενες  νεοπλασίες – επιφάνειες,  όγκοι, συζεύξεις με το περιβάλλον -  θα έχουν αισθητική ποιότητα. Το κατά πόσο θα συνιστούν προσθήκη στον πολιτισμό ή αντίθετα θα επιβάλλουν  αποξενωτικές μεταλλάξεις, μετατρέποντας την  ελληνική ύπαιθρο σε μια «στίβα από σπασμένες εικόνες»- κατά το στίχο του Τόμας Έλιοτ στην «Έρημη χώρα». Το κατά πόσο θα προσθέτουν νέες νοσταλγίες  δίπλα  στις παλιές, που αναδύθηκαν στα ευρύτερα μορφωμένα στρώματα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, με αφετηρία  την υποταγή  της ελληνικής φύσης στους εργολάβους και αναπτυξιολόγους.....
          Ο Ντάνιελ Λίμπεσκιντ, από τους πρωτεργάτες της ανοικοδόμησης των νέων πύργων  στη θέση των διδύμων που κατέρρευσαν στις 11 Σεπτέμβρη, υπογράμμιζε το ενδιαφέρον του για το «κτίριο» και την αδιαφορία του για την πόλη –  δηλαδή την ολότητα των κτιρίων. Μια μεγάλη κατηγορία  ιδιοκτητών  εξοχικών   μεταφέρουν αυτό το πνεύμα από τον αστικό χώρο  στην ύπαιθρο, αποστασιοποιημένοι σε ένα δικό τους μικροσύμπαν,  εμμένοντας σε μια λογική «μη μου άπτου»,  με σημαία το αγγλοσαξωνικό γνωμικό «My house is my castle» - το σπίτι μου είναι το κάστρο μου. Αυτές οι εικονικές ροβινσονιάδες  μπορεί κάποτε   να έχουν ενδιαφέροντα  επί μέρους στοιχεία,  πλην όμως ριπτόμενες ατάκτως  στον ευρύτερο χώρο καταλήγουν στην κατάτμηση των σκηνικών της υπαίθρου – στην «απαρτίωση». Λιβάδια, δάση, παράλιοι χώροι, υψώματα, ανεμοδαρμένα και ηλιοκαμένα αιγαιοπελαγίτικα σκηνικά, «εργοτάξια εξαιρετικών αισθημάτων»(8), υποχρεώνονται σε «συνεύρεση» με βιλάρες ΧΧLarge. Ακόμη και αν τα δύο μέρη – περιβάλλον αφενός και κατασκευές αφετέρου - είναι  αυτά καθεαυτά αισθητικώς Ο.Κ, η «συνεύρεσή» τους αποτελεί  βιασμό....
          Με κόστος την αρτιότητα του τοπίου, ο «εξοχικούχος» της παραπάνω  κατηγορίας  επιδίδεται στην υπηρεσία των φαντασιώσεών του. Γι αυτόν γράφει  ο Αλεξάντερ Μίτσιρλιχ, ο ψυχαναλυτής που υπηρέτησε τόσο βαθιά την υπόθεση της ριζοσπαστικής πολεοδομίας :
«Συλλέγει εκλεκτικά ό,τι γυαλίζει στο απαίδευτο μάτι του, ό,τι μιλάει στη ρηχή καρδιά του, και επιχειρεί σε κάποια παρυφή της πόλης να συναιρέσει αυτά τα ετερόρρυθμα θραύσματα σε κάτι νέο, κάτι πρωτόφαντο» (9).
    Επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα εντυπωσιακό  και κάποτε υπαινικτικό πλαίσιο  ζωής  -  δηλαδή να υπονοήσει   την τεράστια σημασία της ιδιωτικής του ζωής και των «αυλικών» του   - ο εξοχικούχος αυτής της κατηγορίας   ορθώνει εμπόδια στο δημόσιο βλέμμα,  συνήθως τοίχους και    άλλοτε παράταιρες δενδρώδεις μορφές με ελάχιστη φυσικότητα. Στη Σαρωνίδα της Αττικής ,  στην Ανατολική Αττική γενικότερα, σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας όπως η Ερατεινή, κάνουν την παρουσία τους τέτοια στοιχεία καταδυνάστευσης του δημόσιου χώρου και  υποβάθμισης της ανοικτότητάς του : Πελώριες μάντρες  και τείχη κρύβουν τον ιδιωτικό χώρο ορισμένων κρύβοντας ταυτόχρονα  και τον ορίζοντα του πεζοπόρου ή  εποχούμενου, δημιουργώντας έναν περίγυρο απωθητικό, αφιλόξενο για κάθε ανθρώπινη παρουσία -   δεδομένου ότι αυτή η τελευταία  βιώνεται  σαν παρενόχληση ή απειλή. Η τέτοια διαχείριση του ιδιωτικού χώρου συνιστά  μια έμμεση διαχείριση του μικρο-περιβάλλοντος.,  που    εθίζει   την κοινωνία στην αυθαιρεσία. Που  μεθίσταται ως καρκινικός όγκος  από τη μια περιοχή στην  άλλη και  υποβαθμίζει τη μέση κοινωνική αισθητική..

       ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ, ΟΧΙ  ΚΤΗΣΗ....

      Στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα που μας πέρασε, σε ένα από τα «αδημοσίευτα» ποιήματά του - το «Σπίτι με κήπο» -  ο   Καβάφης  φέρνει στο φως μια  επιθυμία που δεν είναι  κτητική, αλλά δηλωτική της  διάθεσης για επαφή με τη  φύση  
        «Ήθελα να’ χω ένα σπίτι εξοχικό
        μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο – όχι τόσο
        για τα λουλούδια, για τα δένδρα και τες πρασινάδες
        (βέβαια να βρίσκονται κι αυτά, ειν’ ευμορφότατα)
        αλλά για να ’χω ζώα. Α, να ’χω ζώα!
         Τουλάχιστον επτά γάτες – οι δύο κατάμαυρες,
          Και δύο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεση » .

  Στον Καβάφη η κατασκευή στην εξοχή δεν είναι ο απώτερος στόχος, αλλά ένας στόχος «τακτικός», ένα προγεφύρωμα προς τη φύση , για την ικανοποίηση μιας βαθύτατης νοσταλγίας που διέπει το ανθρώπινο όν ...
      Το  παραδοσιακό «λαϊκό» εξοχικό σπίτι με τις προχειροκατασκευές και τα αθροιζόμενα ασύμβατα υλικά, εμπεριείχε  πολλές αδεξιότητες, αλλά σαν σύνολο διαποτιζόταν  από ένα «οικολογικό σκεπτικό» και μια φυσιολατρία, που ως ένα σημείο έκανε  συγχωρητέες τις ογκοπλαστικές και μορφικές αστοχίες.. Όμως το  κιτς  της νέας εποχής καταλήγει – άλλοτε ανυποψίαστο  και άλλοτε αδιάντροπο – στο να υπηρετεί το  παράταιρο, το ασύμβατο, το α-νόητο, το παρασιτικό.
         Το μαγειρικό κιτς είναι η μίξη παστής σαρδέλας με σαντιγύ, το τηλεοπτικό κιτς είναι μια πιθανή συζήτηση της Μαρίας Δρούζα με τον Χάρυ Κλυν για τον Αλτουσέρ,  το κιτς εσωτερικού χώρου είναι η συμπαράθεση δύο πινάκων, του «συνήθη» Ναυτικού με   την πίπα και ενός   Νταλί. Το εξοχικό κιτς είναι η  ευμεγέθης κατοικία με ανάλογων διαστάσεων κήπο , με γκαζόν, ιτιές οι κλαίουσες, εξωτικά είδη, φοίνικες και τεχνητές βραχώσεις, ενώ δίπλα, στον περιβάλλοντα χώρο,  κυριαρχούν οι «παραγωγικοί κήποι» των ιθαγενών: Τα αμπέλια, οι ελαιώνες, τα λαχανικά, τα σιτηρά  οι πορτοκαλεώνες. Τα παραδοσιακά εξοχικά των πλουσίων στην Κηφισιά στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ,  ήταν ταυτόχρονα και μικρές μονάδες παραγωγής ποιοτικών  αγροτικών προϊόντων, που σαν τέτοιες έδεναν με τον περιβάλλοντα χώρο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσαν ένα καθεστώς δοσο-ληψιών των ιδιοκτητών με άλλους ιδιοκτήτες ή κατοίκους της περιοχής. Το σημερινό εξοχικό κιτς τετραγωνίζει και επιπεδοποιεί τον χώρο, ερωτοτροπεί με άλλες μορφολογίες τοπίου π.χ αμερικάνικου στυλ, παράγει   θέσεις εργασίας για κηπουρούς και αρχιτέκτονες κήπων αλλά ταυτόχρονα   παράγει  και τον παθητικό ιδιοκτήτη:  Δηλαδή  τον  καταναλωτή ενός θεάματος που δημιουργούν οι άλλοι, τον τηλε-χειριστή της ίδιας του της ζωής και του τοπίου. Που στερείται της χαράς της κηπουρικής, της βίωσης φυτών και ζώων. 
       Το σημερινό εξοχικό κιτς συναρτάται  με τη χρήση του εξοχικού χώρου αποκλειστικά  για διακοσμητικούς σκοπούς, και κατά τούτο προβαίνει σε μια  αξιοσημείωτη επανάληψη της ιστορίας :  Είναι η ιστορία των Ρωμαϊκών εξοχικών τον 1ο μ.Χ αιώνα, οπότε σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού Μαρσιάλη, οι άμαξες με λαχανικά και φαγώσιμα είδη εκινούντο  όχι από την περιφέρεια προς  τη καρδιά της Ρώμης αλλά  αντιστρόφως, από την πόλη στην περιφέρεια(!) για να εφοδιάσουν τους Ρωμαίους αριστοκράτες της εξοχής μέσα στα χλιδάτα αλλά μη παραγωγικά  σκηνικά  τους !(10)

        Η συμπτωματολογία του κιτς  περιλαμβάνει  το τάχα μου, το δήθεν, το  εξόφθαλμον, το εξωτικόν, το υπερυψωμένον. Αναφέρεται σε χρωματικούς νεωτερισμούς που θέλουν να κάνουν μπαμ, δηλαδή  να μην αντιγράφουν οποιοδήποτε στοιχείο του περιβάλλοντος χώρου. Σε μεγέθη κατοικιών δυσανάλογα,   που υπηρετούν το θεαθήναι και «ακουσθήναι». Στην κυριαρχία του «σαν», σύμφωνα με μια ανάλυση της Ιουλίας και του Ιωσήφ Στεφάνου, απότοκη των απόψεων  του Γάλλου φιλοσόφου Γκαστόν Μπασελάρντ :
«τα σπίτια εκεί[στις περιοχές εξοχικής κατοικίας] πρέπει να μοιάζουν σαν «πηλιορίτικα», σαν «κυκλαδίτικα» ή σαν κάτι άλλο».(11) 
Ο λογοτέχνης Β.Λαδάς σημειώνει για την Αχαία : «Βίλες όλων των ρυθμών,  φερμένοι από τις χώρες που σπούδασαν και επηρεάστηκαν οι ιδιοκτήτες τους. Βίλες των ακτών της Καλιφόρνια, της Γοτθικής Αγγλίας, της Προβηγκίας. Βίλες με μυτερές στέγες  για να μην πιάνουν το ανύπαρκτο στην περιοχή χιόνι και βίλες σαν ξενοδοχεία ξερονησιών του Αιγαίου»(12)..
      Και ενώ αυτή η τάση της «αρχιτεκτονικής προσομοίωσης»  βρίσκεται σε εξέλιξη, διάφορες κατασκευαστικές νεοπλασίες   πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα διεκδικώντας  την άκρα πρωτοτυπία,  αποτελώντας  πλέον «εκ ταυτότητος»  δομές παράταιρες με το περιβάλλον. Σε ένα άρθρο υπό τον εκφραστικό τίτλο «Κραυγές και ψίθυροι της μοντέρνας αρχιτεκτονικής», ο αρχιτέκτων Σόλων Ξενόπουλος διαπιστώνει  μεταξύ των ιδιωτικών κατοικιών  την ανάπτυξη ενός νέου κατασκευαστικού ύφους ,με  παράλληλη  αποβολή των διαφόρων κλασικιζόντων στοιχείων. Ο  Ξενόπουλος σημειώνει τα μεγάλα μεγέθη και την κλίμακα των χώρων, την επιδεικτική χρήση υψηλής τεχνολογίας, την αφομοίωση και ενσωμάτωση του τοπίου στην εσωτερική λογική των σπιτιών: «...η στιλπνότητα στη γενική αίσθηση του χώρου, η προβολή προς τους άλλους της ιδέας ότι ‘‘ναι εγώ ξέρω πιο πολύ από σας’’, ‘ναι, είμαι κάποιος με αισθητική καλλιέργεια’’». Στη συνέχεια ο ίδιος συγγραφέας υπενθυμίζει το  κινηματογραφικό «Ζαμπρίσκι Πόϊντ» του Αντονιόνι, ο οποίος  φιλμάρει  αργά το εντυπωσιακό μοντέρνο σπίτι ενός επιχειρηματία, που βρίσκεται σφηνωμένο ανάμεσα στα βράχια, τοποθετημένο ψηλά, δεσπόζοντας ,εποπτεύοντας και εξουσιάζοντας το τοπίο. Εν τέλει ο Ξενόπουλος αντιπαραθέτει τη Villa Savoie, που κατασκευάστηκε το διάστημα 1929-1931 από τον  Λε Κορμπυζιέ στο Poissy, προς την οικία Κάουφμαν στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ, που κατασκευάστηκε το 1935-37 από τον Φρανκ Λόϋντ Ράϊτ και έγινε γνωστή με το όνομα « Falling water».Να πως περιγράφει τη διαφορά τους, που είναι και διαφορά κοινωνικής συμπεριφοράς:
     «Η  Villa Savoie  σχεδιασμένη με βάση τις μετρικές αναλογίες του ανθρώπινου σώματος, με την βαθειά πίστη στον άνθρωπο, κάθεται απλά και ήρεμα στο τοπίο. Έχει ευγένεια, ταπεινότητα, εσωτερικότητα.Είναι λιτή αλλά πυκνή σε νόημα.Η κατοικία  «Falling water» προβάλλει προκλητικά και βίαια στο χώρο, καταβροχθίζει τα υλικά του τοπίου, δηλώνει επιδεικτικά την παρουσία της, αναδεικνύει την ισχύ των ιδιοκτητών της»..(13)
    
     Η  πολυτέλεια και μεγαλοσχημοσύνη,  η περίσσεια α-νοησίας και χρήματος,  οδηγεί  στην  περίσσεια δαπανών.Οδηγεί σε ένα παρανοϊκό  νεοκαταναλωτισμό, που υπερβαίνει την εισαχθείσα από τον Θορνστάϊν Βεμπλέν «επιδεικτική κατανάλωση» και καταλήγει σε μια προκλητική έως διεστραμένη κατανάλωση. Ο μεγαλομεσαίος  της εποχής μας καταλήγει στον εκτραχηλισμό, αισθανόμενος  ελάχιστα  ως «χορηγός δημόσιας αισθητικής»  ή ως   δημιουργικός συνδιαμορφωτής   του δημόσιου χώρου. Γι  αυτό και επιχειρεί να επιβληθεί όχι με την ποιότητα και την αισθητική του,  αλλά με την επίδειξη  σπατάλης.

Ο Θανάσης Μουτσόπουλος  «τσιτάρει» την  αναφορά δύο μελετητών  της διαχείρισης  κήπων σε μια περιοχή εξοχικής κατοικίας όπως το Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, το 2001 :
«Για κήπο ενός στρέμματος η σωστή υποδομή, που περιλαμβάνει πρώτης τάξεως φυτόχωμα, σύστημα αυτομάτου ποτίσματος και τα συμπαρομαρτούντα, μεταφράζεται σε 2.500.000 – 4.000.000 δρχ. Εκτός και αν ζητήσετε να σας περιβάλλουν σειρές ολόκληρες από κίκες.Ο κίκας είναι ένα είδος φοίνικα που ξεκινά από 500.000 δρχ. το μικρό δένδρο και φτάνει τα 3.000.000 το μεγάλο. Οι μανόλιες κοστίζουν 200.000 με 1.000.000 το φυτό.....Ο Κάρολος της Αγγλίας πλήρωσε για δύο θάμνους κουρεμένους σε σχήμα βασιλικής άμαξας, σαν τη Σταχτοπούτα να φανταστείτε, 4.000.000 δραχμές !....Εθεάθηκαν  και εντοπίστηκαν : στο σπίτι δυναμικής επιχειρηματία,φωτιστικά του Boris Simek -  σύνολο γύρω στα 3.000.000 από Δελούδη – χρυσή ψηφίδα  Bisazza στο μπάνιο  - 1.000.000 το τρεχούμενο(προσοχή, όχι το τετραγωνικό) μέτρο - , χρυσές μπαταρίες και μπορντούρα από τον Κιουρτσόγλου. Στη βίλα επιχειρηματία, σκαμπό  Philippe Starck δερμάτινα -  500.000 δρχ. – καναπέδες και φωτιστικά του αρχιτέκτονα Christian Liaigre αστρονομικής τιμής» (14)
     
         ΧΩΡΙΣ ΝΟΡΜΕΣ   Ή  «ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ»

         Η συζήτηση για το οικιστικό κιτς της υπαίθρου δεν πρέπει να αποβλέπει στη διαμόρφωση μιας νόρμας, μιας αισθητικής «ορθότητας»,  ενός κοινωνικού μέσου γούστου .Κυρίως και προπάντων η  συζήτηση αυτή πρέπει να στοχεύει  στην απαγκίστρωση  των κοινωνικών δυνάμεων κριτικής από τα  λεγόμενα «μεγάλα πολιτιστικά ζητήματα».Ο πολιτισμός δεν μπορεί να αναπτύσσεται ενόσω οι διανοούμενοι « υψιπετούν», ούτε μπορεί να αναβαθμίζεται  χωρίς την εκφώνηση αρνητικών κρίσεων. Χωρίς την παραγωγή δημόσιας και  ευθαρσούς  καζούρας…..
          Ο πολιτισμός της εξοχικής κατοικίας δεν μπορεί να επιστρέψει στο στάτους της Κοκινοσκουφίτσας, της Χιονάτης και του Κοντορεβυθούλη, που ως γνωστόν ήταν ιδιοκτήτες αυθαιρέτων εντός δασικών περιοχών! Τα λιλιπούτεια μεγέθη του παρελθόντος, ίσως και κάποιες εξτρέμ οικολογικές κατοικίες μορφολογικά και ογκοπλαστικά συμβατές με το περιβάλλον,  τόσο ώστε να γίνονται σαν τα τζάμια μετά τη χορήγηση άζαξ – δηλαδή αόρατες ! – δεν αντιστοιχούν με την εξέλιξη των σύγχρονων αναγκών. Όμως η συζήτηση για την χωροθέτηση, την ογκοπλαστική και μορφολογική διαμόρφωση της εξοχικής κατοικίας, πρέπει να επανατροφοδοτήσει τη συζήτηση για το γενικότερο πολιτισμό. Οι λόγιοι της εποχής  καλούνται να  βγουν στο κλαρί και προπαντός  να μη μείνουν στα λόγια.Να  αγωνιστούν για την απελευθέρωση του τοπίου από το οικιστικό κιτς, όπως ο Εμπειρίκος μαχόταν «για την απελευθέρωσιν του έρωτα»....   
      

Γιάννης Σχίζας - Δντης του περιοδικού ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ

Δείτε επίσης ένα φωτογραφικό αφιέρωμα με θέμα : Όργιο αυθαιρεσιών στην Βαράσοβα    


*Το παρόν κείμενο αποτέλεσε τη βάση εισήγησης σε συνέδριο που διοργανώθηκε από το περιοδικό Highlights στο Ναύπλιο (15-17 Ιουνίου 2007) με θέμα «Νεωτερικότητα και σύγχρονος Ελληνικός Πολιτισμός»


Σημειώσεις
1. Αναφορά στην Κ.Αντωνοπούλου στο βιβλίο «Ο άλλος τουρισμός»,Γ.Σχίζα, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1998
2. Γιάννης Χατζηγώγας, εκδόσεις «Χώρος και Κοινωνία», Θεσσαλονίκη 1985
3. Μπέρτολτ Μπρεχτ «Η λύση», από τα «Ποιήματα» σε μετάφραση Μ.Πλωρίτη, Εκδ.«Θεμέλιο»
4. Γιώργος Σημαιοφορίδης, «Το αττικό τοπίο και οι αρχιτέκτονες  1953 63», από την έκδοση «Αττικό τοίο και περιβάλλον», Υπουργείο Πολιτισμού, 1989
5. Φράση του Διονυσίου Σολωμού, ιδιαίτερα αγαπητή στον Άρη Κωνσταντινίδη
6. Ούλριχ Κόνρατς,  «Μανιφέστα και προγράμματα της Αρχιτεκτονικής του 20ου αιώνα», εκδ. «Επίκουρος», Αθήνα 1977
7. Δημοσιογραφικές πληροφορίες στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σεπτέμβριος  2005
8.  Ποιητική έκφραση του Γιώργου Χρονά
9. Αλεξάντερ Μίτσιρλιχ, «Το άξενο των πόλεων πρωτουργό στην ψυχική αποργάνωση του πολίτη», εκδόσεις «Ηριδανός», Αθήνα
10. Lionel Casson, «Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο», Εκδ. «Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης»
11. Ιουλία Στεφάνου – Ιωσήφ Στεφάνου «Περιγραφή της εικόνας της πόλης», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, 1999
12. Βασίλη Λαδά, «Ρίον Αντίρριον», εκδόσεις ΔΟΝΤΙ, Πάτρα 2003
13. Σόλων Ξενόπουλος, «Ψίθυροι και κραυγές», Αυγή 20.5.2007
14. Α.Βλαχοβελάκης, Γ.Διμηνάς, «Πανόραμα Θεσσαλονίκης: Το ελληνικό  Beverly Hills”,  periodiko  Close up, αναδημοσίευση στον «Ταχυδρόμο» 11.8.2001

 

Share |

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

GreekArchitects Athens

Copyright © 2002 - 2021. Οροι Χρήσης. Privacy Policy.

Powered by Intrigue Digital